Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015


Φωτογραφίες φτιαγμένες, θάβουν την τελευταία αθωότητα των προσώπων. Τα μάτια γυμνά ,ταξιδεύουν εκτός της ψυχής, γύρω ,είδωλα -σύμβολα ,μεταφέρουν κάθε ένδεια ,σαν σκόνη. Χάθηκα με τους αστρολάβους του ποιητή , εκεί κάπου, που εξόριστοι, γυρνούν οι ζητιάνοι και οι τελευταίοι ονειροπόλοι . Κι είδα έναν σύγχρονο ποιητή, να φεύγει από την μουσικότητα των χάλκινων και να αυτομαστιγώνεται με τις ψεύτικες εικόνες, λες και δεν αρκεί η φρικτή πραγματικότητα, ακόμη πιό φρικτός μου φαίνεται ετούτος ο κόσμος όταν κι οι ποιητές δείχνουν σαν ζαλισμένοι. Ο καιρός των δολοφόνων, διατάσει όλα τα αντίγραφα να στοιχηθούν και να λάβουν μια απόδειξη πληρωμής για το μη γνήσιο. Κι οι αντιγραφείς αραδιάζουν τις θεωρείες , τις ζωγραφικές, την ποίηση, το οικονομικό ντελίριο και ξεπουλούν την πραμάτεια τους, σε φτωχικούς κήπους χωρίς γκαζόν, μόνο κήποι με σκατά σκύλων και βελόνες από αδύναμους χρήστες. Έλα Οδυσσέα, εδώ θα βρεις τους σωρούς των πτωμάτων, 10.000 αυτόχειρες, σαν μια ολόκληρη πόλη, χαμένη. Οι πρώτοι επιτυχώντες της καταμέτρησης και της επιβολής νέων σκληρών μέτρων κατά της ζωής , όλοι ,έξω από την πόρτα μας.. Μα εγώ νοσταλγώ τον βασιλικό της γιαγιάς μου και τα γιασεμιά. Και δεν μπορώ να αφήσω τα συναισθήματα μου ελεύθερα να κυματίσουν, περιορισμένη μέσα σε μια αμνησία όλου του νέου κόσμου.. Νομίζει κανείς πως η μνήμη μου κόλλησε στο χτες. Και τα περισσότερα νέα, αυτού του κόσμου, σαν παλιατζής τα κουβαλώ με μια καρότσα αρχαία.... Παρατείνω την έλευση του θανάτου μου για να θαυμάσω τα ερείπια, τα χαλάσματα, γυρνώ με την κόρη του ματιού ,κίτρινη και μεγάλη, να αλυχτώ σαν σκύλος σε φτηνά θεάματα, δεν θέλω, δεν θέλω, δεν θελω να με ζητάτε, όταν στα χαλάσματα αντικρίζω ότι ωραίο... Μην με αναπολείτε φίλοι μου όταν μπροστά σε έναν βασιλικό,, υψώνω το ανάστημα μου και ανθρωπεύω.. Όταν θυμάμαι τα λευκά πουλιά ,που τα λένε ουμανιστές. Να φοβάστε τους ανθρώπους που μαθαίνουν να ζουν με τα αντίγραφα ,χωρίς να αντιδρούν, ο καιρός των δολοφόνων θα αντικατασταθεί με τα φτιαγμένα πορτρέτα και τις ψυχές που δεν γνωρίζουν την ύπαρξη των κοιμητηρίων.. -Τα αντίγραφα κι οι μεταπράτες τους

Κάθε ερωτική περίσταση, συναντά δυσκολίες στην αρχή ,οταν η ντροπή καταλαμβάνει άγρια τα ανθρώπινα μέλη, χέρια με δάχτυλα ιδρωμένα, στάζει η παλάμη από την αγριότητα της διάθεσης για δόσιμο στον άλλον, αλλά οι εραστές είναι μια πολύπλοκη υπόθεση, καθώς η ντροπή παλεύει με την εγκράτεια, έτσι, καθώς η άγνωστη πύλη της περιπέτειας και της φλόγας ανοίγει και προκαλεί, τότε οι εραστές πίνουν, καπνίζουν, πίνουν, καπνίζουν, καταλήγουν να έχουν στεγνό στόμα, να χτυπάει η καρδιά τους τόσο δυνατά λες κι ένα πουλί φτεροκοπά πίσω από το στήθος τους, η ώρα γίνεται 2 την νύχτα, έπειτα σιγά σιγά φεύγει η ντροπή και αρχίζει η ώρα της εκτέλεσης, καθώς τα τόξα των ηδονών διπλώνονται ελαφρά, ετοιμοπόλεμα για να πετάξουν προς τα επάνω, καθώς τα φιλιά ανοιγοκλείνουν τις διόδους προς την τελική έξοδο, τότε ο ένας εραστής ζητά να παρατείνει την τελική παράδοση, αναστενάζει και βογκάει σαν γάτα που σκοτώνει μια άλλη, η 'ωρα έφτασε 3, τότε ακριβώς η γυναίκα που μεταμορφώθηκε σε αιλουροειδές καβαλάει τον άντρα και μπήγει στο στόμα του μια γλώσσα στιλέτο, ο άντρας ζητά την ολοκλήρωση, εκείνη σταματάει για λίγο τις σωματικές εκχυμώσεις, σηκώνεται, πίνει και καπνίζει, την ακολουθεί κι αυτός με τα μάτια κατακόκκινα από έναν ύπουλο πυρετό, πίνει, καπνίζει, σκέφτεται πως έχει σταματήσει να σκέφτεται, αναστενάζει, τότε εκείνη θα του ξαναδοθεί, η ώρα πήγε 5, αρχίζει να φαίνεται ένα ελαφρό φως της επόμενης μέρας, τότε εκείνη δεν νιώθει ανήμπορη μπροστά του, ούτε κι εκείνος, ενώνουν τα σώματα τους και λευτερώνουν φωταψίες, κομήτες γαλάζιους, κομήτες με κόκκινες ουρές, το πάθος με όλους τους χρωματισμούς του, λευτερώνει τα ανείπωτα, κάθε νέος εραστής ξεκλειδώνει και κάτι στον άλλον, τότε φάλαινες και δελφίνια κολυμπούν δίπλα τους, καθώς το κρεβάτι τους 6 το πρωί έχει γίνει ένας παγκόσμιος χάρτης, με αφετηρία τα κορμιά τους, θα δονηθούν σε μια αόρατη μουσική, σε μια αόριστη οριστική, σε έναν ενεστώτα που παλεύει με τον μέλλοντα, θα δονηθούν σε μια άλλη ατμόσφαιρα, έπειτα καθώς αποβάλλουν την κτηνώδη δύναμη που έρχεται από τους λαγόνες και τινάζει τα δάχτυλα, τινάζει τα άκρα με μυρμηγκιάσματα και λάβα, τότε σαν ενωμένοι τοξοβόλες τινάζουν τα φύλα τους στον ουρανό, κι εκεί τώρα οι φάλαινες και τα δελφίνια πετούν δίπλα τους στον ουρανό, ο ουρανός ενώθηκε με την γη κι η ώρα σπάει, καταργείται η έννοια του χρόνου, οι εραστές τότε, καθώς ξεκολλούν ο ένας από τον άλλον αναρωτιούνται αν θα ξανασυναντηθούν, καθώς αυτό το ρωτάνε ταυτόχρονα ένας αετός πετάει ξυστά από το κεφάλι τους, είναι η φλόγα τους, η δύναμη τους ,που έγινε πετούμενο και πέταξε μακριά τους... Μα κάτι άλλο βρίσκεται στην θέση της, μια γλυκύτητα κι ένα θάμπος για τον κόσμο, όλα γυαλίζουν σαν χρυσάφι... {Η αναπαράσταση των εραστών σε σμίκρυνση

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2015


Αγαπημένε μου Ζυλιέν, δεν σου γράφω χωρίς συγκίνηση, σου γράφω με μια ένταση που σμίγει με την ένταση του ανέμου, ο Νοτιάς θερίζει τις κεραίες των τηλεοράσεων και τα φύλλα των δέντρων έχουν κάνει ένα κίτρινο χαλί στα πεζοδρόμια. ________ Αγαπημένε μου, είναι φανερό πια, πως ήρθες από την θάλασσα, ξέρω να ξεχωρίζω ,μετά από τόσες καταδύσεις ,τους αλιευτές και τους κολυμβητές καθώς και την ύλη των ανθρώπων. Θέλω πολλά να σου πω Ζυλιέν, λένε πως όσο περισσότερα βλέπουν τα μάτια μας ,τόσο περισσότερο κινδυνεύουν να ξεραθούν και να κοιτάζουν χωρίς να βλέπουν ,επηρεασμένα από τον φανατισμό της εμπειρίας. Κι όμως! Συγκινούμαι βαθύτατα καθώς διακρίνω πως εσύ δεν κινδυνεύεις από αυτό αλλά και δεν κινδύνεψες . -------------- Ζυλιέν, ψηλαφίζω το ανάγλυφο σχήμα σου, μέχρι να σε μάθω, δεν θέλω να υποκύψω πρόωρα σαν αυτούς που θέλουν οπωσδήποτε να ερωτευτούν και να αγαπήσουν και προσδίδουν τα χαρακτηριστικά, όσων ιδιοτήτων επιθυμούν ,επάνω σε άγνωστα πρόσωπα, αυτό είναι μια υπαρξιακή αγωνία με απόλυτα Ναρκισσιστικές εκβολές και καταλήγει πάντα ΄σε μια αρένα με θύτες και θύματα, έχω δεκάδες ιστορίες να σου πω γύρω από αυτά. Και δεν δικαιολογώ εύκολα αυτήν την τάση γιατί έχει μια εξευτελιστική προδιάθεση για έναν εγωισμό που δεν αξίζει να υπάρχει, διότι σέρνεται. Δεν έχει ύψος, εξάλλου όπως έλεγε ο αγαπημένος ποιητής το ανάστημα αρχίζει μετά το κεφάλι, από τα πόδια ως το κεφάλι είναι το ύψος του ανθρώπου. Κι εμένα, αγαπημένε μου Ζυλιέν , όλη μου η ζωή είναι η εξεύρεση αυτού του αναστήματος..σε μένα και στους άλλους.. ------------- Ζυλιέν, ανατριχιάζω καθώς βλέπω ,πως έχεις όλα αυτά ,που αποδεικνύουν πως έχεις αυτό το ανάστημα, δάκρυα τσουλάνε μαλακά στο δέρμα μου στην σκέψη. Δεν υπάρχει η ανάγκη ενός Lover Man που τραγουδούσε η Μπίλι, υπάρχει η ανάγκη να ξεκινούμε και να καταλήγουμε στην θάλασσα. Από εκεί που πρωτοήρθαμε Ζυλιέν, αγάπη μου, εκεί να ξαναβρεθούμε, σε ένα δωμάτιο γεμάτο θάλασσα, εκεί σε ένα Jam session η Μπίλι θα έχει ξαναβάψει κόκκινο το εφηβαίο της και θα τραγουδάει για εμάς,,, Εκεί θα σου χορεύω με τις βελούδινες μπότες των 70ς και θα βγάζω χρώματα από το στόμα και φωτιές. ------------ Αγαπημένε μου, κάποτε οι <> έπαιρναν ηρωίνη για να την παλέψουν, τώρα δεν υπάρχουν παρά ελάχιστοι από αυτούς και το ναρκωτικό που σε ταξιδεύει είναι η λήθη. Αυτήν φοβάμαι αγάπη μου, γι αυτό δονούμαι από την συγκίνηση καθώς μου θυμίζεις από ποια υλικά είναι φτιαγμένος στην πραγματικότητα ο άνθρωπος. Αυτό που κινδυνεύει να ξεχαστεί 'αμεσα... Δεν θέλω έναν άδειο κόσμο, ομως γι αυτό θα μου επιτρέψεις να μην σε μεταφέρω, ούτε να σε κοινωνήσω σε αυτόν, έτσι κι αλλιώς εντελώς υποκριτικά αυτός ο κόσμος μας περιβάλλει άσχετα αν δεν μας έχει καταπιεί το κήτος στην κοιλιά του. ----------- Καταλαβαίνεις άραγε τώρα; Γιατί όταν μου λες <<όταν θες εσύ ,γίνεσαι το πιό γλυκό κορίτσι στον κόσμο>> εγώ ξέρω πως δεν αφήνομαι πλήρως σε αυτό, δεν μπορώ να είμαι τόσο συχνά ο γλυκός εαυτός μου ώσπου να πειστώ πως είσαι αυτό που δείχνεις; Η θάλασσα με το ανάστημα.. Παλεύω Ζυλιέν. Να αφήσω την αλήθεια να φανεί μόνη της... Και θα φανεί αγαπημένε μου, έχω δει αρκετούς καταραμένους -που τώρα δεν υπάρχουν πια- να ζουν τόσο καταραμένα που αγιοποιήθηκαν, αυτή η στάχτη τους λοιπόν θα γυρνά μέσα μου και θα βοηθήσει κι αυτή να φανεί αυτό που υπάρχει.. Να μπορώ να σου πω <<σε αγαπώ>> και να έχω ξεχάσει κάθε κλόουν του έρωτα που έχω γνωρίσει, ή, συνομιλήσει. Γιατί αυτοί οι κλόουν ,ακόμη κι αν δεν μας νίκησαν σε μια παράσταση τους ,κάτι μας άφησαν...την επιφύλαξη για την ανθρώπινη περιπέτεια.. ---------- ΖΥλιέν; Σου υπόσχομαι πως μια μέρα θα γράψω την βιογραφία μας.. Ως τότε, άσε με να σε ψηλαφίζω και να ανιχνεύω την ύπαρξη σου με αυτήν την ένταση που διαθέτω. Είσαι από τους λίγους που δεν με φοβούνται... -Η μαγεία η αυταπόδεικτη της ύπαρξης

To ποτάμι που μας ενώνει, είναι το ίδιο που μας χωρίζει Παγωμένη φωτιά ,όταν σε χαιρετώ κι όταν έρχομαι και σε βρίσκω Η χώρα των ονείρων ,αστράφτει για εμάς Το πάθος έχει κάθε λόγο να υπάρχει Θα χρειαστεί να διαπεραστώ από την φλόγα σου για να ακουμπήσω τον θάνατο, όπως γίνεται πάντα στον έρωτα Μα εσύ ξεχωρίζεις, σαν βρέφος που ζητά το βυζί της μάνας του, έτσι ζητάς τον κόσμο, ευγενής, ανυπάκουος κι ωραίος, όπως τα άνθη, που δεν μπορεί το ανθρώπινο χέρι να κόψει <<Είμαι ευτυχισμένος κάθε ημέρα με αυτά που έχω>>, λες ,όταν σου εύχομαι κομψά, κάθε ευτυχία, για να φύγω Γιατί συνηθίζω να φεύγω.. Από μια κατάρα ,λες κι έχω μολυνθεί. Και μέσα στο χάος μου, ξεχωρίζω το μαύρο βλέμμα σου, έλα, σαν να μου λένε τα μάτια σου, δεν θα διαλυθείς απλώς μαζί μου, μπορείς να πεθάνεις. Αυτό ζητώ, δεν υπήρξα φυγάς στην ζωή και τον θάνατο Θα σε ακολουθήσω {Η παράξενη έλευση

Ας πούμε πως εσένα σε λένε Ζυλιέν κι εμένα Αντιγόνη. Ας πούμε πως έχουμε ραντεβού στην αιώνια πόλη,του φωτός,, θα πίναμε κρασί κόκκινο και θα ανεβαίναμε στον λόφο της Μονμάρτης, κάπου εκεί θα χαιρετούσαμε συμβολικά το σπίτι που έμενε για λίγο η Εντιθ , το σπουργίτι με την εύθραστη τύχη, την ίδια τύχη που είχε το βελούδο που ονομαζόταν Μπίλι, μια εύθραστη τύχη. Φυσικά εσύ, θα με είχες αγκαλιά και θα βαδίζαμε μεθυσμένοι έξω από τα μπιστρό με τα όστρακα της θαλάσσης, εκεί ακριβώς θα επέμενες πως η τύχη είναι το αποτέλεσμα του χαρακτήρα μας κι όχι κάτι μοιραίο. Κι εγώ αγαπημένε μου θα επέμενα πως είναι κι αυτό που λες ,αλλά είναι κι αυτό που υποστηρίζω κι εγώ. Πως αν δεν έπεφτε το αεροπλάνο με τον αγαπημένο της Εντίθ, εκείνη ίσως να είχε μια άλλη πορεία και πάντως αυτό θα μπορούσε να μην είχε συμβεί, αν ο αγαπημένος της έπαιρνε το επόμενο αεροπλάνο για να της κάνει έκπληξη. Κι αν η Μπίλι δεν τύχαινε να μένει δίπλα σε εκείνο το κτήνος και δεν ήταν μόνη της στο σπίτι ,δεν θα είχε βιαστεί από αυτόν στα 11, γιατί ίσως, αν ερχόταν η μητέρα της στο σπίτι πιό νωρίς ,αυτός ο βιασμός δεν θα είχε συμβεί και δεν θα βίαζε η Μπίλι τον εαυτό της διαλέγοντας άντρες που για να της προσφέρουν την ηδονή την χτυπούσαν , γιατί έτσι η Μπίλι μαστιγωνόταν για να τιμωρήσει το εγώ της πνιγμένη από τις ενοχές που θα έπρεπε να έχουν άλλοι.. Κι έτσι αγαπημένε μου Ζυλιέν αγκαλιά εδώ, να πίνουμε το κρασί μας, θα σου πω πόσο λατρεύω τα εύθραστα πλάσματα, τους μοιραίους, τους εξαντλημένους των ηδονών, τις πόρνες με τα βελούδινα πέδιλα, τους τραγικούς τελικά ανθρώπους. Κι εσύ θα βγαίνεις έξω στην πόλη σου αντιδρώντας στα μέτρα προστασίας του πολίτη ακούγοντας το Ιμάτζιν και θα ξεχνάς πως είσαι κι εσύ τραγικό πρόσωπο, άσχετα αν δεν έτυχε να σε χτυπήσουν οι τρομοκράτες. Κι εγώ θα σε αγαπώ Ζυλιέν, χωρίς να σε ξέρω, γιατί δεν μπορείς να εξηγήσεις τι έχει συμβεί. Ε'ΙΜΑΣΤΕ άτυχοι Ζυλιέν, θα ζήσουμε όλην την φρίκη που κατέγραψε ο Ντοστογιέφσκι για την βρόμικη ψυχή του ανθρώπου. Είναι αυτή ακριβώς η χρονική στιγμή που σπάει η χολή και χύνει δηλητήρια. Αγάπα με Ζυλιέν, ας μην χαθούμε έτσι , πρόωρα.... Αλλιώς θα έχουμε ηττηθεί, θα έχουμε στερήσει από τον εαυτό μας την ευκαιρία να σαλπίσουμε μια φωνή ενάντια στο πραγματικό κακό.. Γιατί μην ακούς τους κομψούς γραφιάδες αγάπη μου που λένε πως δεν υπάρχει κακό , αυτό υπάρχει κι είναι βαθιά μέσα μας, είναι η δύναμη να εξουσιάζουμε τους άλλους κι η ηδονή που χύνεται άφθονη, καθώς μπορούμε να σπείρουμε θάνατο. Όλοι μας, είμαστε εν δυνάμει, κτήνη, φίλα με Ζυλιέν, αυτός ο κόσμος δεν μπορεί παρά να γίνει μια έρημος χωρίς την αγάπη... -Παρίσι Αθήνα και λοιποί χωρίς την γνώση της τελικής ήττας

Καθώς το χαρτί σιωπά, οι λέξεις παίρνουν ύψος, βάζει στην άκρη όλα αυτά ,που μαγαρίστηκαν στον χρόνο, μα ωθούνται από μια περίεργη δόνηση, έρχονται και παλεύουν μέσα της, για να ξεριζωθούν από την βάση τους. Είναι στιγμές, που το να ξεριζώνεις, είναι δυσκολότερο από το να φυτέψεις. Ένα λουλούδι, μια σφαίρα, μια λύπη, μια εικόνα. Μια ανύποπτη γυναίκα, περπατάει ανάμεσα στα χαλάσματα. Όλα αυτά που γράφεις, αντί να της τα λες δια ζώσης, αυτά περιγράφουν δράματα, τα δράματα παίρνουν ζωή όσο εσύ δεν ξεριζώνεις την σφαίρα, την λύπη, την εικόνα. Όσο επιτρέπεις να υπάρχουν χαλάσματα.. Είναι φορές που χρειάζεται να αφήσεις το χαρτί και το μολύβι και να αρχίσεις να βλέπεις πίσω από τα μάτια, πίσω από τις λέξεις. Οι λέξεις έχουν μια διάδραση που δεν κρατάει πολύ. Στα χαλάσματα κρύβονται τα μυστικά κι η διάρκεια... Ο αστράγαλος μας λέει πολλά, το ίδιο κι ο καρπός μας.. Και στα μάτια είναι τα αντίγραφα όσων ζήσαμε, ποιος αντέχει να τα κοιτάξει πραγματικά; {Το μόνιτορ της ανησυχίας

Είσαι πραγματικά λυπημένος, όταν βλέπεις στον ουρανό, να αντανακλάται η εικόνα μιας άδειας γης, τότε, με διαβολικό θάρρος, να πεις, εγώ τέλειωσα με τον κόσμο αυτόν, θα ανοίξω τώρα έναν άλλον, θα μπω και να χορέψω μέσα του σαν να ελευθέρωναν τα πόδια μου φωτιές..κι ας μείνω να χορεύω εγώ μονάχα με τον εαυτό μου, σκατόψυχος αυτός που δεν μπορεί με την σκιά του να βρεθεί και να χορέψει την λύπη του..

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015


Στέκεται αναποφάσιστη στο σταυροδρόμι, έχει τα χέρια στις τσέπες. Διαρκώς αναποφάσιστη, έτσι θέλει, η αποφασιστικότητα έχει προφάσεις και προθέσεις. Δεν είναι έτσι αυτή. ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ γρήγορα, κάπως αδέξια. Κοιτάζει γύρω, τον σκέφτεται, τι να σκέφτεται; Σκέφτεται τον κόσμο των γουρουνιών που κρύβονται πίσω από ένα κολιέ με διαμάντια,_ ξέρω, κλισέ-. Αυτός δεν είναι έτσι, ωχ, σκέφτεται ,κατάφαση. Δεν είναι έτσι αυτή, δεν ζει από τις καταφάσεις, από τις αρνήσεις, έζησε. Με αυτές τάισε τα φτερά της. Τον σκέφτεται. Τα πόδια της πίσω στη φτέρνα καίνε. Όλα ζεστοί, μικροί αποχαιρετισμοί, ναι ξέρει, αυτή τους ξέρει. Και ξέρει πως κι αυτός τους ξέρει. Αυτός. Αυτή. Εκείνοι. Οι άνθρωποι. Αυτός ο φριχτός, αυτός ο υπέροχος κόσμος, όλα αυτά κι εκείνα, αυτά που κατοικούν κάτω από τα βλέφαρα. Καίγεται για την ζωή. Η ζωη την καίει, την έχει κάψει, όχι, έτσι έπρεπε να γίνει, για να μάθει να φοράει φτερά, για να μπορεί να φεύγει, να πετάει, να πιστεύει στιγμές στιγμές πως είναι ελεύθερη. Τρομερή γοητεία οι πτήσεις. Και αυτά που δεν λέμε. Περπατάει σιγά τώρα. Κοιτάζει γύρω της, σαν να περπατάει μαζί της. Ποιος ; Εκείνος. Αυτός που της μιλάει για άλλους κόσμους. όχι, δεν θα σου μιλήσω για αυτά που της λέει. Δεν είναι έτσι αυτή. Αυτή λέει,( όποιος κομπάζεται, είναι μέτριος), δεν της αρέσει η μετριότητα κι ας ξέρει πως είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αυτήν. Δεν είναι έτσι αυτή. Δεν είναι έτσι αυτός. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Περπατάει χαμογελώντας. Φεύγει... -Εικόνες- υγ. αφιερωμένο

Συναντήθηκαν σε ένα μαύρο δωμάτιο, μπήκανε μέσα και γλύστρισαν σαν λουρίδες χρωμάτων. Εκείνος από νωρίς θέλησε να την κατακτήσει ερωτικά, έγινε σάτυρος με προτεταμένο στόμα κι όλο ζητούσε, ζητούσε, (φίλα με, άσε με σε αγγίξω, άσε με να πάρω την μυρωδιά σου με το στόμα μου), εκείνη νευρίασε αλλά δεν τον φοβήθηκε ακόμη κι όταν αυτός ήρθε με ορμή επάνω της. Έγινε η γυναίκα της Δύσης, του ζήτησε να της μιλήσει, να πει την ιστορία του. Έπιναν κρασί και μύριζαν ο ένας τον άλλον πίσω από τις λέξεις και την οσμή. Τον σταματούσε με τον τρόπο της. Εκείνος της έλεγε πως γεννήθηκε στα χαλάσματα, αυτό που της περιέγραφε για την ΄΄υπαρξη του μετά, καθώς μεγάλωνε, ήταν μια οπτική αυτοδημιουργίας, θέληση για την ζωή , αλητεία ,πείσμα και όρεξη για δημιουργία και τέχνη. (Η τέχνη είναι ο μόνος τρόπος να αφήσει ο άνθρωπος το ίχνος του στην γη), της είπε πίσω από το αυτί. Την χαίδευε σαν να κρατούσε ένα φτερό, ωστόσο ,στιγμές στιγμές γινόταν ανελέητα διεκδικητικός. Όμως εκείνη είχε μια δική της ιεροτελεστία που κανένα αρσενικό δεν ξέχασε περνώντας από την ζωή της. Έγινε μια γκέισα, φερμένη από το χώμα και το νερό. Πήρε αυτά τα υλικά και φύσηξε την φωτιά της. Άρχισε να του κάνει μασαζ στην πλάτη και στο κεφάλι. Έπαιρνε όλο το άρωμα του και το μύριζε. Έλεγε μέσα της καθώς προσπαθούσε να τον απαλύνει, -καθώς ήθελε να του ανακόψει την σεξουαλική ορμή χωρίς να του κάνει κακό-, έλεγε μέσα της καθώς διέταζε τα δεκα της δ'αχτυλα να μεταφέρουν ηρεμία και απαλοσύνη, έλεγε μέσα της ακούγοντας μια ντραμς να χτυπιέται μέσα στο κεφάλι της, όλα είναι ζωή και θάνατος, σε αυτά θα εξαντληθούμε, έλεγε μέσα της, στα χέρια μου έχω έναν διαθέσιμο εραστή, όμως θα τον κάνω άντρα γινόμενη γυναίκα, έλεγε μέσα της ακούγοντας στο κεφάλι της μια ντραμς , όλα είναι έρωτας, θα μάθεις τι είναι έρωτας, έρωτας δεν είναι μονάχα αυτό το δαιμόνιο που ζητάει το φύλο να τρυπήσει, καθώς του ε΄κανε μασαζ στο πρόσωπο πια, αυτός την κοιτούσε στα μάτια, μάτια ανάποδα καθώς αυτή τον κοιτούσε από επάνω του, (θέλω να τελειώσω κοτάζοντας σε), της είπε, ςςςςςςςς, του είπε αυτή ,η γκέισα από χώμα και νερό, άρχισε τότε να σκορπίζει τα υλικά της μαζί με την φωτιά γύρω του σαν να σχημάτιζε μια αύρα... Θα γευτείς όλα τα φιλιά τώρα, του είπε και αυτός έγειρε επάνω της με ε΄ξαψη, υπάρχουν πολλά φιλιά, στρογγυλά, βαθιά, ευθεία, άκαμπτα, φιλιά σαν κόκκινα λιβάδια, φιλιά τζαζ, φιλιά λαικά, υπάρχουν άπειρα φιλιά, (δείξε μου), της είπε και η ερωτική του φωνή την τρύπησε στο στέρνο, τον φίλησε, του άφησε στο στόμα μονάχα μια μικρή ομάδα φιλιών, δόντια, γλώσσα, στόμα χωρίς πολλά σάλια. Έπειτα έξω από το μαύρο δωμάτιο τσούλησε στον ουρανό ένα ολοκόκκινο φεγγάρι. (Είσαι παράξενη , δεν έχω συναντήσει άλλη γυναίκα σαν κι εσένα), της είπε, απόλυτα αρρενωπός και σαν έφηβος, συνέχισε, (μακάρι να μπορούσα να σου χαρίσω λίγη ευτυχία και χαρά). (Αυτό είναι μεγάλη κουβέντα, ας αποφύγουμε τις μεγάλες κουβέντες, συνήθως είναι ψευδείς και ματαιόδοξες), του είπε και του άφησε ένα απαλό φιλί στα χείλη. Καθώς περνούσε την λεωφόρο, άκουσε από ένα ταξί ένα τραγούδι από αυτά που την ματώνανε, τα κόκκινα φανάρια, λίγο αίμα φώλιασε στην καρδιά της και μετλα ξεχύθηκε παντού μέσα της. Θα τον ξανασυναντούσε , είχε κάτι κοινό μαζί του αλλά δεν το ήξερε, απλά το ένιωθε... Επιπλέον περπατούσε κι ένιωθε σαν να είχε κάνει έρωτα μια ολόκληρη ημέρα, αλλά αυτό οι άντρες δεν το καταλαβαίνουν, σκέφτηκε και χαμογέλασε, όχι με πίκρα, έτσι σαν μισό χαμόγελο. Συνέχισε να περπατάει, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που είναι ανοιχτοί σκέφτηκε, για φαντάσου, ΣΦίχτηκε μέσα στο ΄βελούδινο μαύρο παλτό της και συνέχισε να προχωράει.. -Ερωτική φρενίτιδα, με παύσεις ροδόνερου

Για πολλά χρόνια ,μπέρδευα τον πόθο με την αγάπη, ήταν που η μητέρα δούλευε από το πρωί ως το βράδυ, έτσι από την πρώτη δημοτικού γύριζα μόνη μου στο σπίτι, άφηνα την σάκα και άνοιγα την πόρτα κι έφευγα. Αυτό είχε σαν συνέπεια να κρυφακούω πίσω από τα κλειστά παντζούρια φωνές και ψιθύρους, να βλέπω μεσημεριάτικους εναγκαλισμούς και θωπείες υψίστης ερωτικής διαδικασίας εν εξελίξει στην Φωκίωνος Νέγρη, ερωτικές γραμμές που μπερδεύονταν στην δική μας τηλεφωνική γραμμή, παρατηρήσεις στις οικογενειακές συγκεντρώσεις και διαπιστώσεις περί της αποδοχής μου πως ο πατέρας θα έλειπε πάντα μακριά κι εγώ θα ήμουν μόνη μου. Ήξερα πως ο πατέρας έπινε, -όταν πήγε στο νησί όμως, σταμάτησε μετά από χρόνια-, εξάλλου εκείνη την βροχερή νύχτα που μάζεψε την βαλίτσα του , μου έλεγε πιωμένος να βάζω συνέχεια στο γραμμόφωνο το <<βρέχει φωτιά στην στράτα μου>>, έκλαιγε ρημαγμένος στην καρέκλα, έκλαιγα κι εγώ μαζί του, ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών, αλλά με τραυμάτιζε το γεγονός πως η μητέρα του είπε να φύγει, αυτός μου περιέγραφε πόσο την αγαπούσε, τα δάκρυα του ίσως να μούσκεψαν το γραμμόφωνο, αλλά το σίγουρο είναι πως ακόμη θυμάμαι την πόρτα να κλείνει πίσω του. Τότε, αντιπάθησα βαθιά την μητέρα κι όσους μισούσαν αυτούς που έπιναν, δεν με εξυπηρετούσε να θυμάμαι πως εκείνη είχε κάνει πολλές απόπειρες να τον βοηθήσει να ξεκόψει, όμως ας μείνουμε σε αυτό. Την στιγμή που έκλεισε εκείνη η πόρτα το μαξιλάρι μου βούλιαξε στα δάκρυα, του έδωσα ένα όνομα και του ψιθύριζα τον πόνο που με έτρωγε, τα καλοκαίρια που έβρισκα τον πατέρα ξεχνούσα αυτόν τον πόνο και δημιουργούσα άλλον, η δίψα του πατέρα για την μητέρα δεν ήταν μεταδοτική.. ΌΜως όσο η μητέρα εργαζόταν από το πρωί ως το βράδυ είχα όλη την ελευθερία να γυρίζω μόνη σε όλη την Κυψέλη και να παρατηρώ σχηματίζοντας ιστορίες. Όταν βαριόμουν, -μέναμε τότε σε ένα υπόγειο-, ερχόμουν σπίτι και έριχνα στην αυλή τις κούκλες μου επάνω σε μια κουρελού και έφτιαχνα ιστορίες. Οι κούκλες μιλούσαν για έρωτες και πάθη, για μίσος και αγάπη, ιερουργούσαμε μαζί στον δικό μας μυστικό δείπνο, πότε πότε σκουπίδια έπεφταν επάνω μου από κάποια απρόσεχτη συγκάτοικο που τίναζε το χαλί της από τα ψηλά δίχως να με προσέξει, -αχ, το καημένο δεν προσέχεις-, της είπε η διπλανή γειτόνισσα στην δράστη, -καημένο είστε εσείς-, της είπα με όση περιφρόνηση διέθετα και συνέχισα να παίζω. Πότε πότε κοίταζα ψηλά τον ουρανό, παρατηρούσα πόσο μακριά ήταν από την αυλή μου και πότε θα σουρούπωνε ώστε να μαζέψω τα πράγματα μου μέσα και να κάνω πως διαβάζω όταν επέστρεφε η μητέρα σπίτι.. Μεγάλωσα μόνη μου, σαν αγρίμι, χρωστάω όμως σε αυτήν την γυναίκα που υπήρξε μια καλλονή της εποχής, την αγάπη μου στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί για την μόρφωση και τι αποτελεί αυτήν την λέξη, τώρα ξέρω τις απαντήσεις. Πως μια γυναίκα που δεν είχε τελειώσει το Δημοτικό κι αυτό το έφερε βαρέως λες και θα μπορούσε, μια γυναίκα που δούλευε από 10 χρονών, είχε όλη την διάθεση να πηγαίνουμε σε παραστάσεις όση κούραση κι αν κρατούσε ήταν ένα φως στην μαυρίλα μου, μεγάλο φως και ανακούφιση. Με την φαντασία μου πήγαινα παντού, παρατηρούσα σαν τηλεσκόπιο υποβρυχίου τα πάντα και τα κατέγραφα, έτσι αναδυόμουν και καταδυόμουν με ευκολία σε κόσμους μαγικούς. Αλλά για χρόνια μπέρδευα την αγάπη με τον πόθο. Έτσι ήταν να γίνει, αυτό το μπέρδεμα ήταν επίσης μια κινητήρια δύναμη που με έσπρωξε στην λογοτεχνία, ο πατέρας της λογοτεχνίας μου ξεδιάλυνε πολλά από αυτό.. Κι αργότερα η ίδια η ζωή. Μεγάλωσα σχεδόν μόνη, σαν αγρίμι και σαν χαμίνι που η μητέρα έντυνε με πριγκιπικά ρούχα και παπούτσια από τον Μούγερ, μου μάθαινε τον πληθυντικό και πηγαίναμε σε πλούσια σπίτια όπου εκείνη φύλαγε τα παιδιά, τα παιδιά που αργότερα μάζευα στο δωμάτιο τους και τους έπαιζα θέατρο στα πάρτυ , ώρες πολλές, τόσες ώστε οι άλλες μητέρες να τα αναζητήσουν και να εκπλαγούν από το <<ταλέντο>> μου να τα κρατώ σιωπηλά και έκθαμβα. Τότε ήταν που ήθελα να γίνω ηθοποιός.. Η ζωή είναι σκαλοπάτια, τα κατεβαινεις και πας στην άβυσσο και μαθαίνεις τις δυνάμεις σου, τα ανεβαίνεις και φτάνεις στον ήλιο, εκεί που η αρμονία κι η ομορφιά είναι μέρος της ζωής σου.. Σε λίγο θα έχω ανεβοκατέβει 51 σκαλοπάτια, δεν ήταν εύκολα, τίποτε δεν είναι εύκολο.. Το <<παιχνίδι>> συνεχίζεται κι ελπίζω να συνεχιστεί για πολύ.. Υπάρχουν λίγα πράγματα που θυμάμαι σαν να τα ζω. Ένα από αυτά ήταν ο πόνος του πατέρα εκείνο το βροχερό βράδυ κι εκείνο το τραγούδι, ο κρότος μέσα μου που έγινε πόνος από την φυγή του.. Η αγάπη που υπάρχει τώρα στην μαμά μου που είναι σαν κυκλάμινα που διέρχονται από κάποιο μονοπάτι. Υπάρχουν κι άλλα αρκετά, αλλά το τραγούδι που μου είπε ο πρίγκιπας στην τουαλέτα στο Πρόμπλεμ είναι η μόνη αλήθεια, (όσο υπάρχει το παιδί, υπάρχει η ελπίδα), αυτό είναι που ξεκαθαρίζει πολλά.. Δεν μετάνιωσα που μεγάλωσα μόνη , εννοώ δεν θα το άλλαζα, αυτό που ήθελα να μπορούσα να αλλάξω ήταν άλλο.. Κι αυτό θα μείνει μεταξύ εμένα και του εαυτού μου.. -Τα 51 σκαλοπάτια- υγ, σε όσους κι ότι αγαπώ

Υπάρχει η γνωστή κινούμενη άμμος, υπάρχει μια αποικία από όσα ξέρεις, γεγονότα που χρειάστηκε να τα αντιμετωπίσεις σαν κάποιο μυθικό ζώο για να αντέξεις στην δίνη τους, ακόμη υπάρχουν οι ηλιόλουστες ημέρες κι η ζέστη τους στα μάτια και την πλάτη σου, φλούδες από κόκκινο παραμερίζουν για να περάσεις βιαστικά από δίπλα τους, μα και τόσα χρώματα παραμονεύουν για να ζεις μαζί τους, ανάμεσα στα ρήματα θέλω και επιθυμώ διαλέγεις το δεύτερο, είναι ρήματα που προσδιορίζουν αν είσαι επιθετικός παίκτης ή όχι, είναι πράξεις που με τρόπο απόλυτο καθορίζουν το στίγμα σου εδώ, ένα όμως να είναι ίσως το κυρίαρχο , να απολαύσεις δυνατά ετούτο το κρεσέντο, να το απολαύσεις με όλους τους πιθανούς τρόπους εκτός από αυτόν, μισείς αυτό που λέγεται μικρότητα, αυτό που λέγεται μικρότητα, γιατί η μικρότητα είναι ατέλειωτες πολεμικές διαθέσεις μαζεμένες σαν πέτρες που καταλαμβάνουν όλα τα μαλακά σπλάχνα του ανθρώπου... {.....}

Σηκώθηκες κι έφτιαξες καφέ γλυκό με γάλα, σκέφτηκες πως καμιά βιογραφία δεν ανταποκρίνεται στο θέμα της ζωής. Κι όμως πολλές φορές την χρειάστηκες για να φτιάξεις στην ψυχή σου το πλήρες πορτρέτο κάποιου δημιουργού. Μετά αναρωτήθηκες για τα κενά της μνήμης, θέλω απλά να πω πόσες βιογραφίες θα χρειάζονταν για να καλύψουν αυτά τα κενά. Καθάρισες με συνοπτικές διαδικασίες κάτι από τον σωρό των παλιών αντικειμένων, πολλά από αυτά δεν θυμόσουν καν πως βρέθηκαν στα χέρια σου... Ο ήλιος έχει μια πικρόχολη διάθεση, σκέφτηκες.. Όλο σκέφτεσαι..όλο σκέφτεσαι, οι ελαιώνες είναι μακριά κι οι χορευτές κουράστηκαν να τους διασχίζουν χορεύοντας. Είσαι ένα τίποτε μέσα στο όλον. Θες να γίνεις ζεν, θες να γίνεις ζεν, όμως αυτό δεν είναι εύκολο, όπως επίσης δεν είναι εύκολος ο ορισμός σου. Τίποτε δεν είναι εύκολο κατά την ενηλικίωση, τίποτε δεν είναι εύκολο οταν κοιτάς στον καθρέφτη, αλήθεια , έχεις αναρωτηθεί πόσους εαυτούς εξοντώνεις όταν τους κοιτάζεις; Και πόσοι από αυτούς σε εξοντώνουν; Σκέφτεσαι πόσο αγαπάς τους ιχνευτές των παθών. Αυτοί άραγε σε αγαπούν; Και τι θα άλλαζε αν σε αγαπούσαν ή δεν σε αγαπούσαν; Τίποτε. Θα σου πω εγώ τώρα τι συμβαίνει, ο κόσμος του χτες σφυρίζει αδιάφορα κι αυτό σε εκνευρίζει ολοκληρωτικά. Άκου, κάποτε πρέπει να μιλήσουμε εμείς οι δυό... Εσύ, στον καθρέφτη, όχι εσύ, ο άλλος, όχι αυτός, ο άλλος πίσω σου, όχι αυτός, ο άλλος, ναι, αυτός που καπνίζει σύννεφα, κάποτε χρειάζεται να επανέλθεις φίλε, να τα πούμε στην στρατόσφαιρα.. { Η εκλεκτικότητα της αδιαφορίας }

Σήμερα ξύπνησα μετά από καιρό, ξανά, λυπημένη. Όταν βγήκα έξω στην πόλη, που παραπατούσε, από τον πολύ ήλιο ,ένιωσα έναν ψυχρό ίλιγγο. Σκέφτηκα για λίγο πως θα ζωγράφιζα την λύπη, η λύπη για εμένα, είναι σαν ένα μικρό νεκρό πουλί με την καρδιά του έξω, χυμένη σαν αίμα, επάνω στο χέρι μου... Πήγα στο βιβλιοπωλείο κι αγόρασα τρείς μεταφράσεις που με κοιτούσαν με ζωηρούς οφθαλμούς.. Στον δρόμο, με τα φανάρια και τα μπερδεμένα δέντρα από την θερμοκρασία, με τους πεζούς να πασχίζουν να ζήσουν αδιάφορα, θυμήθηκα τον Σαχτούρη, καθώς τον θυμήθηκα, δάκρυα στόλισαν τα μάγουλα μου. Και τα μαλλιά μου, παραμέρισαν, για να περάσουν ανάμεσα τους. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, σκέφτηκα , είναι θαύμα να μπορείς να κλαις για κάτι άλλο, εκτός των <<πεσμένων ερώτων>>. Γιατί στα μάτια μου, ο Σαχτούρης δεν υπήρξε ποτέ, ένας <<πεσμένος έρωτας>>.. {Στο κοτσύφι ,του Σαχτούρη}

To έρεβος μοιράζει την τράπουλα, το χαρτί του θανάτου το έλαβε ο αποστολέας του θεού, πηχτός έβενος τα μάτια του, μαχαίρι η καρδιά του, σηκώνει το χέρι του και ρίχνει θάνατο, στο πλήθος, αιματοβαμμένοι αθώοι πληρώνουν τις πληγές του Φαραώ, των θεών που παίζουν τον πλανήτη στα δάχτυλα σαν να είναι ο καβάλος τους σηκωμένος, φαλλός έτοιμος για σπέρμα και αίμα, το αφιόνι του αιώνα το μοιράζει μια μοιραία αλεπού, λέει, <<λάβετε, φάγετε, αυτό θα είναι το τίμημα της δόξας σας στον άλλον κόσμο>>, και τότε ο αιώνιος όφις πιστά κροταλίζει τα τύμπανα του πολέμου, βλέπω γύρω μου φωτιές, παιδιά που δεν προλαβαίνουν να μεγαλώσουν, αισθάνομαι από χτες το μεσημέρι, πως κάτι κακό θα συμβεί και κλαίω στην ανάμνηση του Σαχτούρη, όλη μέρα περίμενα σαν ένα ζώο που γνωρίζει πως θα σφαγιαστεί ο διπλανός του, καίω τις προσευχές, καίω τα δάκρυα της Ευρώπης μήπως γίνουν καπνός και δακρύσουν τα μάτια των υπεύθυνων, όλοι είναι υπεύθυνοι για το αίμα, τα κελιά, τις κλειστές πόρτες των συνόρων, την επιφυλακή της αδρεναλίνης, τις επισκέψεις στους ψυχολόγους, τα νεκροταφεία που χτίζονται στον υγρό κόσμο, όλοι είναι υπεύθυνοι, μαζί τους κι εγώ που αντέχω ακόμη να ζω σε αυτόν τον κόσμο σαν να είναι μια στοιχειωμένη ζωή, χωρίς ανάσα να ζούμε και να περιμένουμε τώρα ,ποιο θα είναι το επόμενο χτύπημα, σαν αρχαία Ελληνική τραγωδία ,που αυτοί που μπορούν να αποφύγουν την έχουν γραμμένη στα αρχίδια τους, που αυτοί που μπορούν να την αποφύγουν έχουν κηρύξει πόλεμο ουσιαστικά με τα παιδιά τους, σαν την Σαλώμη θα φέρουν το κεφάλι των παιδιών τους σε ένα ασημένιο πιάτο, και το νεκρό κεφάλι με τις αρτηρίες να κρέμονται, το αίμα να ρέει θα ακούσουν τα δόντια να μιλούν χωρίς γλώσσα, θα τους πει τότε το τέκνο τους, <<λάβετε, φάγετε αλλά χωρίς εμένα>> και τρελαμένοι από το μένος, θα ανοίξουν τα παράθυρα, <<εεεεεεεεεεεε, εδώ μέσα βρωμάει σφαγείο>>, θα φωνάξει κάποιος από αυτούς και θα πάρει τον ρόλο της μάνας και θα αρχίσει να τρέχει μακριά τους , τα παιδιά του κόσμου θα σκεφτεί πριν να είναι αργά πια για όλους.. -13-11-2015

Πάντα έλεγες, είναι ο καιρός των δολοφόνων και πάντα έτσι ήταν. Όσα κι αν μπορούν να χωρέσουν στο πάντα. Ο Φάουστ πήγε στον Οδυσσέα και τον Δον Κιχώτη, ο Μίσα κι η Αλμπερτίν δεν ξεδιψούσαν με τα σύμβολα και τους μύθους, όλοι χορεύουν με το κρανίο του Λεβιάθαν στο χέρι, τους κοιτάζω, τους ακούω, μα δεν είναι το αίμα κι οι καμμένες σάρκες που με τρομάζουν, είναι οι χίλιες γνώμες που έχει οα καθένας για τα πράγματα, είναι οι χίλιες δυό απόψεις που έχει ο καθένας για το αίμα.. Είναι γιατί κανείς δεν υπερβαίνει τους κανόνες της ποίησης, να βγει από το κουτί της φαντασίας και να γίνει παράνομη, να γίνει καθημερινή πράξη.. Γιατί λίγοι είναι οι ποιητές.. Κι είναι εκεί, στα χαλάσματα των πόλεων, στους γκρεμισμένους ανθρώπους, παρατηρούν τον καιρό των δολοφόνων και καταγράφουν, με πράξεις κι όχι μονάχα με μολύβια, είναι γιατροί του κόσμου, είναι αυτοί που δεν παίζουν βρόμικα παιχνίδια με λεκτικές ακροβασίες κι επιδερμικές σχέσεις, είναι αυτοί που κανείς δεν τους ξέρει, κάποτε θα τους καταγράψει η ιστορία κατά το τέλος των εξελίξεων.. Στο μεταξύ οι χίλιες δυό γνώμες διχάζουν και διχάζονται. Καταραμένοι, καθώς δεν μπορούν να καταλάβουν με νου και καρδιά πως ο δολοφόνος είναι η ανάποδη όψη του θύματος... Και κάθε προδοσία εκδίδεται με παράδες εκ των έσω... Ζω την κόλαση σε όλο της το μεγαλείο, το μόνο που μου μένει είναι να την ζήσω με όλες μου τις αισθήσεις... Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από σκατά, αίμα, σπέρμα, σύμβολα, κάτουρα λυγμούς και ρωγμές κάτω από το δέρμα.... Ας συμφωνήσουμε τουλάχιστον πως όλοι διαφωνούμε... -Η ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ