Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014


Γύρισα στο σπίτι και τακτοποίησα τις πλάνες μου μέσα σε ένα κουτί. Μετά ανακάλυψα κάτι ξεχασμένες αγγελίες που ζητούσαν αγγέλους. Φυλλομέτρησα βιβλία με σφραγίδες από χρυσό και άνοιξα στο κρεβάτι πάπυρους με ιερογλυφικά. Στο τηλέφωνο μίλησα με έναν παλιό γόη για ώρα παρηγορώντας τον. (Τι τα θες , κατέληξα, περασμένα, αλλά όχι ξεχασμένα μεγαλεία). (Δεν είναι περασμένα, ακόμη περνάει η μπογιά μου), είπε ο καημένος αφήνοντας την φράση στον αέρα με απορία. (Καληνύχτα γόη), του είπα κι έκλεισα το τηλέφωνο. Με μερικούς ανθρώπους έχεις την αίσθηση πως μιλάς μόνος σου... Τάισα τον σκύλο μου και έδωσα με το δάχτυλο μου μέλι στον παπαγάλο μου, η αλήθεια είναι πως ξετρελαίνεται γι αυτό. Σε λίγο θα είχα την επίσκεψη ενός νεαρού ηθοποιού. Ήθελε την γνώμη μου για τον γνωστό ρόλο του Σαίξπηρ, δεν ήξερα μετά από λίγο αν ήθελα να ζήσω ή όχι ακούγοντας και βλέποντας τον. Αν ήμουν ψώνιο θα έλεγα στον νεαρό, είσαι τραγωδία, αλλά τι κρίμα ήμουν άνθρωπος, αρκετά ώστε να μην του κόψω τις ελπίδες, απλά τον κέντησα με υπομονή και του έδειξα άλλο δρόμο στην περσόνα του. Σαράντα χρόνια στο θέατρο τα είχα δει όλα ή σχεδόν όλα μια και δεν προλαβαίνεις να τα δεις όλα . Έβαλα σαν έμεινα μόνη μου εκείνο το παλιό κονιάκ του Ραμόν. Τι να έγινε αλήθεια ο Ραμόν, σκέφτηκα, τελευταία φορά είχε μπλέξει με ένα θηλυκό αρκετά φτηνό και χυδαίο. Θυμόμουν πως όσο περισσότερο του το έλεγα τόσο εκείνος την υπερασπιζόταν με θέρμη, μετά μιλούσε γι αυτήν με τόση ηδονή χυμένη στο πρόσωπο που δεν μπορούσα να του την χαλάσω. Κι εγώ υπήρξα εξάλλου χρόνια ερωτευμένη με κάποιον που ήταν σαν κουασιμόδος αλλά εγώ τον έβλεπα σαν έναν αρρενωπό δανδή, κι όσο μου το έλεγε ο Ραμόν τόσο σκύλιαζα κι έβρισκα χίλιους λόγους για να τον αναδείξω σε άκρως γοητευτικό. Χαμήλωσα κιόλας τήν ένταση στον ρόλο μου για να αναδειχτεί αυτός σαν πρωταγωνιστής κι όχι εγώ, ήταν η αλήθεια τόσο το ταλέντο μου αλλά κι η δύναμη του έρωτα μου που έπεισα το κοινό γι αυτό. Χρίστηκε από όλους αυτός πρωταγωνιστής , μόνο δυο κριτικοί στις στήλες των εφημερίδων δεν πειστηκαν για τούτο. (Μα είσαι τρελή); μου είπε ο φτωχός μου ο Ραμόν, (τι κάνεις; γιατί σκοτώνεις τον ρόλο σου); (Γιατί οι ρόλοι κι η δόξα είναι εφήμερα Ραμόν, μόνο ο έρωτας δεν είναι). Χα χα , τελικά αποδείχτηκε στην ειδική αυτή περίπτωση πόσο εφήμερος είναι και πόσο υπολογιστικός ο έρωτας, μετά από σύντομο διάστημα τα έφτιαξε με μια μικρή που έπαιζε ένα μικρό ρολάκι, φρόντιζε να την αγκαλιάζει και να την φιλάει μπροστά στο καμαρίνι μου. Πονούσα αλλά δεν μπορούσα , δεν ήθελα να γυρίσω τον ρόλο, δεν ήθελα να καταστρέψω τον δικό του πρωταγωνιστικό ρόλο. Ήταν τόσο πρωτοποριακό εξάλλου σκεφτόμουν να αναδεικνύουμε μέσα από την παράσταση μας έναν δεύτερο σε πρώτο ρόλο. Όσο για την εκδίκηση μου φαινόταν πολύ ωμό και γελοίο πράγμα, δεν υπήρξε ποτέ στις προθέσεις μου. Θα περνούσε κι αυτός ο πόνος όπως όλοι. Θηρίο έγινα στα χρόνια. Άντεξα. Άντεξα. Και δεν άλλαξα την ματιά μου στον κόσμο. Τώρα με την μνήμη να με αφήνει σιγά σιγά παρακολουθούσα τον χρόνο να φεύγει. Στα 80 μου και σκηνοθετώ ακόμη, σκέφτηκα. Ήπια κι άλλο κονιάκ. Με κατέλαβε η δυσθυμία, ερχόταν χωρίς υποκρισία και με πίεζε. Άρχισα να τρέμω. Γιατί να θυμάμαι μόνο τις ασχήμιες, γιατί να θυμάμαι μόνο τις λύπες; Εγώ που βλέποντας και διαβάζοντας εφημερίδες κρατημένες σαν αρχείο, βλέποντας φωτογραφίες με υπέροχους άντρες, τρελούς έρωτες, τώρα θυμόμουν μόνο τις ασχήμιες. Κι αυτό γινόταν μια μαύρη κουρτίνα που πίεζε τον χρόνο μου. Οι ρυτίδες στον καθρέφτη μου, οι αναμνήσεις με τις ήττες με καλούσαν σε αυτήν την τραγική δυσθυμία. Έβαλα στο πλατό την Μαρία να τραγουδήσει. ω, πόσο τραγικό το τέλος της. Ο σκύλος μου ήρθε στα πόδια μου σαν να κατάλαβε αυτο το χτυκιό της λύπης που με έτρωγε σιγά σιγά. Αύριο κιόλας θα παραιτηθώ έχουν χρόνο να βρουν άλλον σκηνοθέτη, σκέφτηκα. Μετά ξαναθυμήθηκα τον κουασιμόδο και τον Ραμόν. Και τις σταρλετίτσες. Ναι, παραδέχτηκα μεγαλειωδώς οι καριόλες γυναίκες τελικά μπορεί να είναι πολύ πιο έξυπνες, ακολουθούν τους στοχασμούς της αράχνης, τυλίγουν τον ιστό τους σιγά σιγά και παγιδεύουν το θύμα τους. Μετά, σαν πύθωνες το καταπίνουν... Μα αυτό δεν κάνει ο έρωτας; Σε καταπίνει μανιωδώς αργά αργά. Το θέμα μου ήταν πως οι ίδιες δεν είχαν ερωτευτεί ποτέ τα θύματα τους, μόνο τα θύματα τους τις είχαν ερωτευτεί ολοκληρωτικά. Μα τότε και πάλι οφείλω να δω την δύναμη τους, πως μπορούσαν να κάνουν τους άλλους να τις ερωτευτούν χωρίς οι ίδιες να χουν ερωτευτεί ποτέ. Τα θύματα τους θα πρεπε να τις ευγνωμονούν. Μετά καθώς έκανα αυτές τις σκέψεις κι ακούγοντας την Μαρία είδα πως όλα αυτά ήταν μόνο η μια πλευρά της ιστορίας, μισές ήταν οι ιστορίες. Αν δεν έχεις ερωτευτεί πολύ τόσο ώστε να κυλίσεις στην άβυσσο, αν δεν έχεις καεί για έναν έρωτα , αν δεν έχεις γίνει φωτιά και φλόγες τότε μάλλον τίποτε δεν έχεις ζήσει. Στο είπα παραπάνω, όλα τα άλλα είναι εφήμερα. Έκλεισα τα μάτια κι άκουσα την Μαρία. όσο έμπαινε μέσα στην καρδιά μου τόσο αισθανόμουν τον έρωτα της. Καταστράφηκε. Αλλά ερωτεύτηκε... -Μέρες του θεάτρου

Έλεγα, σου έλεγα, ας καούμε από ζωή. Και το εννοούσα, πως αλλιώς θα μπορούσα να κατεβάσω, ένα γλυκό βράδυ στο νησί , το φεγγάρι, να μπορέσεις να δεις μέσα στις ασημόμαυρες σπηλιές του , να κοιτάξεις το εμφανώς όμορφο πρόσωπο μιας ηλικιωμένης με λευκό μαντήλι να σου αφηγείται τρυφερά τις ιστορίες της ζωής της που περιλάμβαναν τον έρωτα; ΠΩς θα μπορούσες να ξεχάσεις όλα εκείνα που σου έμαθαν για τα ζώα, είδες καθαρά πως και τα ζώα χαμογελούν όπως εμείς, πως αν συγκεντρωθείς πάνω τους θα μάθεις να επικοινωνείς με την δική τους γλώσσα. 'Ελεγα, σου έλεγα, ας καούμε από ζωή. Το υποστήριζα από μικρό παιδί. Είδα τον πατέρα και την μητέρα μου να καίγονται. Είδα τον πατέρα μου να καίγεται πολύ πριν την σύλληψη μου. Κι όταν γεννήθηκα και μεγάλωσα, περπάτησα επίτηδες ξυπόλητη στον Στρούμπο, αυτό το εγκαταλειμμένο χωριό από τον σεισμό, και καθώς περπατούσα ένιωσα πως εκεί συνέβη η σύλληψη μου. Ανάμεσα στα γκρεμισμένα σπίτια, ανάμεσα στον απόηχο των τζιτζικιών. Ανάμεσα στις φραγκοσυκιές. Γύρω μου ελιές και φραγκόσυκα κι εγώ ζητούσα νούφαρα για να περπατήσουμε ανάμεσα τους, να φτιάξω έναν μικρό δρόμο να αφήσεις τα ίχνη των πελμάτων σου Σε καίει η ζωή όταν ζητάς φωτιά. Μα δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να ζήσεις, όλα τα άλλα είναι ημίμετρα. Φτηνές συνταγές επιτυχίας με βοηθήματα τύπου μάθε πως θα σε σέβονται. Φτηνοί άνθρωποι που γαζώνουν τον κόσμο με σφαίρες.. Με χυδαιότητα, χωρίς αξιοπρέπεια περιφέρουν τα κρανία τους που είναι γυμνά. Τους βλέπω, με βλέπουν. Καμία συνθηκολόγηση με τα πτώματα. Έλεγα, σου έλεγα , εμείς που μεγαλώσαμε με Βαμβακάρη και Rock και γυαλισμένα Blues, μας είναι αδύνατον να μην έχουμε ελπίδες. Μεγαλώσαμε όμως. Και κάπου μέσα μας ξέρουμε πως η ελπίδα κάποιες φορές είναι μεγάλη απάτη. Μόνο ο θυμός κι η απόγνωση ξυπνούν κοιμισμένες συνειδήσεις. Μεγαλώσαμε. Εμείς χωρίς πολλές φροντίδες γιατί έτσι ήταν οι συνθήκες.. Αλλά έτσι μάθαμε να μετράμε τι σημαίνει αγάπη και τρυφερότητα. Ναι, να καιγόμαστε. Όπως τα καντηλάκια που καίγονται στα κοιμητήρια για να κρατούν συντροφιά στους νεκρούς. Όπως ο ήλιος που ζεματάει την πέτρα στα κυκλαδονήσια. Δεν αρκεί η ποίηση αν δεν έχεις φωτιά. Αν δεν είσαι άνθρωπος.. Αν περιφέρεσαι χωρίς φύλο. Σου λέω, αγαπώ και δεν περιμένω τίποτε πια. Η ελπίδα δεν είναι μόνιμη παρέα μου. Αλλά η φωτιά παραμένει... - Τα προσχέδια της φωτιάς- Υγ. αφιερωμένο με βαθιά αγάπη στην Τ. εκείνη ξέρει
΄Πολλοί μπερδεύουνε την κάβλα με τον έρωτα ,ίσως γιατί ζούμε μέσα σε αριθμημένα κουτάκια, χαραγμένα με λέξεις κι όχι μονάχα με αριθμούς. Ίσως γιατί η μοναξιά κι η επιφυλακτικότητα είναι πιο έντονα από ποτέ. Κι ενώ η κάβλα είναι θέμα ορμονών και μιας τυχαίας διάθεσης βαπτίζεται μέσα από την στριμωγμένη ανθρωπότητα έρωτας κι αργότερα αγάπη. Ενώ τα κουτάκια συνεχίζουν την ετοιμοπόλεμη παρέλαση.. Κουτάκι νούμερο ένα χρέος, αξιοπρέπεια, κουτάκι νούμερο δύο μυθοποίηση και πάει λέγοντας. Ξέρω πολλούς έρωτες που ναυάγησαν σε ένα βράχο που είχε σχήμα πικρό, έρωτες που άξιζαν, αλλά θυσιάστηκαν για κάτι άλλο που δεν ήταν τόσο δυνατό, όμως ο θύτης μεγαλώνοντας έκλαψε πικρά καταλαβαίνοντας πως μέσα σε μια σύμβαση θυσίασε όχι τον άλλον αλλά την ίδια την ζωή του. Ξέρω πως ο άνθρωπος που δεν έχει κάβλα γενικά για τα πράγματα, για την ζωή, για τους άλλους ζει σε μια καλύβα με άχυρα. Η ζωή κυλάει χωρίς να καταλαβαίνει τίποτε γιατί με τίποτε , δεν συγχρονίστηκε, εκτός ίσως από ένα πρόγραμμα που ονόμασε ο ίδιος ζωή.. Η κάβλα είναι συχρονισμός με κάτι, είναι ροή που σου επιτρέπει να δεις τα πράγματα που είναι κατά κάποιον τρόπο αόρατα. Και να βρείς τις αρχέγονες δυνάμεις σου. Και πολλοί ,όπως δεν καταλαβαίνουν την διαφορά της καλής με την κακή λογοτεχνία, έτσι μπερδεύουν την κάβλα με ένα χρησιμοποιημένο προφυλακτικό.. Αλλά δεν είναι έτσι, δεν χύνουμε υγρά φωνάζοντας, συγχρονιζόμαστε με τον άλλο επιτρέποντας στον εαυτό μας να μπει μέσα στον άλλον.. Χωρίς κουτάκια, χρεος, πίστη, επανάληψη... Και ναι, σαφώς η κάβλα έχει διαφορά στην ποιότητα. Αν ο άνθρωπος δεν διαθέτει αγάπη για την ζωή, την περιπέτεια που λέγεται ζωή, δεν έχει κάβλα για την δουλειά του ή για τους φίλους του, τους έρωτες που πέρασαν από την ζωή του δεν τους πέρασε σαν σκουπίδια στην ανακύκλωση, αν ο άνθρωπος δεν ζει με όλες τις δυνατότητες και την ανάγκη να νιώσει την αρχή και ποιο είναι το τέλος του κόσμου, τότε το να βρεθεί κάποιος στο κρεβάτι μαζί του δεν θα είναι παρά ένα ξεχαρμάνιασμα ορμονών. Είμαστε ορμόνες αλλά είμαστε και συναισθήματα κι αισθήσεις που χύνονται στο σύμπαν και ξαναγυρνούν πίσω σε εμάς σαν αποτέλεσμα της σκέψης μας και της πράξης μας. Δείτε την φωτογραφία, άνθρωποι στριμωγμένοι είμαστε, καθισμένοι πάνω σε έναν ύφαλο, ο ένας σπρώχνει τον άλλον για να πέσει, η ζήλια κι ο φθόνος είναι σκουλήκια που τρυπούν το κεφάλι και πληγιάζουν την καρδιά μας. Σε ακούω να λες, θα σε πηδήξω μια μέρα, θα πάρω ότι έχεις, μα δεν ακούς την ζωή να τσουλάει έξω από σένα, είσαι ένα τίποτε, ένα μικρό τίποτε. Μην μπερδεύουμε μέσα σε αυτό το άγριο πράγμα της επιβίωσης την φιλία με τις δημόσιες σχέσεις, τις κλίκες των ίδιων συμφερόντων με την <<λέσχη της αλληλεγγύης>>, μην μπερδεύουμε την μοναξιά μας με την κάβλα και τον έρωτα. Ο έρωτας έχει μια συνέχεια, κι εκτός από έναν συγχρονισμό έχει την ανάγκη για τον άλλον... Και τέλος, όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται ας θυμηθούμε πως είναι ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος δεν θανατώνει ζώα για να ηδονιστεί μέσα από την αγωνία των ματιών τους, δεν σκοτώνει έτσι, για να σκοτώσει τον άλλον.. Ο άνθρωπος είναι κομμάτι από το απέραντο σύμπαν, αν συγχρονιστεί μαζί του έξω από τα κουτάκια του τότε θα φανεί αυτό που πραγματικά είναι... -Σκέψεις-

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Της μιλούσε με βροχόλογα Τα έριχνε στην πλάτη της αυτός,να αντέχει τον καιρό Μα αυτά μόλις άγγιζαν την πλάτη της δραπέτευαν και γίνονταν ποιήματα Έτσι, ποτέ της δεν κατάλαβε, πόσο πολύ, μια μέρα την αγάπησε Μόνο έτσι αφηρημένα και σχεδόν παθητικά ένιωθε η ίδια μέρος της βροχής Κι έτσι του δίνονταν τις νύχτες, σαν βροχή που έμπαινε αδιάκριτα επάνω στο λευκό κρεβάτι τους.. _-Ανατολή--_

Η μεθοδική κανονικότητα την εξαντλούσε, τα περιθώρια ενός βλέμματος επάνω στο τζάμι του παραθύρου την έκαναν να αντέχει τον ρυθμό αυτής της κανονικότητας. Οι ήρωες απεβίωσαν και πως αλλιώς , δεν ήταν εποχή για ήρωες, μα δεν χρειαζόμαστε ήρωες, χρειαζόμαστε ανθρώπους που ζητούν δράση, έλεγε συνεχώς στην Β. Η Β., ήταν κολλημένη με έναν ηθοποιό που δεν είχε παίξει ποτέ στην τηλεόραση, αυτό, ήταν ακόμη ένα χαρακτηριστικό του που την βοηθούσε να φτιάξει στο μυαλό της ολόκληρη μυθοπλασία για αυτόν. Η Άννα της αποδείκνυε συνεχώς πως ότι έκανε κι έλεγε ο τύπος ήταν για συντηρήσει ακριβώς αυτόν τον μύθο, κατά τα ΄΄αλλα ήταν κι αυτός μέρος της εθνικής μεγάλης καταπιόνας. Η καταπιόνα, έλεγε στην Β. είναι ένα μέρος που συντηρεί αυτήν την εθνική παρακμή. Όλα τα τρώει, κι όλα τα αλέθει. Συντηρεί φτηνά και ξεπερασμένα ιδεολογήματα και τρέφει το <<κοινό της, τον λαό της>> με σκατά. Η Άννα είχε κουραστεί από καιρό να βλέπει και να προβλέπει. Ήταν όλο αυτό ένα μέρος της κανονικότητας, και της δικής της και των άλλων. Όλο αυτό το εθνικό δράμα, χώριζε κατά πως βόλευε, στα δυο, την κοινωνία, που είχε λουφάξει σαν σκύλος που ταίστηκε φόλα. Μια μέρα κάτω από το μπαλκόνι της εκεί, στα Εξάρχεια είδε στον δρόμο τα ΜAT να επιτίθονται στους φοιτητές , τους χτυπούσαν στο ψαχνό, <<γαμιόληδες>> άρχισε να φωνάζει. Τους έριξε με το λάστιχο νερό. Για λίγο έπεσε ξύλο και ύστερα επικράτησε ησυχία. Σιωπή. ΖΩ ΜΙΑ ΚΩΜΩΔΙΑ ΚΙ ΕΝΑ ΔΡΑΜΑ, σκέφτηκε δυνατά, μιλούσε μόνη της κάνοντας βόλτες στο διαμέρισμα. Αυτή η σιωπή έσπαγε στο κεφάλι της, ήθελε να αρχίσει να ξερνάει αίμα και να φτύσει κάτω στους δρόμους τους ανθρώπους. Ψεύτικο χρυσάφι , σκέφτηκε, ψεύτικο χρυσάφι ταίζουν τις κοιλιές των θυρίδων τους. Μια μέρα ο καταπιόνας θα σκάσει από τον λιθοβολισμό και την εξορία που θα υποστεί από τους πολίτες, από την δύναμη του λαού. Μα για να γίνει αυτό, θα πρέπει να πάψουν να νιώθουν και να λειτουργούν μέσα στην κανονικότητα. Τώρα έχουν πειστεί πως τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα της ζωής τους, πως αυτό είναι κανονικό , αυτή η σιωπή κι αυτός ο συμβιβασμός με το παράλογο. Στο κάτω κάτω όλοι οι λαοί έτσι αντιδρούν, ζώντας μέσα στην σιωπή. Το μάτι του θεού είναι αόρατο. Το ίδιο κι ο πόλεμος αυτός.. <<Γαμημένα κτήνη>> άρχισε να φωνάζει έξω στο μπαλκόνι. <<Καριόληδες που μας πείσατε πως έτσι είναι το κανονικό>>. Ο κόσμος άρχισε να μαζεύεται κάτω από το μπαλκόνι της πολυκατοικίας της. ΠΡοσπαθούσαν να καταλάβουν τι είναι ο καταπιόνας και τι ήθελε να πει όταν έλεγε ουρλιάζοντας πως αυτή δεν είναι κανονική.. Κι όταν ήρθαν και την πήραν με ένα ασθενοφόρο αποφάνθηκαν πως η Άννα ήταν τρελή.. Όλα συνέχισαν να ακολουθούν την κανονικότητα της ζωής τους.. Κι οι γείτονες που την ήξεραν έμαθαν πως μετά από μήνες η Άννα τρύπησε τα μάτια της με ένα μαχαίρι γιατί δεν ήθελε να βλέπει άλλο. Κι ο κόσμος συνέχισε να τραγουδάει σαν χαλασμένο γραμμόφωνο τραγούδια της Ευρώπης.. Κι ο κόσμος συνέχιζε να μοιράζεται στα δυο και ο καταπιόνας έδινε την διαταγή. Εμπρός μαρς, εμπρός μαρς, ο θίασος της τρέλας δίνει έξτρα παραστάσεις σε όλα τα μέσα μαζικής εξημέρωσης. Γαμημένα κτήνη...Γαμημένα αδέλφια.. -Ο καταπιόνας της κανονικότητας...-

Κι ύστερα, ο δράκος της λύπης διέσχισε το δωμάτιο, οι φωτιές από το στόμα του, περνούσαν κάτω από το δέρμα τους, τότε οι δυο εραστές αφέθηκαν σε ένα τρυφερό παραλήρημα, διαδήλωναν με τα μάτια τους σε μια αόρατη λεωφόρο πόση λύπη κρύβει ο έρωτας, 'ισως με τόση, όση η μήτρα που αποχωρίζεται το έμβρυο...

Λάμψε Νοέμβρη , λάμψε ,και άφησε όλα τα ναυάγια στην άκρη, εκείνα που καμιά γοητεία δεν κρατούν από το παλιό κουφάρι τους. Χόρεψε με μια τσιγγάνα, ακούγοντας τραγούδια που μιλούν για χαρουπιές και έρωτες με κίτρινα φύλλα. Το πιάνο βγάλε στην έρημη ακρογιαλιά να πάρει λίγο ήλιο. Μάτωσε το στόμα σου με μια αρχαία έκπληξη. Δώσε μου να πιώ κι εγώ να κοκκινήσω για χάρη σου. Ανελέητη η νιότη σε γυρνά ανάσκελα και μιλά γλυκά, τόσο γλυκά, που λίβας ξεκινά από το στήθος, που κρύβεται η καρδιά σου. Σε βρήκα κάποτε και σε έχασα μα τώρα σε ξαναβρίσκω, ανεβασμένο στης Αφροδίτης το χαμένο χέρι, το βρήκες εσύ και της το ξανάσμιξες με την μασχάλη. Λάμψε Νοέμβρη, λάμψε κι όλες τις αξιοθρήνητες ιστορίες θα πετάξουμε. Και μεθυσμένους θα μας βρει ,το χάραμα, με μια φυσαρμόνικα, να ξεσηκώσουμε όλα τα ιδρύματα στο πόδι, φυλακές, νοσοκομεία, ιδρύματα ανθρώπων σε μάζωξη, σαν τα σκατά αυτού του εκτρώματος που ονόμασαν πολιτισμό. Λάμψε Νοέμβρη, λάμψε, βύζαξε τα μάτια μιας παιδούλας, μιας γυναίκας , ενός άντρα, που ο χρόνος γέρνει επάνω τους σαν τρελός μα κανείς τους,δεν τον φοβάται.. -Του Νοέμβρη
Καθώς η Ηλέκτρα, αναδύεται μέσα από τον Ωκεανό των ανέραστων και φοβισμένων εραστών της, πενθεί ξανά τον Έρωτα. Διατηρεί φαινομενικά την εσωτερική της ισορροπία ενώ ετοιμάζεται να διατηρήσει την σιωπή της. Πνιγμένη μέσα στο πάθος της, συναντά την Μήδεια, της εξιστορεί τις άθλιες ιστορίες ενός κόσμου όπου κινείτο σαν λόχος όπου αφοπλίζεται το στόμα της αλήθειας και για τις δυο τους. Η αλήθεια μοιάζει με την σφίγγα, σφίγγει γερά τον σφυγμό της καρδιάς τους. Η Ηλέκτρα κι η Μήδεια παραπατώντας σαν μεθυσμένες γονατίζουν στον βωμό της θυσίας. Τον εαυτό τους θα θυσιάσουν , όχι τον Έρωτα.. Φοβηθείτε τις για το μεγαλείο της πράξης τους ,ή ,αποφασίσετε να τις λατρέψετε εσείς, παιδιά της αμφιβολίας Παιδιά των σχεδιασμένων αφορμών.. -Δικαίωμα