Κυριακή, 10 Σεπτεμβρίου 2017

Μου είπε επί λέξει -Άμα πεθάνω πως θα ζήσω χωρίς εσένα; Γιάννης Βαρβέρης
Να γίνεσαι αναζητητής και οδοιπόρος χωρίς την ανάγκη της αυτο αναφορικότητας, είναι η πιό δυνατή αίσθηση ελευθερίας...
Ο πατέρας μου ήταν ένα κόκκινο μήλο το τρώγαμε μαζί, ένας δίσκος του Βαμβακάρη χορεύαμε τις Κυριακές πίσω από τις κλειστές πόρτες τα τραγούδια, ηταν η θάλασσα που με έμαθε να επιπλέω, μια αφίσα της Μοσχολιού στο μαραγκουδικο,, ένα καναρίνι φωλιαςμένο κάτω από την τραγιάσκα του παππού, ένα ρολόι που πήρα από το χέρι του στον νεκροθάλαμο και ποτέ δεν το φόρεσα μα μονο το κοιτάζω, λέω ήταν- γιατί τώρα είναι ένα σύννεφο που κρύβω με επιμέλεια στο στήθος, το αφήνω πότε πότε και με ταξιδεύει χωρίς να χρειάζομαι πυξίδα... - του πατέρα μόνο
Ο κάμπος στο βάθος ηταν μια πορτοκαλοκκόκινη σφαίρα που έβγαζε σπίθες , τιναγμένες φωτιές γύρω από τον θόλο που έβραζε. Ήξερε πως δεν τον απειλούσε ο καύσωνας, τον απειλούσε η διεγερτική της εικόνα που σκάλιζε στο μυαλό του. Την είχε βρεί ξανά, μετά από χρόνια τυχαία στον δρόμο,τώρα ομως ήταν ψυχικά τραυματισμένη κι άδεια μέσα στον εαυτό της. Όταν βρέθηκαν μαζί ,αυτός εκτόπιζε με το βλέμμα του κάθε ξένη ματιά που ερχόταν επάνω της. Ένιωθε πως ξαναγινόταν ο ίδιος άντρας οπως τότε, πριν επτά χρόνια. Εκείνη πάλευε με τους δικούς της δαίμονες, αυτός δεν είχε πρόβλημα, αρκεί να τον άφηνε να τους πιάσει στα χέρια του και να τους πνίξει. Μια ψυχική κορύφωση τον άπλωνε επάνω από την φλεγόμενη σφαίρα της γης, εκατοντάδες μικροί, άλλοτε χλωμοί κι άλλοτε έντονοι αστερισμοί φωσφόριζαν στα μάτια του. Ήταν ξανά ένας άντρας που ήθελε να την κάνει να ζήσει σαν γυναίκα. ¨οταν βούτηξε στην θάλασσα ,μετά το πότισμα της γης του ,αφέθηκε στο νερό κι είπε το όνομα της. Αυτή η μοιραία γυναίκα του αποδείκνυε πως ο αληθινός έρωτας δεν τελειώνει, μόνο οπλίζει τον πυρήνα του με άλλες εικόνες αλλα οπλισμένος ξαναγυρίζει στο μοιραίο πρόσωπο της ζωής του. Αυτός ο απλός άνθρωπος της γης ήξερε όλους τους στίχους κι όλες τις φιλοσοφίες να τις περιγράψει. Η διαφορά του με τους άλλους που εκείνη έκανε παρέα , ηταν πως αυτός είχε παλέψει μόνος του με τα ανθρώπινα θεριά κι είχε νικήσει. Δεν είχε πουλήσει γη και ύδωρ για να κατακτήσει φιλοδοξίες και να γίνει μέρος της ματαιότητας. Ήταν ένας ελεύθερος άνθρωπος που έβλεπε πίσω από αυτά που σχημάτιζε η γλώσσα κι ο λάρυγγας
Τα ρούχα είναι γεμάτα μνήμες, τις μνήμες τους διηγούνται στον ήλιο κι αυτός μπαίνει σε αυτές σαν αναγνώστης ενός βιβλίου..
Μέρα γιορτής, μέρα Σαββάτου ,στην πλατεία χορευτές ελευθερώνουν τις ψυχές τους με τα πόδια τους. Ενας ενήλικος, ένα παιδί κι ένα αγριολούλουδο φυτεμένο στην άκρη του δρόμου ανταμώνουν και κάνουν συμφωνία ειρήνης. Είναι φορές που χωρίς μεταφυσικές αναζητήσεις βλέπεις τα μετά των αγίων. Είσαι ευτυχισμένος όταν δεν έχεις ανάγκη να επικαλείσαι τίποτε για να ζείς Είσαι ευτυχισμένος όταν ξέρεις πως το σκοτάδι οδηγεί πάντα στο φως. Ξε΄ρεις την διαδρομή. Και δεν ρωτάς την αιτία που οι λύκοι γυρνούν ηττημένοι τα μεσάνυχτα.
Με ένα σαυράκι να σε κοιτάζει πάνω από το βιβλίο σου, να φουσκώνει την κοιλιά του και να σε κοιτάζει σχεδόν στα μάτια, μικρούλι, μάλλον παιδάκι κάποιας μαμάς σαύρας. Κάτω από καλαμιές που τοποθετήθηκαν ερασιτεχνικά στα βράχια κάνοντας λίγη σκιά ω΄σπου να αλλάξει πορεία ο ήλιος. Γυμνά βουνά, ριζωμένα στην θάλασσα, με τους γλάρους να παίζουν κρυφτό με τους ψαράδες που καθαρίζουν τα δίχτυα, και τις γάτες να γλύφονται σχεδόν μελωδικά στα τραπέζια περιμένοντας κάποιο κέρασμα. Το σπίτι τραγουδάει , χαρούμενο είναι γιατί του λείψανε τα χάδια κι η φροντίδα. Η βεράντα τις νύχτες απλώνεται στον αστροπίνακα των Κυκλάδων. Οι βασιλικοί αναστενάζουν όποτε κάποιο χέρι τους ανακατεύει το κεφάλι. Τα μονοπάτια γεμίζουν τουρίστες που αγαπούν το περπάτημα. Κι εμείς το αγαπούμε, προπονούμε μόνο σιγά σιγά τα γόνατα μας που μας εκτοξεύουν βρισιές ώσπου να μπορέσουν να διασχίσουν μονοπάτια στο βουνό. Η ευτυχία είναι μετάξι, καθαρίζει τον νου, διασχίζει όλο το σώμα και χαρίζει αντισώματα. Να είσαι ανοιχτός για να έρθει. Και τότε όλα τα πλάσματα της φύσης ένα ένα θα σε πλησιάσουν μόνα τους όπως πάντα.
Τα βουνά ξεφτιζουν χρώματα, πεθαμένο πορτοκαλί, καστανό σβησμένο , μοβ απαλό, σαν τα μάτια της Ζανά, της τελευταίας Ινδιάνας των Μαπούτσε. Από τότε που ξεκληρίστηκαν οι Ινδιάνοι τ´ιποτε δεν άλλαξε, ένα εγώ διαταραγμένο ,σκίζει τον πλανήτη οπως το ψαλίδι το χαρτί. Αυτός που νομίζει πως αντιστέκεται μονάχα με την τέχνη του σε αυτό το εγώ ,συμβάλλει με τον τρόπο του στην διατήρηση του. Μπορώ με το αυτί στο χώμα , να ακούω ποδοβολητά αλόγων, τόξα που περνούν ξυστά απο πληγές ανοιχτές, την γυναίκα της ερήμου με τα μάτια υπερβάλλοντα θλίψη τονισμένα με κολ, τον πρόσφυγα μέσα στο σκηνικό της εικονικής κρίσης και τα δέκα γουρούνια να απλώνουν τα βρώμικα δάχτυλα στον παγκόσμιο χάρτη και να κλέβουν την ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτός που βαυκαλίζεται πως είναι ευαίσθητος δέκτης της ανθρώπινης δυστυχίας γράφοντας ,είναι ένας απλός καταγραφέας, οι ποιητές κοιμούνται νεκρικά, δεν ανεβαίνουν στην επιφάνεια για να μην αλλάξει αυτό το αιματώδες σκηνικό. Οι δικτατορίες πρώτα αυτούς αναγκάζουν σε παύση εξαφανίζοντας τους.. Πάνω σε μια κόκκινη ανεμώνη της θαλάσσης, σε ονειρεύτηκα πάλι άγνωστε φίλε. Κινούμασταν και περιμετρικά και χωρίς συγκεκριμένη πορεία. Τουλάχιστον να ζήσουμε και να αφήσουμε χώρο και στους άλλους να ζουν. Η έπαρση σκοτώνει την αληθεια. Η αλήθεια είναι το παρελθόν μας αλλά και το μέλλον μας.. Η πραγματική ζωή είναι το κακό να το αλλάζεις σε καλό κι ¨υστερα να μην υπάρχει ούτε κακό ούτε καλό... Εκεί θα ήταν χρήσιμο να εξαντληθεί η επιστήμη και η ποίηση.. Κανένας να μην είναι υποταγμένος... Ω αγαπημένη Ζανά μικρή αδελφή των Μαπούτσε..
Κι ύστερα μια ηλιαχτίδα στάθηκε στο πάτωμα κι έμπλεξες τα μαλλιά σου μέσα της, δεν μπορούσα άλλο να κάνω εκτός του να βλέπω τα μάτια σου, μάτια που ήξεραν το χάος και τον ίλιγγο της ζωής. Δεν ήξερα άλλη ζωή εκτός της παρατήρησης, δεν ήξερες άλλη ζωή εκτός του να ζεις με όλη σου την ύπαρξη. Η λέξη μεταμέλεια δεν είχε χρηστικότητα στις ημέρες μας γιατί η αγάπη κυριαρχούςε σε οτι κάναμε. Μέχρι σήμερα το ασήμαντο για τους άλλους είναι σημαντικό για εμας
Κάποιο βράδυ στο νησί , ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό λουλούδι άνοιξαν τα σωματα τους και διηγήθηκαν όλες τους τις ιστορίες. Ύστερα ,έγιναν πέτρες για να μην μαραθούν οι εξιστορήσεις τους..
Η συγχώρεση είναι μια διαρκής αφήγηση και βοηθά στην επεκταση της ψυχικής ικανότητας να απολαμβάνει κανείς την ευτυχία
Να έρχεσαι να με βρίσκεις, να μιλάς με γιατσέντα, να μεθούμε από την κόκκινη πεταλούδα, να μας κοιτούν αόρατα πλασματα με ανείπωτη αγάπη να συντελούνται τα μέγιστα ,καθώς η κρυφή σου χάρη θα μας υψώνει πέρα από την οροσειρά των καημών.. Να μην βλέπεις τους εσωτερικούς λυγμούς μου να βγαίνουν τις νύχτες σαν νεκροί που κρατούν θυμιατήρια. Εσύ να θυμάσαι τις νύχτες που μπαίναμε στην θάλασσα με τα ρούχα κι υμνούσαμε την αθωότητα που διατηρούν οι ενήλικες στο στήθος ,σαν φυλαχτό. Εσύ υπερήφανα να κρατάς τις ήττες μας, να τις βάζεις στους βασιλικούς να μοσχοβολούν από διηγήσεις, οι ήττες μας οδήγησαν στο ξανακερδισμένο μας γέλιο. Να 'ερχεσαι, δίχως όρους και προθέσεις.
πίσω από την μεμβράνη των ματιών σου χαίρομαι να βλέπω να αποχωρίζεσαι ένα ένα, τα σκληρά σου λέπια. Και να ταξιδεύω με άδειες αποσκευές φορώντας μόνο το δικό σου βλέμμα.
Ω! Μοναδική μου ρέμβη! Ω! βελούδινη είσαι , κι άλλες φορές μεταξένια είσαι, ευτυχία! Στην υστεροφημία σας, στο ολόγραμμα σας, στέκομαι και ριγώ! Ω! Απρόσληπτες μου πτήσεις, ελεύθερα σας πίνω και ύστερα μεθώ, σαν το παιδί που πρώτη φορά γεύεται του σταφυλιού τον χυμό!
Στο διπλανό σπίτι που ενοικιάζεται, αυτήν την στιγμή ,δίνονται μαθήματα μουσικής με πιάνο. Παιδική φωνή διασχίζει το δρομάκι έξω από το σπίτι μου. (μήλο μου κόκκινο κλπ) Πριν καμιά ώρα κάποια γυναίκα φώναζε πουλώντας καλάθια και πανεράκια. Τα σύννεφα γλείφουν το χωριό μου και φαίνεται κάποιες στιγμές σαν να είναι κυκλωμένο από βαμβακια που έχουν διάφορα σχήματα τα οποία χαλάνε και χάνονται καθώς ενώνονται. Ένας μικρόκοσμος ξεχύνεται μέσα στον μεγάλο υφαίνοντας και βελάζοντας αλήθειες και μικρά ψέματα. Κι όσο το πιάνο υψώνεται πάνω από τα σπίτια ,σκέφτεσαι την καταγωγή και τα έργα του ανθρώπου, πως ξεκίνησε και που τραβάει.. Οι συνάξεις με τους φίλους στην βεράντα συνεχίζονται, με τα αστέρια πότε να τρέχουν σβήνοντας κι άλλοτε να μένουν ακίνητα ,σκορπίζοντας τα ασήμια τους και κάνοντας τα μάτια μας αθώα. Ένα μπαούλο με μνήμες θα κουβαλήσω ξανά μπαίνοντας στο ανοιχτό στόμα του πλοίου της επιστροφής, αυτό αργεί ακόμη ευτυχώς για εμένα., Εδώ το απαύγασμα των περασμένων χρόνων συντηρείται γλυκά στο καύκαλο της μνήμης κι η συγχώρεση είναι συνεχώς σαν ετοιμόγεννη γυναίκα. ΌΛα τα μικρά κι ευτελή των ανθρωπίνων αδυναμιών αντιμετωπίζονται έτσι, ως αδυναμίες, εδώ κυρίαρχος είναι ο ρόλος της ευγνωμοσύνης διότι κάθε νέα ημέρα είναι μια ανοιχτή πόρτα στο θάμπος και την χαρά της ζωής... Η αγάπη δεν είναι δεδομένη, την κατακτάς κάθε ημέρα πολεμώντας σαν ένας ειρηνικός πολεμιστής γι αυτήν.. σελίδα ημερολογίου
>πόσο νομίζεις πως την ξέρεις; Κοιμάσαι τις νύχτες με οινοπνευματώδεις ουσίες στο αίμα σου αγκαλιάζοντας τα πόδια σου σε στάση εμβρύου. Ξυπνάς με τον ήλιο να χτυπάει τα παντζούρια, ο κόκορας έχει εμφανώς κουραστεί , εσύ πίνεις το τσάι σου με μια πνευματική διέγερση και μια όξυνση των αισθήσεων. Μαζεύεις την μνήμη της χτεσινής νύχτας που έχει πια εξαυλωθεί. Χόρευες μπάλο χτες με τον Α. που γιόρταζε κι ήταν απέναντι σου πάλι εκείνη, η θάλασσα. Ύψωνες τα χέρια σου και πατούσες με δύναμη τα πόδια στην γη για να εξυψωθείς, να πεις δεν φοβάμαι τον θάνατο , ούτε και την ζωή.Εκείνη σε άκουγε σαν να ήταν η πιό γενναία μητέρα. Ο πατέρας σου χαμογελούσε απαλά στροβιλισμένος σε ένα δυνατό αέρα που σου ανακάτευε τα μαλλιά. Όλα έλαμπαν εκστατικά. Όλα έλαμπαν, χυμένα χρώματα του ζωγράφου που ζωγράφιζε τοίχους σε μια ταβέρνα για ένα πιάτο φαγητό. Ποιητές ανεβασμένοι σε πλώρες και σοφίτες έλαμπαν μέσα σου, ηταν πίσω από τα μάτια σου γι αυτό χόρευες και μαζί τους, ένας μπάλος για δύο έγινε για πολλούς. Είμαστε πολλοί, στοιβαγμένοι σε μια πλώρη ψάχνουμε την θάλασσα. Την αθωότητα μας, τον έρωτα, θέλουμε να ξορκίσουμε τις βασάνους, θέλουμε να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Θέλουμε να θαυμάζουμε και να αναρωτιόμαστε για την αρμονία και την τάξη που υπάρχει στο βασίλειο της μέλισσας. Να ακούσουμε τον Γ. τον μελισσοκόμο να μας εξηγεί πως γεννιέται μια βασίλισσα και τον αγώνα του ζευγαρώματος των κυφήνων. ΌΛα είναι ένας αγώνας που τον μαλακώνει η θάλασσα. Πόσο νομίζεις πως την ξέρεις; Ξέρεις πως τις νύχτες όταν κοιμάσαι γυρίζεις μέσα της; Καθώς γράφεις από ανάγκη λέξεις που λίγοι θα διαβάσουν ,σου χτυπάει το κουδούνι ενα κορίτσι και σου δίνει ένα ψωμί για τις σαράντα ημέρες που πέρασαν από τον θάνατο μιας γυναίκας. Ετσι γίνεται εδώ , είναι κομμάτι της παλιάς ζωής που διατηρείται για να θυμάσαι πως ζούσαν οι άνθρωποι τότε. Στον Οθέλο υπάρχει μια φράση που με έχει σημαδέψει. Μ αγάπησε για τους κινδύνους που έχω διατρέξει. Πόσο καλά το καταλαβαίνεις; Η Αμοργός το ξέρει και με αγαπάει γι αυτό, είναι η μόνη που ξέρει.. σελίδα ημερολογίου
Μια ησυχία που εμπεριέχει μέσα της την γαλήνη είναι απλωμένη σήμερα στο χωριό.Σε όλες τις άκρες του νησιού. Ο αέρας έπαψε να κυριαρχεί με τις κραυγές του. Ο ήλιος είνα δυνατός και μοιάζει σαν να κινείται σήμερα έντονα στην ατμόσφαιρα. Λίγοι είναι οι παραθεριστές που ζουν μόνο για να θρέψουν στομάχι και συκώτι. Οι άλλοι, αυτοί που θα διασχισουν τα βουνά και τα μονοπάτια κι έρχονται για να θρέψουν μάτια και πνεύμα έρχονται τώρα ή σε λίγες ημέρες.Αυτοί, βάζουν στόχους που τους κατακτά το ποδι σε συνεργασία με την θέληση. Σιωπή, μια γλυκόπικρη σιωπή του Σεπτέμβρη θυμίζει το θέρος. που πέρασε .Τα σταφύλια χρυσίζουν στο μάτι κι ο αετός ερωτροπει στον αέρα με το ταίρι του. βγάζοντας μικρές φωνές. Ξαπλωμένη στην άμμο διαβάζοντας πάντα ένα βιβλίο πότε πότε αφήνω το μάτι να διαλυθεί στα συννεφα που ταξιδεύουν και άλλοτε βλέπω αυτήν την ερωτροπία στον αέρα. Σκέφτομαι τότε, πόσο μικρός είσαι άνθρωπε , έφτιαξες μηxανές για να διασχίσεις αποστάσεις ,αλλά ετούτο εδώ, ποτέ δεν θα το φτάσεις. Ένα ερωτικό κάλεσμα στον αέρα ελεύθερος, εσύ το περισσότερο για το οικονομικό συμφέρον μπορείς να πετάξεις, πτήσεις ερωτικές μονάχα στο κρεβάτι σου θα κάνεις, εκεί κάνεις έρωτα , εκεί και μια ημέρα θα πεθάνεις.. σελίδα ημερολογίου
πρέπει να μην πω που είναι κρυμμένα τα γατάκια με την μητέρα τους, όλο και κάποιος εδώ υποφέρει από οργή στα αδύναμα ζώα, η μητέρα γάτα έχει την ικανοτητα να μου σκίίζει την καρδιά, την πρώτη φορά που ήρθε στο σκαλοπάτι του σπιτιού μου με κοίταξε με όλη την επιθυμία για έλεος , τρίφτηκε και νιαούριζε με ήχους που ζητούσαν κάτι, ρουθούνια σκισμένα , τρώγοντας έκανε ήχους σαν να υποφέρει από άσθμα. Μέρα παρά μέρα, πηγαίνω φαγητό στα δυό παιδιά μου, ένα μάλλον ηλικιωμένο άλογο κι ένα νεαρό γαιδουράκι. Μόλις με βλέπουν από μακριά φωνάζουν κ αυτό με κάνει να γελάω. Πότε πότε βλέπω κάποιον νεκρό τζίτζικα και θαυμάζω την φτιαξιά του. Όταν έρχομαι σε επαφή με ετούτον τον υπέροχο κόσμο η ψυχή μου βγαίνει μπροστά μου γυμνή, αυτός ο κόσμος την οδηγεί έξω από εμένα. Έπειτα μπαίνει μέσα στο σώμα καλούπι. Κι η μύγα παίρνει τον δρόμο της, πότε να ενοχλήσει ένα μουλάρι και πότε να ακολουθήσει ένα φέρετρο. Οι νύχτες δεν διευθύνουν τίποτε , μια σελήνη φανερώνεται πίσω από ένα βουνό κι ύστερα ξανακρύβεται για τα δικά της δωμάτια. Έχω μια βαθυκύανη φτερούγα όταν ξυπνώ κι όταν κοιμάμαι. Απομένω θαμπωμένη... Σελίδα ημερολογίο
Ολόκληρη την νύχτα που μιλούσε μαζί του, είχε την αίσθηση πως μιλούσε με ένα πουλί, τον ονόμασε μέσα της, (ο άντρας-πουλί ),στην γλώσσα των Μαπούτσε, κι ας μην ήταν Ινδιάνα. Όταν ξύπνησε, βρήκε στο μαξιλάρι της ένα φτερό κι όμως θυμόταν, το μόνο που έκανε ήταν να τον καληνυχτίσει ευγενικά και να φύγει μόνη της.

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017


εκείνον τον καιρό η μητέρα μου ήταν κίτρο κι ο πατέρας ένας δίσκος στο γραμμόφωνο, μιλούσε για έρωτες που είχαν πέσει από κόκκινα ταβάνια. Έκλαιγε με τους στίχους και μάζευα τα δάκρυα του σε ένα μικρό μπουκάλι. Ύστερα από χρόνια πάλεψα με τις σαύρες που γλεντούσαν με τον πόνο του κόσμου. Προσπάθησα να μην γίνω μελό και κοινότοπη. Έγινα κι εγώ ένας πεσμένος έρωτας, έριξα λιβάνι στην κοιλιά του κτήνους και κολύμπησα στην κίτρινη λίμνη. Κότσυφες με συνόδευαν στην γη των πληγών, ύστερα θυμήθηκα τα δάκρυα του πατέρα κι έγινα αέρας. Από τότε η μνήμη μου έγινε σφουγγάρι με τρύπες. Όταν θυμάμαι την ημέρα που βγήκα στον κόσμο είχε βροχή, πάλεψα πολύ για μην γίνω μέρος της. Έγινα μέρος δικό μου, έχω σπηλιές , λίμνες και δάση κι έχω όνειρα από μετάξια. Και σαν αέρας μεταφέρω τα τραγούδια των αντρών στα κορίτσια, να αγαπηθούν ζητώ ,χωρίς να γίνουν πεσμένοι έρωτες. Κι οι σαύρες συνεχίζουν να παραμονεύουν, λίγη ευτυχία των ανθρώπων τις κάνει να νιώθουν φρίκη. Κι ο πόλεμος μεταξύ μας συνεχίζεται χωρίς νικητές . Μόνο το ισόπαλο δέος μας ενώνει και η εσχατιά του κόσμου. Και τα δάκρυα του πατέρα που δεν δείλιασε να γονατίσει με πένθος.. Αγγελόκοσμος

Παραφράζοντας την γνωστή φράση του αγαπημένου θεατρικού συγγραφέα - πάντα θα βασίζομαι στην καλοσύνη των ξένων - Πάντα βασίσου στην γενναιοδωρία των φίλων κι όχι των εραστών, οι εραστές πολύ απλά , δεν μπορούν να είναι γενναιόδωροι .

Ο ηθοποιός γράφει με το σώμα του τις λέξεις που κάποιος είδε σαν εικόνες όταν η ώρα για το κείμενο ωρίμασε. Αυτός που γράφει φέρνει το πίσω μέρος του κεφαλιού του μπροστά. Ο αυχένας κατέγραψε κΆι το μέτωπο εμφάνισε, η καρδιά δίνει αίμα για να ζωντανέψει η εικόνα. Αυτό δεν είναι παραγωγή ιδεών, είναι το μάτι του αλόγου καθώς καλπάζει. Ο ηθοποιός δεν υποδύεται, εκείνη την στιγμή είναι, γι αυτό η υποκριτική είναι η πιό καθαρή μορφή τέχνης... Ο ηθοποιός δεν εκτελεί εντολές είναι ο ίδιος εντολή. Δεν έχει σύνεργα ούτε αυτόματες γραφές. Είναι ένα σώμα που μιλάει, αρπάζει τον χρόνο και τον κάνει άχρονο. Τυχαίες του δονήσεις φτάνουν στο κοινό που είναι αδηφάγο και σπερματοφάγο . Είναι όλες οι μουσικές κι όλες οι εικόνες. Ηθοποιός σημαίνει φως και σκότος, από το σκοτάδι ξεκινά και μόνος σαν το έμβρυο, ύστερα χτυπάει το πάτωμα και ανασηκώνεται από το έδαφος κάποια εκατοστά , κι άλλα εκατοστά, κι άλλα εκατοστά, στο τέλος έχει τόσο εκτεθεί που έχει ξεπεράσει την έννοια του ύψους, εκεί κατά την πτήση του γίνεται φως. Ευεργετημένος ο θεατής μοιράζεται την πτηση όπως συμβαίνει με τον έρωτα που είναι δυνατός" Όμως ενώ ο θεατής πετάει στο τέλος δύσκολα αντιλαμβάνεται την πτώση του ηθοποιού. Γιατί καθε πτήση που αυτο πραγματώνεται μετά γίνεται πτώση... Αυτή είναι η γνησιότητα της γραφής του ηθοποιο

Ιδιοδεκτική αίσθηση Οι νευρώνες μας αποδομούνται μέσα στις πέντε αισθήσεις, προχωρούμε νευρικά και κάθετα , με τις αρτηρίες ανοιχτές. Οι πληγές μας κατοικούν στην οδό της Περσεφόνης, βλαστοί της ορφάνιας και της ερήμωσης, παιδιά των λιμανιών. Χώρες που διηγούνται έρωτες με σημαίες μαύρες οδηγούνται στην κοιλιά του θηρίου. Που θα σε βρω; Και πότε; Δεντροστοιχίες με κερασιές ανθισμένες, σαν στήθη νεαρής γυναίκας ακροβατούν στις έκτες μας αισθήσεις, εσύ ενας κυνηγός κεφαλών , επαγγέλλεσαι τώρα έναν θλιβερό τυχοδιώκτη κι εγώ μια ηθοποιό που καθημερινά κάνει το ντεμπούτο της. Που θα σε βρω; Και πότε; Είναι καιρός τώρα που όπιο μας είναι μια διαρκής ανασφάλεια. Είναι καιρός τώρα που οι άνθρωποι κοιτούν το φύλο τους σαν να είναι μια βάρκα που ταξιδεύει μέσα σε μια σκοτεινή θάλασσα. Φαλλοί και αιδοία σε σύγχυση. Γλώσσες που δεν κατοικούν στην υπόφυση, σαν να πληρώνουν κόμιστρα θανάτου, εδώ εκτελούνται οι φονικές εντολές, φυλάξου, θα σε σκοτώσουν. Και μαζί σου θα πεθάνουν κι οι μνήμες μου...

Οι άγγελοι θυμιατίζουν, το άγιο χασισάκι σου, έστελνε την μυρωδιά του στα χερουβείμ. Κίτρινες νεραγκούλες και βιολετες μενεξεδιές στα μάτια μιας μαυρομάτας που σου άρεσε. Μιας μελαχρινής που σε ύψωνε στην κοιλάδα των πολύχρωμων νερών. Δυό σύννεφα στάζουν στα μάτια κάθε φορά που σε σκέφτομαι. Η σκιά του πατέρα μου καθισμένη σε μια καρέκλα να με κοιτάζει κάθε φορά που τον θυμάμαι να χορεύει επάνω σου. Η Σύρα σε ποτίζει δάκρυα. Η γέφυρα αυτών που φουμάραν το χασίσι ακόμη αναστενάζει ,σαν πόθος που βγήκε από αντρικό μάτι καθώς αντίκρυσε ένα στήθος σφιγμένο σε στενή μπλούζα. Την ποτίζεις δάκρυα. Ησουν ο λόφος που βλέπαμε τον ήλιο, διεγερμένοι από την επιθυμία της ζωής ανεβαίναμε στα χέρια σου κι οι νότες σου πουλιά με ουρές πολύχρωμες ούρλιαζαν στα πόδια μας. Για να χορεύουμε. Η Ελλάδα πονάει. Πάντα πονούσε. Ο έρωτας πονάει . Πάντα πονούσε. Μάρκο. Μονάχα η αγάπη μένει. Κι εσύ όρθιος με την τραγιάσκα ταίζεις την καρδιά μας. Μάρκο. Θα ταίζουμε τους τρυφερούς μας δαίμονες φωνάζοντας το όνομα σου. Ο πιο τρυφερός πατέρας μας ζει πίσω από τον ουρανό που ξεβράζει γιασεμιά , έχει το πρόσωπο σου. Μάρκο. - Η ωδή στον Μάρκο-

Η βινιέττα όλων των ερώτων υποκλίνεται στον έναν, αυτόν που σέβεται εκείνους που προηγήθηκαν , χωρίς να έχει την διάθεση να τους αποδυναμώσει... (Βινιέττα είναι τεχνοτροπία στην ζωγραφική )

Παίρναμε το τρένο με τον Χοσέ και βλέπαμε τα δέντρα να χορεύουν έξω από το τζάμι. Ο αέρας της εξοχής μας έφτιαχνε την διάθεση, αλλάζαμε το πρόσωπο της πολιτείας με εκείνο του άστρο παρατηρητή. Μετά ανεβαίναμε στα δέντρα και φτιάχναμε δεντρόσπιτα, αφήναμε τον ουρανό να φυσάει τα πνευμόνια μας. Χορεύαμε ινδιάνικους χορούς που δημιουργούσαμε εκείνη την στιγμη.Πιασμένοι από το χέρι τραγουδούσαμε μάντρα της αγάπης. Η φιλία έχει κάτι από τον θεό των ανθρώπων Χοσέ, έλεγα και έπεφτα στην αγκαλιά του . Εκεί κοντά μας υπήρχε ένα ποτάμι , γκριζόμαυρα ψάρια κολυμπούσαν ανάμεσα μας κι οι πέτρες είχαν μια διαφάνεια από πράσινο και κίτρινο. Εκεί ξαπλώναμε ανάσκελα με ανοιχτά τα χέρια και ξαναγυρίζαμε στην παιδική μας ηλικία, τότε που πιστεύαμε πως είμαστε αθάνατοι. Ο έρωτας κι η παιδική ηλικία έχουν αυτή την δύναμη . Πουλιά τραγουδούσαν πάνω από το κεφάλι μας, Χοσέ ,του φώναζα, κοίταξε , τα πουλιά μας κάνουν παρέα. Αυτός γελούσε με τα κεχριμπαρένια μάτια του και μου έπαιρνε την λύπη. Είχε έναν θαυμαστό τρόπο να μου παίρνει την λύπη, κάτι που είχα σαν δεύτερη φύση μου από παιδί.. Χοσέ, του έλεγα, πως γίνεται όταν σε σκέφτομαι να με παίρνεις τηλέφωνο; Πως γίνεται όταν είμαι μέσα στην μαύρη λίμνη να το νιώθεις , να απλώνεις τα χέρια σου και να με βγάζεις έξω; Είναι φυσικό, μου έλεγε, είμαστε πολύ παραπάνω από αδέλφια, σημασία δεν έχει η μήτρα που φιλοξενεί δυο πλάσματα, σημασία έχει να μπορείς να βγαίνεις από το εγω σου και να μπαίνεις στην ενδοχώρα κάποιου άλλου, να την νιώθεις με την καρδιά και τον νου, να την αγαπάς και να γοητεύσαι ταυτόχρονα. Έχεις δίκιο Χοσέ, του έλεγα ξαπλωμένη ανάςκελα μέςα στο νερό. Χοσέ ξέρειΣ; Φοβάμαι μην πεθάνεις, φοβάμαι μην σε χάσω. Είμαστε φθαρτοί, γι αυτό φοβάσαι, όμως σιγά σιγά θα γίνουμε δέντρα που θα αγγίξουν τον ουρανό και τίποτε δεν θα φοβόμαστε, έχουμε δρόμο ακόμη γι αυτό μπροστά μας, μου απαντούσε κι είχε νερό στα μάτια του. Ήξερα πολύ καλά τι έλεγε.. υγ. Αφιερωμένο στην Μ

Το πάρκο των αισθήσεων κατοικεί εντός μας, περιμένει τον ήλιο από σώματα με ιάματα, με κεριά που αναδύουν προοπτικές έκστασης. Να μην υπάρχει η βρομιά των σεντονιών από προηγούμενους εραστές που έκαναν θόρυβο, σκέψεις αμφιβολίας , η Μάτση ήξερε για τον Αντρέα όταν κοιμόταν μαζί του στον τάφο του Ινδού ,για το πόσο διεγερτικές , είναι οι σκέψεις της αναμονής. Ο έρωτας δεν πεθαίνει, λίγο ξεκουράζεται σε πλάνες, ύστερα βιαστικά και χωρίς προειδοποιήσεις σκορπάει την γλυκυτέρα των ανταμοιβών. Κι είναι το πάρκο γεμάτο χαρές χωρίς φθόνους. Η πιό πυκνή σκέψη είναι η πτήση κι η αιώρηση μετά το κενό. Κι η αφή είναι η μνήμ

Τις ημέρες εκείνες ερχόμουν και σε έβρισκα χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Τα μαστίγια της βροχής εγκλώβιζαν τα μάτια μου. Δεν υπήρχε καμία ανάγκη να ψάξουμε την συγκίνηση ,ούτε φυσικά να την παρακινήςουμε τεχνηέντως. Μικρά συντριβάνια ηδονής αντιμετώπιζαν αυτά της λύπης. Άβυσσος, σου έλεγα, άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων. Και βιώσαμε τον ρυθμό του κόσμου, όπως ο Παλαμάς ,εντός μας. Και ξανα γεννηθήκαμε. Τις ημέρες εκείνες ερχόμουν και σε έβρισκα χωρίς στόμα. Δεν χρειαζόταν να σου μιλάω. Ήταν άλλος καιρός τότε. Είχαμε φτερά στην πλάτη, θυμάσαι; Και κάθε δάκρυ σου ήταν δικό μου. Μετά σε έψαξε ο θάνατος, σε βρήκε πολύ όμορφο, είχες εκείνη την μελαγχολία των φαγιουμ. Σε χαιρέτησα νοερά. Από τότε ψάχνω να βρώ πως ήταν εκείνες οι ημέρες, οι πικρό γλυκές. Δεν βρίσκω τίποτε, μόνο θυμάμαι.. Και γύρω μου βρίσκω προβιές και δέρματα λύκων. Και παντού διάχυτη η εξαφάνιση του γένους μου. Κι η φυλή μου βαπτίστηκε άφιλη.. Το αίμα κάνει αυλάκια , τσουλάμε πάνω του και χτυπάμε. Ω, τουλάχιστον να μπορώ να σε θυμάμαι.. Στην μνήμη του Π. Του ανθρώπου ψάρι

Σου μιλούν οι ψυχές και σου ψιθυρίζουν πως εδώ είναι πια ,ένα εργοτάξιο αισθημάτων. Γυρίζεις και τους λες πως περιμένεις να έρθουν οι καλύτερες ημέρες. Γελούν μαλακά και σου απαντούν πως ακόμη και τα σύννεφα κάνουν παράπονα και ζητούν να μεταναστεύσουν. Βάζεις τα χέρια στις τσέπες και νιώθεις σαν να είσαι ο Τομ Σόγιερ. Αντιλαμβάνεσαι χωρίς κόμπλεξ πως υφίσταται μια μετάλλαξη το ανθρώπινο είδος ,αλλά δεν μπορείς να μεταλλαχτείς κι εσύ. Το παίρνεις απόφαση, θα μείνω με τους τελευταίους λες. Στο μεταξύ τόση ανθρωπο μάζα στους δρόμους που ούτε ένας δρόμος για παιχνίδι ανοιχτός. Ο ήλιος παίζει γνέφοντας σου ο πυρετός έχει πάρει το μαστίγιο του και σε χτυπάει. Θέλεις να μπείς σε όλα τα παιχνιδάδικα και να τα σαρώσεις. Να κυλιστείς επάνω σε ότι είναι χνουδωτό, σε λίγο καιρό και τα ζωντανά θα μετακομίσουν αλλού, το ξέρεις, θα μείνουμε με τα χνουδωτα ως ανάμνηση. Η τρέλα γενοβολάει συνεχώς. Κι οι αρρώστιες επεκτείνονται

Λατρεύω όλες τις γυναίκες που παίρνοντας ένα μεταμεσονύχτιο ταξί φιλώντας τον αγαπημένο τους και καληνυχτώντας τον, άκουσαν τον οδηγό να τους λέει (τι θέλεις εσύ κορίτσι μου με αυτόν, εσύ είσαι σαν τα κρύα νερά) κι εκείνες μεθυσμένες από ευτυχία τον έστειλαν στον μεγάλο.. Αυτές τις γυναίκες τις λέω ελαφίνες.. Αντιπαθητικές , μου είναι εκείνες που όταν ερωτευτούν κάποιον , δεν ακούνε τις φίλες που προσπαθούν να επισημάνουν τα αυταπόδεικτα απλά και χωρίς διάθεση επιβολής. Πιστεύουν πως οι φίλες τους δεν καταλαβαίνουν τον πληγωμένο εραστή τους από την ζωή και βρίσκουν χιλιάδες επιχειρήματα και σχεδόν ζητούν τον κατα σπαραγμό τους με τον τρόπο τους. Μην σου τύχουν ποτέ τέτοιες γυναίκες στο διάβα σου καθώς κι αυτές που είναι τόσο ανασφαλείς που πιστεύουν πως θα τους κλέψεις τον υποψήφιο με μια χειραψία..Είναι οι Απελπισμένες για αντρικό κρέας.. Φυσικά και οι δυό περιπτώσείς ποτέ δεν θα παραδεχτούν πως είχαν άδικο . Τις μεν πρώτες τις λέω γυναίκες οχιές , ενώ τις δεύτερες ύαινες.

Μέσα στην Ρωμαϊκή νύχτα έλαμπαν οι γυναίκες που φορούσαν ρούχα ντεμί -σεζόν. Ο ουρανός άστραφτε από τα πυροτεχνήματα ενός γάμου κάπου εκεί δίπλα. Ημουν κουρασμένος από τις σιωπές μου, εδώ κΆι καιρό δεν συνέβαινε τίποτε ωραίο που να μπορεί να κλονίσει την βαθιά μου θλίψη. Καθώς χανόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους που με έσπρωχναν βιαστικά ,την είδα στηριγμένη στο μπράτσο ενός ψηλού άντρα που φορούσε μαύρο παλτό, γελούσε κΆι φωτοβολούσε σκορπίζοντας γύρω της εναν αέρα βιολετών. Η Βερονικα ,με είδε, είχαμε πάνω από πέντε χρόνια να ιδωθούμε. Μια εγγενής λαχτάρα με ανάγκασε να τους ακολουθήσω. Δεν έδειξε έκπληξη οταν με είδε να τους κοιτάζω καθισμένος στο απέναντι τραπέζι ενός ακριβού για τα μέτρα μου εστιατορίου. Από τον τρόπο που οι σερβιτόροι στριφογύριζαν γύρω τους καταλάβαινα πως ο κύριος διέθετε άφθονο χρήμα , κάτι που επιζητούσε πάντα η παλιά μου αγαπημένη. Έτρωγαν μηχανικά, όπως όλοι οι μεγαλοαστοί του κόσμου, περισσότερη η προσοχή στον τρόπο που χειρίζονταν τα μαχαιροπήρουνα και λιγότερη η απόλαυση για το φαγητό. Εκείνη,έπινε κραςί με λίγη νευρικότητα, εκείνος κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα. Τότε βρήκα την ευκαιρία να πάω στο τραπέζι της, τα μάτια της έλαμψαν σαν της γάτας, ( Τι θέλεις εδώ, τρελάθηκες); Μίλησε μέσα από τα δόντια της. (Ναι, τρελάθηκα, κι επειδή είμαι πιο τρελός από τότε που με άφησες φρόντισε μόλις τελειώσεις από εδώ να έρθεις να με βρεις στο σπίτι) Ξεκαθάρισα τις προθέσεις μου, μάζεψα το παλτό μου , πλήρωσα κι έφυγα πριν δω το βλέμμα της που το ένιωθα ήδη σαν μαχαίρι στην πλάτη μου.. Ενώ η νύχτα είχε πάψει πια την φρενίτιδα της κι ήμουν ακουμπισμένος στην κουπαστή της βεράντας το δέρμα μου την αναγνώρισε, πλησίαζε σε εμένα, αυτό ήταν η Βερόνικα, πριν ακόμη την αγγίξω καιγόμουν από την μνήμη της. Σε μερικά λεπτά άκουσα το κλειδί στην πόρτα. Έτρεξε σε εμένα σαν πληγωμένη ελαφίνα Την έσφιξα επάνω μου κλαίγοντας. Κι εκείνη έκλαιγε, μπήκαμε ο ενας μέσα στον άλλο, με τα μάτια, το στόμα, την μύτη, τα γεννητικά όργανα ,σαν να γινόταν αυτό κάθε ημέρα. Υστερα ξημερώσαμε αγκαλια. Κι αρχίσαμε να δίνουμε τις τυπικές υποσχέσεις των ερωτευμένων, κι ύστερα πείσαμε ο ενας τον άλλον πόσο μα πόςο μας είμαστε απαραίτητοι, πως ο χρόνος που μεσολάβησε δεν άλλαξε τιποτα στην σχέση μας. Μαζί με τις τούφες του καπνού στο ταβάνι πήγαιναν μαζί κι αυτά που λέγαμε. Οταν έφυγε πια ,ήταν ξημερώματα, Ξυπνησα από μια ηλιαχτίδα στην μέση του δωματίου. Xόρευε γυμνή και με ζάλισε στα μάτια. Και ξαφνικά ήξερα, την Βερόνικα δεν θα την ξανα έβλεπα ποτέ.. Όπως και έγινε. Χαθήκαμε μέσα στην βαριά ατμόσφαιρα της εποχής. Κανείς δεν είχε διάθεση να νιώσει ανθρώπινα..

Οι άνθρωποι περιμένουν τα τριήμερα για να ξεχάσουν το δέρμα τους. Να ξεχάσουν πως η ζωή είναι ένα κουρδιστό παιχνίδι. Πως αλλάζουν πληγώνοντας εκείνους που αγαπούν. Πως οι μισοί θέλουν να πεθάνουν κι οι άλλοι δεν μπορούν. Πως μερικά παιχνίδια είναι στημένα. Θέλουν να ξεχάσουν πως ίσως μέσα στα ερείπια μπορεί να υπάρχει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Πως μέσα στα σκατά υπάρχουν φορες που γεννιούνται πρίγκηπες δίχως στέμμα. Πως οι προδοσίες είναι παράφωνες αλλα πάντα θα υπάρχουν στην ορχήστρα. Οι άνθρωποι τα τριήμερα νομίζουν πως είναι αποδημητικά πουλιά. Αλλά δεν είναι. Απλά θέλουν να επιςτρέφουν στις αυταπάτες τους. Αν δεν γίνεις ήλιος όταν οι άλλοι σε γκρεμίζουν πάντα θα σε ρουφάει ο άτλαντας του κόσμου. Κι όσο κι αν φωνάζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους δεν θα ακούνε τις φωνές τους γιατί θα ουρλιάζουν ανάμεσα τους τα πληγωμένα δέντρα της πόλης. Τα τριήμερα είναι κατασκευαστικές αποθήκες ονείρων.. Μόνο το τώρα υπάρχει, έχει γίνει τέρας υπέρ οπλισμένο κι απειλεί να μας φάει ζωντανούς. ΤΑ ΤΡΙΗΜΕΡΑ

Εκείνοι οι εαυτοί μας που έγιναν ανάμνηση μας φτύνουν σαν γλώσσες φωτιάς, τους προσπερνούμε κατάκοποι από την συνήθεια και την απάθεια, τους διατάζουμε να κάνουν σιωπή τα βράδια , όμως εκείνοι βρίσκουν πάντα την ευκαιρία και συλλαβίζουν τα όνειρα μας. Σκόπευτρα της χίμαιρας οι λέξεις, τιποτένιοι ασπασμοί στο στέρνο. Ποτέ δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή να τους αδρανοποιήσεις εκείνοι οι εαυτοί μας είναι δρόμοι, δεν τελειώνουν πουθενά...
το μάτι μας. Αν σήκωνες όλα σου τα μυστικά και τα έκανες σαίτα στα μάτια των άλλων δεν θα φοβόσουν τίποτε, ότι εκτίθεται γίνεται δυνατό. Πολλές φορές είμαστε στον χώρο χωρίς να είμαστε στον χρόνο. Κι άλλοτε είμαστε απλά στον χρόνο χωρίς να είμαστε στον χώρο. Είμαστε ότι μας τροφοδοτεί το μάτι. Αν μείνεις στο ξενοδοχείο των πληγωμένων καρδιών θα γεμίσουν τα αυτιά σου από τις φωνές μικρών λευκών πουλιών, κάθε πληγωμένη καρδιά είναι ένα μικρο λευκό πουλί. Ότι κι αν μου συμβεί γυρίζω σε αυτό που βρίσκεται πίσω από το μάτι. Και δεν μετανιώνω ποτέ...

Η αληθινή ομορφιά μιας γυναίκας μοιάζει σαν ένα μεθυσμένο αηδόνι..
Οι μνήμες είναι σαν κόκκινες κλωστές, ξεμυτίζουν από τα συρτάρια, κίτρινα συρτάρια, χορεύουν ξέφρενα σε πάτωμα από κέδρο, πράσινες γραμμές στο χέρι μου που είδε μια τσιγγάνα, μοβ τσιγγάνα, καίνε καρβουνάκια στο θυμιατήρι της γιαγιάς μου, καφέ ήταν η γιαγιά μου, χαρτιά πεταμένα σε ιστούς αράχνης, κίτρινα χαρτιά, πεζοπόροι κι αγωνιώδεις υφαντές των ονείρων, χρυσό και κόκκινο τα όνειρα, οι μνήμες ακούραστες κόρες της θάλασσας, έρχονται με βάρκες μπλε στην μέση του δωματίου μου, στέκονται και με ρωτάνε με ένα στόμα, -τι θα αποφασίσετε για εμένα, θα με κρατήσετε-; Αποσιωπώ και λυγίζω το κεφάλι. Η πιό δυνατή μνήμη θα αδειάσει όλα τα χρώματα.. Κι εγώ ένας κόκκος από θειάφι, θα ψάχνω τα λουλούδια που σπαρταρούνε στην άκρη πάντα ενός δρόμου, γκρίζου δρόμου, δεν τα βλέπουν οι περαστικοί και τα πατούνε κι αυτά ούτε ένα Αχ, ούτε ένα Αχ , γαλάζιο Αχ του ουρανού... Η μνήμη είναι χαμαιλέοντα

Όταν η θάλασσα έχει πάρει το ίδιο γκρίζο με τον ουρανό ,ξέρεις το σημείο που πατάς. Εκεί ξεμπέρδεψες με το κλειστόν λόγω μελαγχολίας. Τίποτε δεν είναι κλειστό όταν βγάζεις ένα φαιδρό παρελθόν έξω από την πόρτα και η αλήθεια χτυπάει σαν ξυράφι. Δεν σε ενοχλεί το ψέμα αλλά οι ψεύτικοι άνθρωποι, αυτό δεν είναι παρά μια θέση τους καθαρά ιδιοτελής, συνεχής χωρίς εκπλήξεις και ανάπτυξη και αλλοιώνει το ωραίο. Δεν είναι ίδια η ομορφιά σε όλα τα μάτια. Δεν είναι συμβατές πάντα οι προθέσεις με τις υποσχέσεις. Ούτε η τιμιότητα ελαχιστοποιεί την δύναμη της επειδή διασχίζουμε την εποχή του άρρωστου εγώ. Άπειρα αυτά τα εγώ αλλά η ζωή είναι μία. Το να είσαι εσύ ατόφιος, ζώντας με τους άλλους είναι η πιο καθαρή πολιτική θέση. Όλα τα άλλα πουλιούνται στην αγορά που τα φύκια τα τιμολογεί σαν μεταξωτές κορδέλες.. Οι άνθρωποι έμαθαν να ζουν με τα οστεοφυλάκια της συνείδησης τους και των ιδεών τους. Όλα ξεκινούν και τελειώνουν από την θέληση σου για αλήθεια και φως. Ανοίγουν μονοπάτια που σε οδηγούν εκεί ακόμη και τυχαία. Η πραγματικότητα συνεχώς αλλάζει. Και πολλές φορές πιστεύεις πως επειδή το γκρίζο της θάλασσας έχει το ίδιο γκρίζο με τον ουρανό ότι δεν υπάρχει ορίζοντας. Όμως υπάρχει και το ξέρεις. Υπάρχει πολύ αυστηρό τίμημα αλλά τίποτε δεν κερδίζεται εύκολα. Ποτέ δεν μας άρεσαν τα πλήθη, οι αριθμοί κι οι λέξεις που θυσιάζονται για μιαν εντύπωση που στο επίμετρο είναι ευτελείς. Γνωρίζουμε από παιδιά να περπατούμε με γυμνά πέλματα στις καυτές πέτρες. Και γνωρίζαμε από παιδιά με το φυσικό μας ένστικτο πως η μοναχική πορεία είναι δύσκολη. Όμως τούτο, δεν σημαίνει πως δεν θα έχουμε πάντα γενναίους κι όμορφους φίλους κι ανθρώπους δίπλα μας και στην καρδιά μας που γνωρίζουν τι είναι η αγάπη. Ας μην γελιόμαστε, όλοι μας ξέρουμε
Δεν είναι όμορφες οι ιστορίες που κατασκευάζονται από εμάς και τους άλλους οι πιο όμορφες ιστορίες φτιάχνονται από μόνες τους..
ώρα που η ανάγκη για επικοινωνία ενδύεται το ρούχο της ματαιοδοξίας, το μάτι και το αυτί πλημμυρίζουν από φτήνια, τώρα που η αδέσποτη αλλά πειθαρχημένη συγκίνηση συμβιβάζονται με την επίδειξη της πρόθεσης, τώρα πιο πολύ, ποθώ να βρώ, τις πληγωμένες γσέισες, να μου δώσουν μέςα από το χρυσό κόκκινο τσαντάκι τους να βάλω, κάτω από το μαξιλάρι, φεγγάρι από ασημένια λέπια και άνθη του Βαν Γκόγκ.. Στην ελεγεία της αρμονίας να χαθώ, να χυθώ να ηλιοβασιλέψω, να κοιμηθώ για πάντα .. η γκέισα κοιμήθηκε
Η βιωματική των ασωμάτων τώρα που δεν υπάρχει τίποτε χειροπιαστό να δείς μπορείς να πετάξεις αρκεί στην πτήση σου να μην δείς την γυναίκα με τα ξυλοπόδαρα αυτή που είναι υπερβολικά αυτόνομη και πετάει κεραυνούς με τα μάτια της προχτές νομίζω την είδα κι εγώ μα δεν μπόρεσα να της μιλήσω γιατί ήμουν ζαλισμένος από το ούζο που είχε γίνει ήλιος και θάλασσα κάπου εκεί συνειδητοποίησα πως δεν είχα σώμα.
Κανείς δεν ξέρει την αυγή ,σε ποιά προβλήτα θα ακουμπήσει τα βλέφαρα του. Σκληρός ο κόσμος μα ακούραστος * με ένα του φίλημα ο καθείς γίνεται προδότης. Πισθάγκωνα σε έτρεχαν οι βλαστοί των αγίων μα τα αγιάσματα τους ποτέ δεν τα είδες, μόνο τα μύρισες μια ανοιξιάτικη βραδιά που οι νερατζιές έκλαιγαν ενώ η σελήνη εξέπεμπε s.o.s. Φύγε, μην με ακούς , έξω όλοι τρέχουν προς τα πίσω.
Εκείνη την εποχή πεινούσαμε για τους ανθρώπους. Κι οι περισσότεροι πεινούσαν για εμάς. Μεγαλύτερη διέγερση από αυτήν, ήταν η ερωτική αναζήτηση, όχι όπως στα φωτορομάντζα, ούτε στα παραμύθια με τους βατραχοπρίγκιπες, 'ηταν αυτή του να φορέσουμε το δέρμα του εραστή μας. Όταν η ημέρα διαδεχόταν την νύχτα έλαμπαν τα σπλάχνα μας. Η καρδιά μας είχε πολλά ανοίγματα στην φαντασία και δεν επιδεχόταν περιφρούρησης. Όμως ξέρεις κάτι; Όλα αυτά, ήταν πριν* κάποιες λέξεις και τόποι γίνουν μόδα. Δεν χρειαζόταν να δεις περισσότερο από πέντε λεπτά τότε για να διαπιστώσεις την γνησιότητα των λεγομένων και των προσώπων τους.. Είχαμε παρατσούκλια αντί για ταυτότητα. Ονειρευόμασταν τα πιό όμορφα μάντρας, την Ινδία και τους Σούφι. Μα έπειτα ο Ρουμί, ο Τζακ κι ο Τσαρλς και πόσοι άλλοι έγιναν μόδα. Φιγούρες ανθρώπινες, των κοσμικών νησιών επισκέπτες, μιμήθηκαν τους καταραμένους παριστάνοντας τους αγίους, πράγμα αδύνατον να το πετύχει άλλος κανείς.. Καμία διαύγεια στις πράξεις και το μυαλό τους. Άνοιξαν αγορές. Ανοίχτηκαν και πήραν και πολλούς από εμάς. Ύστερα γιγαντώθηκαν οι άλλες αγορές. Και εκεί τελείωσε το θέμα της όρασης και η υπόθεση του ανθρώπου. Και τέλος κάποιοι που απομειναν κυκλοφορούν ψάχνοντας μια δικαίωση σε ηλεκτρονικούς τοίχους με δήθεν στίχους και μια δήθεν λατρεία στους νεκρούς. Κι αυτό το δήθεν με σκοτώνει.. Πολλές φορές ευχήθηκα να μην βλέπω και να μην καταλαβαίνω... Αλλά κάτι είναι πιό επάνω από εμένα και με πυροβολεί ακατάπαυστα.. Σήμερα πεινάμε πάντα για τους ανθρώπους. Αλλά τώρα πια δεν είμαστε αθώοι γιατί είμαστε υποψιασμένοι.. Πρώτο παράδειγμα εγώ, κάποτε μισούσα τα αποσιωπητικά, τώρα τα χρησιμοποιώ συχνά.... 4.17. Μεσημέρι, πάει για απόγευμα
Ώσπου να αδειάσει η μνήμη θα σε περιγράφω στα χελιδόνια. Κι ενώ οι άλλοι θα περιμένουν τις άγιες ημέρες, ο Παπαδιαμάντης θα κοιμάται στην πλατεία , ο Καρούζος θα πίνει ποτά ώσπου οι λίγοι εναπομείναντες ακόλουθοι του επιταφίου, να λιμνάσουν στα σπιτια τους. Οι Μήδειες θα σφάζονται από τα παιδιά τους κι ο κόςμος θα γυρίζει ανάποδα οταν ο μισός πλανήτης θα βομβαρδίζεται στον Γολγοθά του μαρτυρίου. Οι άγιες ημέρες δεν θα έρχονται όσο ο άνθρωπος δεν υπάρχει σαν ένα θαύμα. Η μοίρα είναι ολοι οι χρόνοι μαζί στο ποδήλατο ανεβασμένοι , της ανθρώπινης περιπέτειας. Ωσπου να αδειάσει η μνήμη θα σε περιγράφω στις επόμενες ημέρες της παπαρούνας, αιματώδης και πυκνή στην επίδραση της στην ευαισθησία ,θα κάνει συντροφιά στους μοναχικούς . ¨οταν θα φύγει ο τελευταίος από την πλατεία του θεάτρου θυμήσου να σηκωθούμε από τα γόνατα. Να χορέψουμε τα τραγούδια τα αγαπημένα , των οικείων μας νεκρών. Με ´ενα μαχαίρι ´ή μονάχα ένα λουλούδι, δεν απλώνεται ο άνθρωπος. Αιωνίως θα περιμένει μια Ανάσταση με τα χέρια σε ακαμψία. Σε αγαπώ, να με θυμάσαι οταν θα μου φέρνεις φρέζιες. Της Μεγάλης Δευτέρας
Κάποτε θα έπρεπε να μιλήσουμε για εκείνη την θερμότητα που αγνοήσαμε , για εκείνη την μικρή φωτιά που μας φυγάδευε μέτρα προς τα επάνω, μα οι σκιές που έπεφταν στα μάτια μας από τις αμφιβολίες ήταν ένας τελικός σταθμός. Οι ήττες μας , μας τρώγανε τα σπλάχνα σαν σκυλιά. Σε θυμάμαι καμιά φορά όταν ο αέρας με χαϊδεύει με ένα άρωμα απο νερατζιές. Άνοιξη ήταν θυμαμαι οταν αποχαιρετιστήκαμε δίχως μια λέξη..
Είχε έναν τρόπο να γελάει με τα χέρια της. Με τα χέρια της έβγαιναν νότες γάργαρες από τον πνεύμονα και έρχονταν και κάθονταν στο μέρος της καρδιάς του, διώχνοντας μακριά του κάθε λύπη. Είχε έναν τρόπο να γελάει με όλα της τα δάχτυλα, μικρές καμπάνες έπαιζαν κρυφτό κάθε φορά που μετακινούσε τα δάχτυλα στον αέρα ή προς την μεριά του.. Κι αυτός ήταν μόνο ένα καράβι φτιαγμένο από λύπες. Έλυνε κάβους μόλις έβλεπε τον χορό των χεριών της κι έφευγε, νιώθοντας ως τα κόκαλα του την χαρά... υγ. στην Α.
Είχε μπεί στην εποχή που η μνήμη ήταν ένα στεγνό σφουγγάρι ,ζητούσε απο την νύφη της που δεν ήξερε ποιά είναι ,απλά την αναγνώριζε σαν ένα σημάδι επαφής, να την βοηθήσει κι εκείνη στις δουλειές του σπιτιού, να μην είναι ακίνητη, το σπίτι ήταν έρημος που την φώτιζε πότε πότε ένα αντρικό πρόσωπο που έλεγε πως ήταν ο γιός της, γύριζε γύρω γύρω και ζητούσε συνεχώς να φάει, αυτή που την έλεγαν νύφη της της έβαζε το γεύμα σε τρία πιάτα, άλλο η σαλάτα, άλλο είχε το κρέας , άλλο το φρούτο, αυτό την μπέρδευε, ωστόσο μέσα στο λευκό μυαλό της γύρευε εκείνο το πρόσωπο που έλεγε πως είναι γιός της, τον έψαχνε, ωστόσο μια ημέρα εκείνος της είπε , μάνα θέλω να με παίρνεις κάθε ημέρα στην δουλειά μου τηλέφωνο στις δυο και μισή, τότε εκείνη πήρε στα χέρια της εκείνο το πρωινό το ξυπνητήρι, πάνω κάτω διέσχιζε τον διάδρομο, το σαλόνι, την κουζίνα, πάνω κάτω παραμιλώντας , πρέπει να τον πάρω τηλέφωνο το μεσημέρι στις δυό και μισή, κοιτούσε το ρολόι και περίμενε να έρθουν οι δείκτες στην σωστή θέση, το σπίτι ερήμωνε, ολοένα ερήμωνε ,δεν μπορούσε να ταξιδέψει με το μυαλό της όπως κάποτε, δεν μπορούσε να νιώσει χαρά, σκιές την έτρωγαν και την κατάπιναν, ύστερα ήρθε αυτή που την έλεγε με το όνομα της , τι κάνεις Όλγα είπε, τι κάνεις με το ρολόι στο χέρι, να πάρω κάποιον τηλέφωνο, αλλά ποιόν , αυτό είπε κι ένιωσε άσχημα, ένιωθε σαν παιδί που γυρεύει την μάνα του αλλά δεν θυμόταν ποιά είναι η μάνα της, μόνο κάποιες παλιες φωτογραφίες ,της την θύμιζαν, της άρεσε η μουσική, η κλασική μουσική, θυμόταν κάποιον γιατρό που έλεγε πως η μουσική αγγίζει όλα τα εγκεφαλικά κύτταρα, τώρα είχε πάει δύο και μισή η ώρα, ποιον έπρεπε να πάρει, όμως ήξερε πως αυτός ο κάποιος την αγαπούσε και τον αγαπούσε κι εκείνη...κι η αγάπη δεν έχει στάδια...άρχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι της Βέμπο ενώ η ώρα είχε πάει τρείς κι η ημέρα έξω έκαιγε από τον ήλιο. Η γεροντική παιδική ηλικία..
Η κοιλιά του νησιού βρυχάται ενώ παλεύουμε ανάμεσα στην δυσθυμία και την αφέλεια δίχως την διεκδίκηση μιας νίκης, αταίριαστοι και λυρικοί στην λάμψη μιας έναστρης ,νυχτερινής όψης, με την μνήμη του δέρματος στα μάτια, απωθώντας τον οίστρο του κτήνους, λαθραίοι και διώκτες του ψεύδους, μνημονεύουμε τις παλιές ώρες σαν νεκροφόρες.
να ακυρωμένο σώμα βαδίζει νευρικά πάνω κάτω στην ταράτσα/ η κουφή κυρία του τέταρτου όροφου ακούει ραδιόφωνο στην διαπασών/ ένας σκύλος φωνάζει στο μπαλκόνι ώρα τρείς ,βαθιά νύχτα/ εμείς κοιμόμαστε με τις φωτογραφίες των νεκρών μας στο στήθος , σαν Χριστοί σταυρωμένοι/ μια γυναίκα χορεύει με ένα φιλί στην πλάτη στον δρόμο της πάπρικας/ εσύ μου λες τίποτε εκπληκτικό πια δεν συμβαίνει ,φορώντας ένα χαλασμένο κραγιόν, κι εγώ, ριγμένος στα γόνατα, αφαιρώ ένα ένα τα καρφιά των άφιλων φίλων σου. Ακυρώσεις

να ακυρωμένο σώμα βαδίζει νευρικά πάνω κάτω στην ταράτσα/ η κουφή κυρία του τέταρτου όροφου ακούει ραδιόφωνο στην διαπασών/ ένας σκύλος φωνάζει στο μπαλκόνι ώρα τρείς ,βαθιά νύχτα/ εμείς κοιμόμαστε με τις φωτογραφίες των νεκρών μας στο στήθος , σαν Χριστοί σταυρωμένοι/ μια γυναίκα χορεύει με ένα φιλί στην πλάτη στον δρόμο της πάπρικας/ εσύ μου λες τίποτε εκπληκτικό πια δεν συμβαίνει ,φορώντας ένα χαλασμένο κραγιόν, κι εγώ, ριγμένος στα γόνατα, αφαιρώ ένα ένα τα καρφιά των άφιλων φίλων σου. Ακυρώσεις
Κάποτε μια κοπέλα που είχε ένα εξωτικό, κόκκινο πουλί κι ´ενα παιδί πίσω από το στήθος της ένιωσε δυσφορία. Αυτό οφειλόταν στο ότι τα δυό αυτά κρυμμένα πλάσματα τσακώνονταν αρκετά συχνά. Κι η κοπέλα προσπαθούσε να τους κάνει να ειρηνεύσουν. Όμως αυτό δεν είχε καμία επιτυχία. Και μια ημέρα που δροσοσταλίδες ήταν κρεμασμένες στα δέντρα συνάντηςε στον δρόμο της έναν ποιητή. Ο ποιητής τσακώνονταν με την ηχώ και την σκιά του, τις καταδίωκε ώστε να μπορέσει να φτιάξει ένα ποίημα. Ήξερε πως ένα δυνατό ποίημα, θάμπωνε με την λάμψη του τον αναγνώστη και έδινε νέο παλμό δίνοντας μια πολύ ακριβή σαφήνεια στις αξίες. Η κοπέλα έβλεπε τον αγώνα που έκανε ο ποιητής κι ένιωσε πως οι αληθινοί ποιητές βρίσκουν πάντα την αρχή του τούνελ που λέγεται μυστήριο. Είδε την άβυσσο που έριχνε τις σαίτες του και καταλάγιασε μέσα της την δική της αγωνία για τον καθημερινό πόλεμο των κρυμμένων δικών της πλασμάτων . Αντιλήφθηκε με το βάθος της καρδιάς της ,πως το πουλί και το παιδί τσακώνονταν γιατί προσπαθούσε η ίδια να τα κρύψει από τους άλλους για να μην την κατακρίνουν . Κι ακούγοντας τον ποιητή μαγεύτηκε κι άφησε την γνώμη των άλλων πέρα, τότε το πουλί και το παιδί λευτερώθηκαν από το στήθος της κι έγιναν μέρος σε ένα ποίημα. Κι όλοι μαζί πια λευτερωμένοι, κοιτούσαν με μάτι καθαρό και ανοιχτή καρδιά το κέντρο της οικουμένης. Από εκεί έβγαιναν κρυφές μουσικές που με τις δονήσεις τους ένωναν όλους τους ανθρώπους... παραμύθι για μικρούς και μεγάλους υγ αφιερωμένο με πολλή αγάπη στην M. και τον Κ
Όλες μου οι προσδοκίες τα μάτια σου τα μάτια σου τα μάτια σου/ μαχαίρια που φώλιασαν στην πλάτη μου λέξεις σαν κεριά που κανένα χέρι δεν θα ανάψει

Όλες μου οι προσδοκίες τα μάτια σου τα μάτια σου τα μάτια σου/ μαχαίρια που φώλιασαν στην πλάτη μου λέξεις σαν κεριά που κανένα χέρι δεν θα ανάψει

Όλες μου οι προσδοκίες τα μάτια σου τα μάτια σου τα μάτια σου/ μαχαίρια που φώλιασαν στην πλάτη μου λέξεις σαν κεριά που κανένα χέρι δεν θα ανάψει

Βιαστικοί οι παραλήπτες των ωραίων μας πράξεων/ τις καταχωρούν στα ( διαβασμένα) κι εμείς ανάλαφροι από το βάρος του υπερτροφικού εγώ μας σε λιμάνια πολυσύχναστα περπατούμε γυμνοί και μόνοι. Χωρίς την διάθεση να πούμε ένα ψέμα πίνοντας και καπνίζοντας χαρμολύπες. Μια ηλιόλουστη ημέρα θα μας θυμηθούν, αρχειοθετώντας μας στο θυμικό, σαν διαβασμένα Μα εμείς στα χελιδόνια εναποθέτουμε τις ελπίδες μας..

Με μια ευγενική κίνηση του κεφαλιού σου ματαιώνεις το φως, ο κόσμος στοιβάζεται σε χλωμά βαγόνια τρένου ψάχνοντας για στέγη, άνθρωποι από νερό ,καίνε καρβουνάκια στο λαρύγγι τους και θυμιατίζουν αγωνιες ,έρχεσαι εσύ με εκείνο το κίτρινο παλτό στον ύπνο μου και μου φωνάζεις να κρύψω όλου του κόσμου τις αθωότητες γιατί παντού ζητούν κόμιστρα γι αυτες´, κρύβουμε ζώα πληγωμένα από την πόζα, το ψέμα και την πνευματική χολέρα, τα κρύβουμε ανάμεσα στο στέρνο μας σε μια κλωστή αίματος, ψάχνουμε το φως στα κεραμίδια των παλιών σπιτιών, εκεί που τώρα μικροί φτωχοδιάβολοι μοιράζουν το δηλητήριο στην φλέβα, ούρλιαζε ο Μπαροουζ, ούρλιαζε το Ναγκασάκι, το Βιετνάμ κι η Χιροσίμα, η Αφρική μετράει εκατόμβες νεκρών, η ιστορία γελάει , ειρωνεύεται, με μια κίνηση του κεφαλιού μας βάζουν θηλιές στον λαιμό οι βιαστές του κόσμου, ( κράτα γερά ), φωνάζεις, σε κοιτάζω να χάνεσαι μέσα στους δεκάδες εαυτούς σου, ( υπερβαίνουμε τις δυνάμεις μας),σου λέω, οι άνθρωποι κοιτάζουν να σωθούν οπως οπως, δεν τους νοιάζει το αύριο, δεν τους νοιάζει πως κάποιος τους νοιάζεται, είναι τόσες οι ενοχές που είμαστε πνιγμένοι που ένα σε αγαπώ δεν σώζεται για κανέναν, ας χαθούμε λοιπόν μέσα στο ήταν και το είναι, χωρίς μια ανάσα για ένα αληθινό πένθος, Φυλάξου τώρα, ο τόπος άλλαξε, οι τόποι όλοι άλλαξαν, εκείνα τα πληγωμένα ζώα άκουσε που επιμένουν να μιλούν την γλώσσα των ανθρώπων, κάποτε θα λάμψουν με την αθωότητα τους στην εποχή των ζωντανών

Τα συναισθήματα δεν συντομογραφούνται κι η ζωή δεν χωράει σε κουτάκια με ονόματα . Τρέχω για ένα επείγον περιστατικό που θα έχει διάρκεια στην ανθοφορία. Κι εσύ με κοιτάζεις με μάτια που ξεχειλίζουν αρώματα. Η ειμαρμένη είναι δρόμος.

Ο πατέρας μου ήταν ένα κόκκινο μήλο το τρώγαμε μαζί, ένας δίσκος του Βαμβακάρη χορεύαμε τις Κυριακές πίσω από τις κλειστές πόρτες τα τραγούδια, ηταν η θάλασσα που με έμαθε να επιπλέω, μια αφίσα της Μοσχολιού στο μαραγκουδικο,, ένα καναρίνι φωλιαςμένο κάτω από την τραγιάσκα του παππού, ένα ρολόι που πήρα από το χέρι του στον νεκροθάλαμο και ποτέ δεν το φόρεσα μα μονο το κοιτάζω, λέω ήταν- γιατί τώρα είναι ένα σύννεφο που κρύβω με επιμέλεια στο στήθος, το αφήνω πότε πότε και με ταξιδεύει χωρίς να χρειάζομαι πυξίδα... - του πατέρα μόνο

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017


Ο κήπος των ανθισμένων κοριτσιών και των υπόγειων μαγαζιών η καπνίλα , οι κίτρινοι τοίχοι κι οι κλειστές καπαρντίνες, τα σκαμπό που άβολα τακτοποιούνται σταυρωμένες οι γάμπες κι ο πυκνός ερωτισμός που σαν κόκκινος καπνός βγαίνει από τα μάτια. Τα μάτια κοιτούν και μετρούν τα αδιόρατα, τα ξαφνικά που επείγονται για μια αμεσότητα στην ζήση. Να έρχεσαι και να με βλέπεις, να έχω στα μαλλιά ένα τριαντάφυλλο και να σου διαβάζω ολα τα στιχάκια των ανθισμένων κοριτσιών , γραμμένα με πάθος σε χαρτοπετσέτες, να βλέπεις τις καρδιές πως μοχθούν για να γίνουν ένα, ύστερα να απομυθοποιούν όσα κράτησε το στήθος και το μάτι και ξανά κυνηγοί του ονείρου να γίνονται, σύγχρονες Ιουλιέτες να θυμίζουν κάτι από σένα κι από μένα. Κι ο κήπος μια μέρα θα γεμίσει με κίτρινα φύλλα και παλτό που έζησαν την αίγλη της ομορφιάς μιας γυναίκας που κινήθηκε μυστικά στην νύχτα . ο κήπος των ανθισμένων κοριτσιών

ο πραγματικός μέντορας αυτού που γράφει είναι ένα αόρατο σκόπευτρο που σημαδεύει από κάτω προς τα επάνω. Ανεβάζει την θερμοκρασία στο αίμα χτυπώντας τα οστά και τα σπλάχνα . Αυτό που προκύπτει είναι το αποτέλεσμα όσων είδε κι έζησε ο γράφων από μια κατάβαση που γίνεται ανάβαση. Όταν τελειώσει η ανάβαση , αυτός που γράφει, ψάχνει χωρίς να το θέλει, ξανά , αυτό το αόρατο σκόπευτρο. Και ξεκινούν πάλι μέσα του οι διαφορές της θερμοκρασίας και του ύψους

Όλοι οι μεταφυσικοί διάλογοι είναι οι φυσικές μας προεκτάσεις μετά το γνωστό. Η αντίληψη του πετάγματος ενός πουλιού είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ πειθαρχημένηs άσκησηs της παρατήρησης. Μια γυναίκα με μαύρο κομπινεζόν κι ένα σαξόφωνο ,είναι πίνακας υψηλής αισθητικής. Οτι σε ξοδεύει λιώσε το. Η λύπη υπάρχει σαν αντιστάθμισμα στην χαρά. Ο έρωτας υπάρχει παντού όπως κι ο θάνατος. Η αγάπη είναι λύτρωση και συνεχής ενεργειακή παροχή. Η υποκρισία σκοτώνει πρώτα τον υποκρινόμενο. Ο ύπνος είναι πρόβα θανάτου. Η αυτογνωσία δεν έχει γόνατα. Ολοι αυτοί οι μικροί αφορισμοί χρειάζονται ύψος... Η αμφιβολία είναι ένα συνεχές όπλο. Αδράξτε την ημέρα πριν σας ξεφύγει όπως ένα σαλιγκάρι στην βροχή.. Αγαπάω έναν άνθρωπο σημαίνει του δίνω ύψος, οχι στίγμα αναγνώρισης. Η καρδιά κΆι το μυαλό χρειάζονται εμπιστοσύνη.. Του Σαββάτου σκέψεις

εκείνον τον καιρό η μητέρα μου ήταν κίτρο κι ο πατέρας ένας δίσκος στο γραμμόφωνο, μιλούσε για έρωτες που είχαν πέσει από κόκκινα ταβάνια. Έκλαιγε με τους στίχους και μάζευα τα δάκρυα του σε ένα μικρό μπουκάλι. Ύστερα από χρόνια πάλεψα με τις σαύρες που γλεντούσαν με τον πόνο του κόσμου. Προσπάθησα να μην γίνω μελό και κοινότοπη. Έγινα κι εγώ ένας πεσμένος έρωτας, έριξα λιβάνι στην κοιλιά του κτήνους και κολύμπησα στην κίτρινη λίμνη. Κότσυφες με συνόδευαν στην γη των πληγών, ύστερα θυμήθηκα τα δάκρυα του πατέρα κι έγινα αέρας. Από τότε η μνήμη μου έγινε σφουγγάρι με τρύπες. Όταν θυμάμαι την ημέρα που βγήκα στον κόσμο είχε βροχή, πάλεψα πολύ για μην γίνω μέρος της. Έγινα μέρος δικό μου, έχω σπηλιές , λίμνες και δάση κι έχω όνειρα από μετάξια. Και σαν αέρας μεταφέρω τα τραγούδια των αντρών στα κορίτσια, να αγαπηθούν ζητώ ,χωρίς να γίνουν πεσμένοι έρωτες. Κι οι σαύρες συνεχίζουν να παραμονεύουν, λίγη ευτυχία των ανθρώπων τις κάνει να νιώθουν φρίκη. Κι ο πόλεμος μεταξύ μας συνεχίζεται χωρίς νικητές . Μόνο το ισόπαλο δέος μας ενώνει και η εσχατιά του κόσμου. Και τα δάκρυα του πατέρα που δεν δείλιασε να γονατίσει με πένθος.. Αγγελόκοσμος

Παραφράζοντας την γνωστή φράση του αγαπημένου θεατρικού συγγραφέα - πάντα θα βασίζομαι στην καλοσύνη των ξένων - Πάντα βασίσου στην γενναιοδωρία των φίλων κι όχι των εραστών, οι εραστές πολύ απλά , δεν μπορούν να είναι γενναιόδωροι

Ο ηθοποιός γράφει με το σώμα του τις λέξεις που κάποιος είδε σαν εικόνες όταν η ώρα για το κείμενο ωρίμασε. Αυτός που γράφει φέρνει το πίσω μέρος του κεφαλιού του μπροστά. Ο αυχένας κατέγραψε κΆι το μέτωπο εμφάνισε, η καρδιά δίνει αίμα για να ζωντανέψει η εικόνα. Αυτό δεν είναι παραγωγή ιδεών, είναι το μάτι του αλόγου καθώς καλπάζει. Ο ηθοποιός δεν υποδύεται, εκείνη την στιγμή είναι, γι αυτό η υποκριτική είναι η πιό καθαρή μορφή τέχνης... Ο ηθοποιός δεν εκτελεί εντολές είναι ο ίδιος εντολή. Δεν έχει σύνεργα ούτε αυτόματες γραφές. Είναι ένα σώμα που μιλάει, αρπάζει τον χρόνο και τον κάνει άχρονο. Τυχαίες του δονήσεις φτάνουν στο κοινό που είναι αδηφάγο και σπερματοφάγο . Είναι όλες οι μουσικές κι όλες οι εικόνες. Ηθοποιός σημαίνει φως και σκότος, από το σκοτάδι ξεκινά και μόνος σαν το έμβρυο, ύστερα χτυπάει το πάτωμα και ανασηκώνεται από το έδαφος κάποια εκατοστά , κι άλλα εκατοστά, κι άλλα εκατοστά, στο τέλος έχει τόσο εκτεθεί που έχει ξεπεράσει την έννοια του ύψους, εκεί κατά την πτήση του γίνεται φως. Ευεργετημένος ο θεατής μοιράζεται την πτηση όπως συμβαίνει με τον έρωτα που είναι δυνατός" Όμως ενώ ο θεατής πετάει στο τέλος δύσκολα αντιλαμβάνεται την πτώση του ηθοποιού. Γιατί καθε πτήση που αυτο πραγματώνεται μετά γίνεται πτώση... Αυτή είναι η γνησιότητα της γραφής του ηθοποιού.. υγ. Σκέψεις που ήρθαν σήμερα μετά από μια πολύ δυνατή χτεσινή παράσταση. Να αγαπάτε τους ηθοποιούς , για να αντέξουν γίνονται τα πιο ασταθή πλάσματα, ακόμη και με τον ίδιο τους τον εαυτό..

Ιδιοδεκτική αίσθηση Οι νευρώνες μας αποδομούνται μέσα στις πέντε αισθήσεις, προχωρούμε νευρικά και κάθετα , με τις αρτηρίες ανοιχτές. Οι πληγές μας κατοικούν στην οδό της Περσεφόνης, βλαστοί της ορφάνιας και της ερήμωσης, παιδιά των λιμανιών. Χώρες που διηγούνται έρωτες με σημαίες μαύρες οδηγούνται στην κοιλιά του θηρίου. Που θα σε βρω; Και πότε; Δεντροστοιχίες με κερασιές ανθισμένες, σαν στήθη νεαρής γυναίκας ακροβατούν στις έκτες μας αισθήσεις, εσύ ενας κυνηγός κεφαλών , επαγγέλλεσαι τώρα έναν θλιβερό τυχοδιώκτη κι εγώ μια ηθοποιό που καθημερινά κάνει το ντεμπούτο της. Που θα σε βρω; Και πότε; Είναι καιρός τώρα που όπιο μας είναι μια διαρκής ανασφάλεια. Είναι καιρός τώρα που οι άνθρωποι κοιτούν το φύλο τους σαν να είναι μια βάρκα που ταξιδεύει μέσα σε μια σκοτεινή θάλασσα. Φαλλοί και αιδοία σε σύγχυση. Γλώσσες που δεν κατοικούν στην υπόφυση, σαν να πληρώνουν κόμιστρα θανάτου, εδώ εκτελούνται οι φονικές εντολές, φυλάξου, θα σε σκοτώσουν. Και μαζί σου θα πεθάνουν κι οι μνήμες μου

Οι πόθοι επιθυμούν να μην είναι καθρέφτες των περιστάσεων, η γυναίκα στο παράθυρο κοιτάζει την Αντιγόνη που το ξέρει καλά, η Αντιγόνη ταξίδεψε με μια ξύλινη βαλίτσα σε όλα τα δωμάτια των αντρών που δεν είχαν πένθος για κανέναν έρωτα , δεν είχαν αμυχές κάτω από το δέρμα, μήτε εκχυμώσεις από την καρδιά. Η γυναίκα αναζητάει με την έκτη της αίσθηση αυτόν που θα εφάρμοζε επάνω της σαν ρούχο και δεν θα την στένευε. Η Αντιγόνη ξέρει ήδη έναν τέτοιον άντρα αλλά δεν της το λέει. Είναι πράγματα που χρειάζονται κόπο πόνο κι όχι απλά μια έξαψη για να συμβούν. Οι έρωτες χωρίς λογοκρισία είναι οι πιο σπουδαίοι, συμβαίνουν και ζουν με ήλιο και φεγγάρια που κολυμπούν άτακτα μέσα στην ανθρώπινη ίριδα. Το πραγματικό ανθρώπινο άρωμα αποσπάται από το δέρμα καθώς ζητήματα καρδιάς και λογικής συγκρούονται βασανιστικά. Οι δρόμοι με τις Λεβάντες λιγόστεψαν, το ίδιο και το ηλεκτρικό φως της πόλης. Όμως η Αντιγόνη το ξέρει. Κι είναι σίγουρη πως κι η γυναίκα στο παράθυρο παρατηρεί και ξέρει. Μετά το κολύμπι στο χάος έρχεται συνήθως το φως.. κι η αθέατη φύση των πραγμάτων γίνεται ορατή. Το να ζεις χωρίς αυτολογοκρισία είναι κατάκτηση ιερή. Και το να μην δίνεις σημασία στην κριτική των άλλων για εσένα είναι κατάκτηση ιερή. Τότε ο έρωτας παύει να είναι ο καθρέφτης μιας απλής περίστασης

Οι άγγελοι θυμιατίζουν, το άγιο χασισάκι σου, έστελνε την μυρωδιά του στα χερουβείμ. Κίτρινες νεραγκούλες και βιολετες μενεξεδιές στα μάτια μιας μαυρομάτας που σου άρεσε. Μιας μελαχρινής που σε ύψωνε στην κοιλάδα των πολύχρωμων νερών. Δυό σύννεφα στάζουν στα μάτια κάθε φορά που σε σκέφτομαι. Η σκιά του πατέρα μου καθισμένη σε μια καρέκλα να με κοιτάζει κάθε φορά που τον θυμάμαι να χορεύει επάνω σου. Η Σύρα σε ποτίζει δάκρυα. Η γέφυρα αυτών που φουμάραν το χασίσι ακόμη αναστενάζει ,σαν πόθος που βγήκε από αντρικό μάτι καθώς αντίκρυσε ένα στήθος σφιγμένο σε στενή μπλούζα. Την ποτίζεις δάκρυα. Ησουν ο λόφος που βλέπαμε τον ήλιο, διεγερμένοι από την επιθυμία της ζωής ανεβαίναμε στα χέρια σου κι οι νότες σου πουλιά με ουρές πολύχρωμες ούρλιαζαν στα πόδια μας. Για να χορεύουμε. Η Ελλάδα πονάει. Πάντα πονούσε. Ο έρωτας πονάει . Πάντα πονούσε. Μάρκο. Μονάχα η αγάπη μένει. Κι εσύ όρθιος με την τραγιάσκα ταίζεις την καρδιά μας. Μάρκο. Θα ταίζουμε τους τρυφερούς μας δαίμονες φωνάζοντας το όνομα σου. Ο πιο τρυφερός πατέρας μας ζει πίσω από τον ουρανό που ξεβράζει γιασεμιά , έχει το πρόσωπο σου. Μάρκο. - Η ωδή στον Μάρκο- υγ. Πέταξε σαν σήμερα

Παίρναμε το τρένο με τον Χοσέ και βλέπαμε τα δέντρα να χορεύουν έξω από το τζάμι. Ο αέρας της εξοχής μας έφτιαχνε την διάθεση, αλλάζαμε το πρόσωπο της πολιτείας με εκείνο του άστρο παρατηρητή. Μετά ανεβαίναμε στα δέντρα και φτιάχναμε δεντρόσπιτα, αφήναμε τον ουρανό να φυσάει τα πνευμόνια μας. Χορεύαμε ινδιάνικους χορούς που δημιουργούσαμε εκείνη την στιγμη.Πιασμένοι από το χέρι τραγουδούσαμε μάντρα της αγάπης. Η φιλία έχει κάτι από τον θεό των ανθρώπων Χοσέ, έλεγα και έπεφτα στην αγκαλιά του . Εκεί κοντά μας υπήρχε ένα ποτάμι , γκριζόμαυρα ψάρια κολυμπούσαν ανάμεσα μας κι οι πέτρες είχαν μια διαφάνεια από πράσινο και κίτρινο. Εκεί ξαπλώναμε ανάσκελα με ανοιχτά τα χέρια και ξαναγυρίζαμε στην παιδική μας ηλικία, τότε που πιστεύαμε πως είμαστε αθάνατοι. Ο έρωτας κι η παιδική ηλικία έχουν αυτή την δύναμη . Πουλιά τραγουδούσαν πάνω από το κεφάλι μας, Χοσέ ,του φώναζα, κοίταξε , τα πουλιά μας κάνουν παρέα. Αυτός γελούσε με τα κεχριμπαρένια μάτια του και μου έπαιρνε την λύπη. Είχε έναν θαυμαστό τρόπο να μου παίρνει την λύπη, κάτι που είχα σαν δεύτερη φύση μου από παιδί.. Χοσέ, του έλεγα, πως γίνεται όταν σε σκέφτομαι να με παίρνεις τηλέφωνο; Πως γίνεται όταν είμαι μέσα στην μαύρη λίμνη να το νιώθεις , να απλώνεις τα χέρια σου και να με βγάζεις έξω; Είναι φυσικό, μου έλεγε, είμαστε πολύ παραπάνω από αδέλφια, σημασία δεν έχει η μήτρα που φιλοξενεί δυο πλάσματα, σημασία έχει να μπορείς να βγαίνεις από το εγω σου και να μπαίνεις στην ενδοχώρα κάποιου άλλου, να την νιώθεις με την καρδιά και τον νου, να την αγαπάς και να γοητεύσαι ταυτόχρονα. Έχεις δίκιο Χοσέ, του έλεγα ξαπλωμένη ανάςκελα μέςα στο νερό. Χοσέ ξέρειΣ; Φοβάμαι μην πεθάνεις, φοβάμαι μην σε χάσω. Είμαστε φθαρτοί, γι αυτό φοβάσαι, όμως σιγά σιγά θα γίνουμε δέντρα που θα αγγίξουν τον ουρανό και τίποτε δεν θα φοβόμαστε, έχουμε δρόμο ακόμη γι αυτό μπροστά μας, μου απαντούσε κι είχε νερό στα μάτια του. Ήξερα πολύ καλά τι έλεγε.. υγ. Αφιερωμένο στην M..

Το πάρκο των αισθήσεων κατοικεί εντός μας, περιμένει τον ήλιο από σώματα με ιάματα, με κεριά που αναδύουν προοπτικές έκστασης. Να μην υπάρχει η βρομιά των σεντονιών από προηγούμενους εραστές που έκαναν θόρυβο, σκέψεις αμφιβολίας , η Μάτση ήξερε για τον Αντρέα όταν κοιμόταν μαζί του στον τάφο του Ινδού ,για το πόσο διεγερτικές , είναι οι σκέψεις της αναμονής. Ο έρωτας δεν πεθαίνει, λίγο ξεκουράζεται σε πλάνες, ύστερα βιαστικά και χωρίς προειδοποιήσεις σκορπάει την γλυκυτέρα των ανταμοιβών. Κι είναι το πάρκο γεμάτο χαρές χωρίς φθόνους. Η πιό πυκνή σκέψη είναι η πτήση κι η αιώρηση μετά το κενό. Κι η αφή είναι η μνήμη

Τις ημέρες εκείνες ερχόμουν και σε έβρισκα χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Τα μαστίγια της βροχής εγκλώβιζαν τα μάτια μου. Δεν υπήρχε καμία ανάγκη να ψάξουμε την συγκίνηση ,ούτε φυσικά να την παρακινήςουμε τεχνηέντως. Μικρά συντριβάνια ηδονής αντιμετώπιζαν αυτά της λύπης. Άβυσσος, σου έλεγα, άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων. Και βιώσαμε τον ρυθμό του κόσμου, όπως ο Παλαμάς ,εντός μας. Και ξανα γεννηθήκαμε. Τις ημέρες εκείνες ερχόμουν και σε έβρισκα χωρίς στόμα. Δεν χρειαζόταν να σου μιλάω. Ήταν άλλος καιρός τότε. Είχαμε φτερά στην πλάτη, θυμάσαι; Και κάθε δάκρυ σου ήταν δικό μου. Μετά σε έψαξε ο θάνατος, σε βρήκε πολύ όμορφο, είχες εκείνη την μελαγχολία των φαγιουμ. Σε χαιρέτησα νοερά. Από τότε ψάχνω να βρώ πως ήταν εκείνες οι ημέρες, οι πικρό γλυκές. Δεν βρίσκω τίποτε, μόνο θυμάμαι.. Και γύρω μου βρίσκω προβιές και δέρματα λύκων. Και παντού διάχυτη η εξαφάνιση του γένους μου. Κι η φυλή μου βαπτίστηκε άφιλη.. Το αίμα κάνει αυλάκια , τσουλάμε πάνω του και χτυπάμε. Ω, τουλάχιστον να μπορώ να σε θυμάμαι.. Στην μνήμη του Π. Του ανθρώπου ψάρι

Σου μιλούν οι ψυχές και σου ψιθυρίζουν πως εδώ είναι πια ,ένα εργοτάξιο αισθημάτων. Γυρίζεις και τους λες πως περιμένεις να έρθουν οι καλύτερες ημέρες. Γελούν μαλακά και σου απαντούν πως ακόμη και τα σύννεφα κάνουν παράπονα και ζητούν να μεταναστεύσουν. Βάζεις τα χέρια στις τσέπες και νιώθεις σαν να είσαι ο Τομ Σόγιερ. Αντιλαμβάνεσαι χωρίς κόμπλεξ πως υφίσταται μια μετάλλαξη το ανθρώπινο είδος ,αλλά δεν μπορείς να μεταλλαχτείς κι εσύ. Το παίρνεις απόφαση, θα μείνω με τους τελευταίους λες. Στο μεταξύ τόση ανθρωπο μάζα στους δρόμους που ούτε ένας δρόμος για παιχνίδι ανοιχτός. Ο ήλιος παίζει γνέφοντας σου ο πυρετός έχει πάρει το μαστίγιο του και σε χτυπάει. Θέλεις να μπείς σε όλα τα παιχνιδάδικα και να τα σαρώσεις. Να κυλιστείς επάνω σε ότι είναι χνουδωτό, σε λίγο καιρό και τα ζωντανά θα μετακομίσουν αλλού, το ξέρεις, θα μείνουμε με τα χνουδωτα ως ανάμνηση. Η τρέλα γενοβολάει συνεχώς. Κι οι αρρώστιες επεκτείνονται

Μέσα στην Ρωμαϊκή νύχτα έλαμπαν οι γυναίκες που φορούσαν ρούχα ντεμί -σεζόν. Ο ουρανός άστραφτε από τα πυροτεχνήματα ενός γάμου κάπου εκεί δίπλα. Ημουν κουρασμένος από τις σιωπές μου, εδώ κΆι καιρό δεν συνέβαινε τίποτε ωραίο που να μπορεί να κλονίσει την βαθιά μου θλίψη. Καθώς χανόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους που με έσπρωχναν βιαστικά ,την είδα στηριγμένη στο μπράτσο ενός ψηλού άντρα που φορούσε μαύρο παλτό, γελούσε κΆι φωτοβολούσε σκορπίζοντας γύρω της εναν αέρα βιολετών. Η Βερονικα ,με είδε, είχαμε πάνω από πέντε χρόνια να ιδωθούμε. Μια εγγενής λαχτάρα με ανάγκασε να τους ακολουθήσω. Δεν έδειξε έκπληξη οταν με είδε να τους κοιτάζω καθισμένος στο απέναντι τραπέζι ενός ακριβού για τα μέτρα μου εστιατορίου. Από τον τρόπο που οι σερβιτόροι στριφογύριζαν γύρω τους καταλάβαινα πως ο κύριος διέθετε άφθονο χρήμα , κάτι που επιζητούσε πάντα η παλιά μου αγαπημένη. Έτρωγαν μηχανικά, όπως όλοι οι μεγαλοαστοί του κόσμου, περισσότερη η προσοχή στον τρόπο που χειρίζονταν τα μαχαιροπήρουνα και λιγότερη η απόλαυση για το φαγητό. Εκείνη,έπινε κραςί με λίγη νευρικότητα, εκείνος κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα. Τότε βρήκα την ευκαιρία να πάω στο τραπέζι της, τα μάτια της έλαμψαν σαν της γάτας, ( Τι θέλεις εδώ, τρελάθηκες); Μίλησε μέσα από τα δόντια της. (Ναι, τρελάθηκα, κι επειδή είμαι πιο τρελός από τότε που με άφησες φρόντισε μόλις τελειώσεις από εδώ να έρθεις να με βρεις στο σπίτι) Ξεκαθάρισα τις προθέσεις μου, μάζεψα το παλτό μου , πλήρωσα κι έφυγα πριν δω το βλέμμα της που το ένιωθα ήδη σαν μαχαίρι στην πλάτη μου.. Ενώ η νύχτα είχε πάψει πια την φρενίτιδα της κι ήμουν ακουμπισμένος στην κουπαστή της βεράντας το δέρμα μου την αναγνώρισε, πλησίαζε σε εμένα, αυτό ήταν η Βερόνικα, πριν ακόμη την αγγίξω καιγόμουν από την μνήμη της. Σε μερικά λεπτά άκουσα το κλειδί στην πόρτα. Έτρεξε σε εμένα σαν πληγωμένη ελαφίνα Την έσφιξα επάνω μου κλαίγοντας. Κι εκείνη έκλαιγε, μπήκαμε ο ενας μέσα στον άλλο, με τα μάτια, το στόμα, την μύτη, τα γεννητικά όργανα ,σαν να γινόταν αυτό κάθε ημέρα. Υστερα ξημερώσαμε αγκαλια. Κι αρχίσαμε να δίνουμε τις τυπικές υποσχέσεις των ερωτευμένων, κι ύστερα πείσαμε ο ενας τον άλλον πόσο μα πόςο μας είμαστε απαραίτητοι, πως ο χρόνος που μεσολάβησε δεν άλλαξε τιποτα στην σχέση μας. Μαζί με τις τούφες του καπνού στο ταβάνι πήγαιναν μαζί κι αυτά που λέγαμε. Οταν έφυγε πια ,ήταν ξημερώματα, Ξυπνησα από μια ηλιαχτίδα στην μέση του δωματίου. Xόρευε γυμνή και με ζάλισε στα μάτια. Και ξαφνικά ήξερα, την Βερόνικα δεν θα την ξανα έβλεπα ποτέ.. Όπως και έγινε. Χαθήκαμε μέσα στην βαριά ατμόσφαιρα της εποχής. Κανείς δεν είχε διάθεση να νιώσει ανθρώπινα

Οι άνθρωποι περιμένουν τα τριήμερα για να ξεχάσουν το δέρμα τους. Να ξεχάσουν πως η ζωή είναι ένα κουρδιστό παιχνίδι. Πως αλλάζουν πληγώνοντας εκείνους που αγαπούν. Πως οι μισοί θέλουν να πεθάνουν κι οι άλλοι δεν μπορούν. Πως μερικά παιχνίδια είναι στημένα. Θέλουν να ξεχάσουν πως ίσως μέσα στα ερείπια μπορεί να υπάρχει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Πως μέσα στα σκατά υπάρχουν φορες που γεννιούνται πρίγκηπες δίχως στέμμα. Πως οι προδοσίες είναι παράφωνες αλλα πάντα θα υπάρχουν στην ορχήστρα. Οι άνθρωποι τα τριήμερα νομίζουν πως είναι αποδημητικά πουλιά. Αλλά δεν είναι. Απλά θέλουν να επιςτρέφουν στις αυταπάτες τους. Αν δεν γίνεις ήλιος όταν οι άλλοι σε γκρεμίζουν πάντα θα σε ρουφάει ο άτλαντας του κόσμου. Κι όσο κι αν φωνάζουν οι άνθρωποι μεταξύ τους δεν θα ακούνε τις φωνές τους γιατί θα ουρλιάζουν ανάμεσα τους τα πληγωμένα δέντρα της πόλης. Τα τριήμερα είναι κατασκευαστικές αποθήκες ονείρων.. Μόνο το τώρα υπάρχει, έχει γίνει τέρας υπέρ οπλισμένο κι απειλεί να μας φάει ζωντανούς. ΤΑ ΤΡΙΗΜΕΡΑ

Εκείνοι οι εαυτοί μας που έγιναν ανάμνηση μας φτύνουν σαν γλώσσες φωτιάς, τους προσπερνούμε κατάκοποι από την συνήθεια και την απάθεια, τους διατάζουμε να κάνουν σιωπή τα βράδια , όμως εκείνοι βρίσκουν πάντα την ευκαιρία και συλλαβίζουν τα όνειρα μας. Σκόπευτρα της χίμαιρας οι λέξεις, τιποτένιοι ασπασμοί στο στέρνο. Ποτέ δεν υπάρχει κατάλληλη στιγμή να τους αδρανοποιήσεις εκείνοι οι εαυτοί μας είναι δρόμοι, δεν τελειώνουν πουθενά

Οι μνήμες είναι σαν κόκκινες κλωστές, ξεμυτίζουν από τα συρτάρια, κίτρινα συρτάρια, χορεύουν ξέφρενα σε πάτωμα από κέδρο, πράσινες γραμμές στο χέρι μου που είδε μια τσιγγάνα, μοβ τσιγγάνα, καίνε καρβουνάκια στο θυμιατήρι της γιαγιάς μου, καφέ ήταν η γιαγιά μου, χαρτιά πεταμένα σε ιστούς αράχνης, κίτρινα χαρτιά, πεζοπόροι κι αγωνιώδεις υφαντές των ονείρων, χρυσό και κόκκινο τα όνειρα, οι μνήμες ακούραστες κόρες της θάλασσας, έρχονται με βάρκες μπλε στην μέση του δωματίου μου, στέκονται και με ρωτάνε με ένα στόμα, -τι θα αποφασίσετε για εμένα, θα με κρατήσετε-; Αποσιωπώ και λυγίζω το κεφάλι. Η πιό δυνατή μνήμη θα αδειάσει όλα τα χρώματα.. Κι εγώ ένας κόκκος από θειάφι, θα ψάχνω τα λουλούδια που σπαρταρούνε στην άκρη πάντα ενός δρόμου, γκρίζου δρόμου, δεν τα βλέπουν οι περαστικοί και τα πατούνε κι αυτά ούτε ένα Αχ, ούτε ένα Αχ , γαλάζιο Αχ του ουρανού... Η μνήμη είναι χαμαιλέοντας

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017


Είναι εκεί, δίπλα στο παράθυρο, οι αποσκευές της περιμένουν να αποδράσουν. Η φυγή είναι το ευκολότερο πράγμα στον κόσμο, σκέφεται, το να μένεις και να διαπιστώνεις πράγματα που δεν είχαν περάσει ποτέ από το μυαλό σου ,και να τα βλεπεις κατάφατσα ,αυτό είναι το δύσκολο. Είχε ηττηθεί, αλλά αυτό δεν την έκανε να πίνει δηλητήρια, χαιρόταν που ακόμη ζούσε διατηρώντας σώα την διανοητική και συναισθηματική της αθωότητα ενώ είχε διδαχτεί ένα ακόμη μάθημα γύρω από τα ανθρώπινα... Σαφείς οι υπαινιγμοί, μέσα της, για μια καλύτερη ζωή. Μάζεψε τα έντερα της, το συκώτι της, το στομάχι και την καρδιά της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ο κόσμος έξω υπήρχε σε συστολή και διαστολή, τον άκουγε, σήκωσε την βαλίτσα της και προχώρησε μέσα στο δωμάτιο. Αν μπορούσε κάποιος να δει, θα έβλεπε την βαλίτσα άδεια. Επίσης αν κάποιος μπορούσε να διαβάσει προσεκτικά τα μάτια της μια και στα μάτια είναι όλα γραμμένα θα διαπίστωνε με ευκολία πως αυτή η γυναίκα ήταν αυτό που λέμε φευγάτη από μόνη της. Αυτό έλκυε και τρόμαζε ταυτόχρονα τους άλλους.. - Η μικρή ιστορία μιας φωτογραφίας

Νομίζεις πως μια φωνή δεν ακούγεται όταν δεν κάνει επιτηδευμένα σκέρτσα ή όταν δεν έχει ένταση. Εξάλλου ο μαύρος ιππότης ήρθε και θέρισε τις κορώνες. Ακούει κανείς; Μπίζνες, sex and drinks. Πεθαμένα πράγματα. Μικρές παρωδίες. Ξεχνάμε τα σύμφωνα ανάμεσα στα φωνήεντα. Κακίζουμε τους έχοντες υποστεί απώλειες κι ήττες. Αυτούς που στα πολυτελή εστιατόρια μαζεύουν τα σκουπίδια σε τεράστιες σακούλες ή ενός νοσοκομείου τα απόβλητα. Να θυμάσαι να φοβάσαι τα παιδιά που ηχούν τις φωνές των γονιών τους μεγαλώνοντας. Κινούμενη άμμος η ύπαρξη τους. Γιορτάσατε τα γενέθλια των νεκρών χωρίς τσιγάρα και αλκοόλ; Αντίδοτο Οι επικλίσεις είναι αδύνατον να συμβούν ΄χωρίς τους φίλους κι οι υποκλίσεις εκτελούνται μόνο αν συμβεί απώλεια΄του ήλιου, Δεν λέμε κρίμα, ω πόσο κρίμα, λέμε καίμε στην φωτιά αυτά που δεν είναι απαραίτητα για να τραφούμε ζωή και πολιτισμό . Ο πολιτισμός κατοικεί στις καρδιές μας, ουχί στα περιτυλίγματα του ανθρώπινου είδους, άνθρωπος είναι αυτός που δεν δηλώνει περίσσευμα στην γη με τον βίο του. Ο πολύ επιτυχημένος έχει πίσω του την κατάρα της αχρηστείας , της υπερ- έκθεσης Ο ευαίσθητος ψάχνει συνεχώς για γενναιοδωρίες, είναι όμως από την φύση του ευλογημένος με το δώρο της. Τελικός σταθμός Ξέρω πως υπάρχουν οι καλύτερες ημέρες. ΤΙς ακούω να έρχονται. Έχω την πεποίθηση μιας θετικής απόδοσης. Γιατί όλη η ασχήμια φεύγει από μόνη της, μαζεμένες πολλές μικρές εσωστρεφείς εικόνες ανθρώπων που παρίσταναν κάτι άλλο από αυτό που ήταν , φεύγουν δημιουργώντας θόρυβο. Δεν είμαστε μόνοι μας μόνοι μας είμαστε όταν γεννιόμαστε κι όταν πεθαίνουμε. Σε τούτο το ενδιάμεσο της ζωής, είμαστε μαζί. Είτε σαν φίλοι ή σαν εραστές ή σαν άνθρωποι

Μια γυναίκα σε βλέπει ,με κλωστές από δάκρυα φορεμένες στο μάγουλο, σαν μαχαιριές, ορίζει εντός της, έναν κόσμο αντίθετο από τα προσωρινά. Βιάζεται να ζήσει όσα προλάβει μέσα σε ένα βαγόνι, το τρένο μουγκρίζει στους σταθμούς την μοναξιά του, δεν έχει να μιλήσει ανάμεσα στους επιβάτες , μα η γυναίκα που έρχεται μέσα του, του ψιθυρίζει βιαστικά κίτρινες και κόκκινες ιστορίες σαν φύλλα ,απλωμένα στο τσιμέντο. Κι ότι λέει είναι χωρίς κόμμα και τελείες. Ιστορίες που κυκλοφορούν ανάμεσα μας μα πρέπει να ξέρεις να βλέπεις και να συλλέγεις, η υποκριτική δεν ταιριάζει σε κάποια πρόσωπα, υφαντόκοσμοι ολόκληροι αυτοί που δεν υποκύπτουν σε περσόνες

Ο άντρας πίσω από το γυάλινο χώρισμα του γραφείου του, εστίασε το βλέμμα του στην γυναικεία φιγούρα , του έμοιαζε σαν αερικό που πάλευε με κάποιες άγνωστες δυνάμεις του εαυτού της. Του έδωσε τα χαρτιά της ελευθερώνοντας άθελα της λίγο άρωμα από τους καρπούς της. Τα κοίταξε κι ένιωθε ένα ραντάρ να τον εξερευνεί . <<Εντάξει είναι τα χαρτιά σας>> της είπε αισθανόμενος αρκετά άβολα. <<Τόσο γρήγορα, μα είστε πολύ καλός>> του είπε και πήρε ξανά τα χαρτιά της στα χέρια. Κάτι την έσπρωχνε να μείνει εκεί μπροστά του. Δεν υπήρχε κόσμος , ωστόσο δεν ήταν αυτό η αιτία της παραμονής της εκεί μπροστά του. Και σαφέστατα ο νόμος της έλξης δεν ήταν αυτός που επέβαλλε την ακινησία τους. <<Σας ξέρω ΄μήπως>>; ρώτησε εκείνος αρκετά αμήχανος. <<Οχι, αλλά είναι κι εγώ σαν να σας ξέρω από κάπου>>. Απάντησε κοφτά και σίγουρη. <<Έχει πολύ κρύο έξω, θα θέλατε να περάσετε ξανά από εδώ γύρω στις τρεις που τελειώνω και να πάμε να πιούμε ένα κρασί; ίσως μιλώντας, διαπιστώσουμε τι ακριβώς είναι αυτό που μας κάνει να νιώθουμε οικεία >>. Απορούσε κι ο ίδιος με το θάρρος του , δεν συνήθιζε να μιλάει ούτε να προσκαλεί άγνωστες γυναίκες. <<Θα έρθω, αν και δεν συνηθίζω να δέχομαι προσκλήσεις από αγνώστους>> είπε λιγάκι ντροπαλά. <<Όλοι είμαστε άγνωστοι ώσπου να βρούμε ανθρώπους που μοιάζουν με εμάς εκτός του πεδίου της γλώσσας και των ιδιαιτερων χειρισμών αυτής , μην παρεξηγήσετε τις προθέσεις μου, όμως θέλω να διαπιστώσω αυτό που σας είπα , γιατί δεν μου είστε ξένη κι αδιάφορη>>. Ένας ήσυχος τριγμός παρέμβαλλε , σαν να προερχόταν μέσα από τα κόκκαλα τους και πίσω από το δέρμα τους. <<Πως σας λένε>>; ρώτησε εκείνη σπάζοντας το φράγμα του γυάλινου διαχωριστικού. <<Δεκέμβριο, εσας>>; ρώτησε χαμογελώντας όπως ένας σκύλος που δέχτηκε τρυφερότητα, είχε φροντίδα αυτό το χαμόγελο. <<Υακίνθη. Λοιπόν θα περάσω στις τρεις>> . Είπε κι άρχισε να περπατάει προς την έξοδο. Τα πόδια της σαν να πέταγαν. Ήταν σχεδόν βέβαιη, πως δεν θα πληγωνόταν ,ούτε θα μιλούσαν για τις πληγές τους, ένα ίαμα άνθιζε στην άκρη της καρδιάς της κι όλες οι δύσκολες και σκοτεινές σκέψεις δεν είχαν καμιά διέξοδο και τυλίχτηκαν σαν τα φίδια, σιωπηλές και στρογγυλές. Και κάτι πήρε έκταση κι έγινε σαν ένας κύκλος. Κύκλος εμπιστοσύνης και νόμος που δεν επιτρέπει τις ανθρώπινες φρικαλεότητες.. -Δεκέμβριος

Ο ποιητής είναι μοναχός του κόσμου και μονομάχος Τον είδα τον ποιητή, να περιφέρεται με ήπια αβρότητα ανάμεσα σε ένα κοινό πνιγμένο από το σαλιγκάρι της κρίσης. Σάλια και μύξες παντού, καθώς μιλούσε σουρεαλιστικά για τους νεκρούς ποιητές και την δική του κόλαση. Κι ήταν το μάτι του που γυάλιζε από το κρυμμένο μίσος και την προσπάθεια να το κρύψει ή η απάτη , πως ζητούσε κόμιστρα μιας κατεπείγουσας επανάληψης εαυτού ,τάχα μου, ταπεινού ,αλλά εγώ ηξερα πως πνίγεται στην έπαρση μιας υπερφίαλης φύσης που με θύμωσε; Ο ποιητής είναι ένας μοναχός στον κόσμο και μονομάχος, τούτο έμαθα διαβάζοντας τον Καρούζο, τον Σαχτούρη και άλλους δαφνοστεφανωμένους από τον κρύο χρόνο.. Σαν περιγράφεις την κόλαση ,να κοιτάζεις πίσω, δεν δικαιούσαι αν είσαι ποιητής να εκδικείσαι τον αναγνώστη των πράξεων σου, ονομαζόμενος ποιητής. Ποιητικότερο σαφώς , αυτό που έλεγε ο Μόρρισον , σκότωσε τον πατέρα σου και γάμησε την μητέρα σου, ποιητικότερο σαφώς πως ο Μπωντλαίρ προσπάθησε να βγεί από την μήτρα της μητέρας του κάνοντας έργο παράλληλα με μια κολασμένη ζωή, γι αυτό θα ποτίζουμε αιώνια τα άνθη του κακού... Μα φτωχέ ποιητή ,εσύ, που δεν ξέρεις τι σημαίνει το μαζί και τι σημαίνει μόνος, σπέρνοντας μίσος ύπουλα όπως το φίδι που με ενα φςς κροταλίζει δηλητήρια εκ φύσεως ,κρύβεσαι πίσω από τα λόγια των κριτικών και την σιωπή μου, άσε τους κριτικούς, να φάνε κι αυτοί ζητούν, το ψωμί τους.. Εμένα πες, τους γονείς σου που τόσο βαθιά μίσησες γιατί δεν τους έσβησες με τους λόγους σου και την φύση σου που βαθιά περιφρονείς γιατί δεν την ξέσκισες ώστε να βγεις αληθινός κι ωραίος σαν το φως; Οι ποιητές περπατούν σκεπτικοί κι είναι ουράνιες οι καμπάνες που δονούν λέξεις και ήχους μέσα τους, δεν αναζητούν καταφύγιο σε ψηλούς τρούλους ναών όπου αναζητούνται θαύματα , στα κοιμητήρια γέρνουν το κεφάλι τους οπλισμένοι με έναν λυγμό.. Να μην φοβάστε μόνο τους πολιτικούς που σας περιπαίζουν την αθωότητα με ωραίες λέξεις κι ελπίδες , να φοβάστε τους φιλόλογους που σας δείχνουν το φεγγάρι κοιτάζοντας μόνο το δάχτυλο , χρησιμοποιώντας τα ρήματα, τα επίθετα και τις παραμέτρους.. Να φοβάστε τους ποιητές που δεν έγιναν Λερναίες Ύδρες και δεν έκοψαν τα κεφάλια τους ένα ένα ,σκορπίζοντας σπέρμα, το αίμα τους έξω από το σώμα , την καρδιά τους έξω στο σύμπαν.. Να θυμάστε πάντα, πίσω από τους δικτάτορες, υπάρχει αυτός ο αόρατος θίασος, μέσα σε αυτόν τον τραγέλαφο θα βρίσκεται ένας ποιητής και μερικοί άλλοι καθώς κι ένας ένας φιλόλογος σβησμένοι από ένα άσβεστο μίσος γι αυτό που θα μπορούσαν να είναι, και δεν έγιναν. Αυτούς πιό πολύ φοβάμαι ,κι όσους κρύβουν με μια μετριοπάθεια λύματα και κοπριές σαν να είναι αύρες αγίων κι εξαπτέρυγα. Μακριά από εμάς.. Υγ μια σημείωση απολύτως αληθινή που δεν ζητά τίποτε ,καθώς γυμνή είναι και γρανίτης σπασμένος ,να κολυμπά ανάμεσα σε παγόβουνα

Πήρα τα πέντε ερωτικά ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου, τα έβγαλα από την βιβλιοθήκη και τα άπλωσα σε ένα λιτό βάζο, το άρωμα τους με εξάγνισε και το κρύο έμεινε έξω από το σπίτι . Από το ταβάνι κυλούσαν οι στίχοι κι ένα χλομό φως τόνιζε την ομορφιά τους. Είναι πολύ απλό να νιώσεις κομμάτι της ομορφιάς, αρκεί να το θέλεις.. Πολλές φορές, ξεχνάμε πως είμαστε αυτό που σκεφτόμαστε. Ένα ωραίο ποίημα σε φέρνει στην θέση που παίρνει ένα άλογο όταν χρειάζεται να τρέξει.. όμορφη η Δευτέρα

Είμαι παιδί ενός γλάρου, τριγυρνάω στον κόσμο με λευκές φτερούγες, διατυμπανίζω την ευτυχία και τις λύπες μου δίχως δυσκολίες, βλέπω τα σημάδια του ουρανού και τα διαβάζω όπως έκαναν οι Ινδιάνοι. Δεν κρατάω ημερολόγια, δεν τηρώ διαδικασίες και τυπικότητες. Είμαι μέσα σε μια εξέλιξη που λέγεται ευτυχία. Η ευτυχία είναι πολύτιμη γιατί δεν κρατάει πολύ. Κι η ελευθερία είναι πολύτιμη. Με τα μικρά μου πόδια πατάω στην γη πετώντας κΆι κάνοντας ζιγκ ζαγκ . Να λέτε πως είστε ευτυχισμένοι στους άλλους , ίσως μπορέσετε να τους επηρεάσετε ως προς αυτό. Είμαι παιδί ενός γλάρου, ο πατέρας μου ήταν και μετάξι κι η μητέρα μου κερασια. Είναι όμορφο να ανοίγεις τα χέρια σου και να πετάς. Ειναι όμορφο να λες, είμαι ευτυχισμενος, ο θάνατος δεν σε τρομάζει. αφιερωμενο στους μεταξωτούς ανθρωπους

Popi Synodinou 9 Δεκεμβρίου 2016 στις 4:17 μ.μ. · .. όλα τα ήθελε, όποιο χρώμα περπατούσε και της έγνεφε, όποιο πλάσμα που έμοιαζε να μην υπάρχει στην μεσαία κλίμακα ανάγνωσης, όλα τα ήθελε. Σαν να μην της έφτανε ο χρόνος κι έπρεπε να τον σπάσει. Κι εκείνος ο ήλιος που φώτιζε τον κόσμο της κι αυτόν τον ήθελε, στον δρόμο αν την κοιτούσες, θα παρατηρούσες να κινείται 'ενα ζώο παράξενο, που χωρούσε όλα τα χρώματα. Το πινέλο στα χέρια της είχε όλα τα χρώματα. Το μαύρο ήθελε να ξορκίσει , αυτό που ήξερε από τότε που ήταν παιδί. Μεγαλύτερος κίνδυνος ο εαυτός της, μα λίγοι το καταλάβαιναν.. Τόση ήταν η δύναμη των θέλω της... -ΑΝΝΑ

Η αγάπη είναι καταρχήν μια διαδικασία εξημέρωσης του νεωτερισμού, μεταμορφώνει το άγνωστο σε οικείο, το ενσωματώνει στη φυσική ροή των πραγμάτων. Αυτά έλεγε ο Πασκάλ Μπρυκνέρ στον <<άγιο ζιγκολό >> του. Ανύποπτοι κάποιοι ,περπατούν ως πολεμοχαρείς και ενημερωμένοι για όλα ,τοποθετώντας ταμπελάκια και κουτάκια σε ανθρώπους που ποτέ δεν αγάπησαν . Γκρεμίζουν ενώ δεν έχουν περπατήσει ποτέ τους σε ερείπια. Από τις μεγαλύτερες ηλιθιότητες που υπάρχουν, είναι αυτή, του να προσδίδεις ιδιότητες σε πρόσωπα που ποτέ σου δεν <<διάβασες>>. Μα και πως είσαι πολεμοχαρής ενώ δεν έκανες ποτέ σου έναν καθαρό πόλεμο με τον εαυτό σου; Και πως κρίνεις τα πάντα αφού η κρίση σου φτάνει ως την θέση της μύτης σου; Ας είναι. Οι δρόμοι κάποτε τελειώνουν. Εκεί θα φανεί η συγκομιδή κι η προσφορά του καθενός μας. Από όλα. . Εξάλλου φαίνεται εξαρχής ποιοί πολεμούν για να προκαλέσουν θόρυβο καλύπτοντας έτσι την ανυπαρξία τους και ποιοί είναι οι ήσυχοι πολεμιστές, αυτοί που προσπαθούν να λάβουν γνώση κι εμπειρία μέσα στον κόσμο και εκτός , η εποχή αυτή διαθέτει πολλές γνώμες, γνώση ελάχιστη.. Ας μην λυγίσουν οι άνθρωποι-δέντρα, είναι απαραίτητοι

Παράλληλοι ήταν οι δρόμοι μας, γραμμές τεθλασμένες στον χάρτη, μα όταν ανταμώσαμε είχα προλάβει να γευτώ το μήλο κι εσύ είχες ήδη ντυθεί με τα ρούχα που μια γριά μάγισσα σου έδωσε . Έλεγα θα προλάβουμε να προχωρήσουμε μαζί , μα μια θάλασσα με άγρια τριαντάφυλλα μας έσπρωχνε προς τα πίσω. Έλεγες πως ήμουν παιδί , ήξερα πως είμαι παιδί κι άρχισα να πιστεύω αυτά που μου έλεγες. Είχα βαθιά ανάγκη να πιστέψω σε κάποιον. Δεν ένιωσες πόση ήταν η ανάγκη μου . Όταν πια έφυγα κρατώντας το μήλο της γνώσης στην τσέπη μπήκα στο πλοίο και δεν κοίταξα πίσω.. Αν γυρνούσα, μέσα στο πλήθος, θα είχα δει πως δεν φορούσες πια εκείνα τα ρούχα.. Και ξέρω πως δεν αρκεί να είναι οι δρόμοι παράλληλοι, χρειάζεται και να θέλουν οι άνθρωποι να βηματίσουν ταυτόχρονα ή να δουν μια εικόνα μαζί. Το πλοίο ξεκινούσε οταν σκέφτηκα πόσο παράξενη είναι η ιστορία των ανθρώπων, η ιστορία του άνθρωπου

είναι αυτοαπασχολούμενος , καίει τους νεκρούς. Έχει μελετήσει καλά τον θόρυβο που κάνουν τα σώματα στην διάρκεια της καύσης τους, γνωρίζει την ακαμψία και τα άκρα που δεν σπάνε σε καμιά κίνηση. Γνωρίζει την μεταθανάτια έκφραση των προσώπων. Ξέρει την μυρωδιά που ανεβαίνει στον ουρανό καθώς η στάχτη μεταγγίζεται κάτω.. Μετά παίρνει τα ρούχα τους ευλαβικά και τα βάζει στην βάρκα με τα μπλε χρώματα που βρίσκεται σε μια λίμνη. Την ρουτίνα σπάει ένας κότσυφας που συντρόφευε τον Κάφκα. Τα γκριζόμαυρα μάτια του τα σκίζει μια λευκή λάμψη καθώς ξέρει πως ο κότσυφας θα τον ειδοποιήσει πότε θα έρθει κι η δική του ώρα.. Καίει τους νεκρούς γιατί κανείς άλλος στο χωριό δεν μπορεί να το κάνει.. Άκαφτος κόντεψε να φύγει ο δικός του πατέρας.. Ο ίδιος ήταν στα δέκα του χρόνια που έμαθε ρωτώντας τους άλλους και τον έκαψε . Κι ας ήταν σημαδεμένος από την βία . Όλο του το σώμα πληγές ξεθωριασμένες. Αλλά ο κότσυφας ήταν βάλσαμο για όλα

Πιστεύω πως το ξέρεις πως δεν είναι εύκολο ούτε βολικό να δεις κάτω από το δέρμα σου. Γιατί αν το καταφέρεις, θα δεις τις περισσότερες αποτυχημένες παραστάσεις που έστησες εσύ στον εαυτό σου, κραδαίνοντας ανθρωποειδή και κτήνη που για να τα αντέξεις και τάχα να τα αγαπήσεις , τα έντυσες με ρόδα και ανθολέμονα, τα έντυσες με μουσικές που ήταν ελεγείες προς τιμή μιας πανσελήνου που ούρλιαζε με δόντια κόκκινα. Εκεί ήσουν όταν έριχνες τις μάσκες τους, εκεί ήσουν όταν έφευγες τρέχοντας την ώρα της αποκάλυψης. Αλλά τώρα, πιο πολύ από ποτέ έρχεται η ώρα της απελευθέρωσης και της ελευθερίας σου από τις φρενιασμένες απάτες. Ψυχή αδάμαστη , διψασμένη για αγάπη, τώρα είναι η ώρα να ανοίξεις την πόρτα και να πάρεις φως. Γεμάτο είναι ότι δεν γεμίζει στην αρχή το συνηθισμένο μάτι στα θεάματα και τις περσόνες. Αρώματα, κοντρίτσες λεκτικές ίσα για να υπάρχουν, φλου ρεσιτάλ κακής υποκριτικής πιστεύω πως κατάλαβες ότι παίρνουν τέλος. Ναι, βρισκόμαστε πια στο τέλος εποχής. Το φίδι έβγαλε το δέρμα του, εμείς δουλέψαμε γερά τα σπλάχνα μας, τα λύσαμε, βάλαμε την καρδιά μας στην θέση της και πορευόμαστε στην ελευθερία. Και με μια κατάδυση άβολη αλλά απολύτως διαυγή βρεθήκαμε να βλέπουμε κάτω από το δέρμα μας. Κι έτσι μαθαίνουμε να αγαπάμε. Από την αρχή. Γιατί ως τώρα, μας βόλευε απλά να νομίζουμε πως αγαπάμε. Κι αν σε ρωτούσαν αν ήξερες την πορεία της ζωής σου από την αρχή ως το τέλος, τι θα άλλαζες, αυτό να έλεγες στον εαυτό σου, πως θα ήθελες να βλέπεις κάτω από το δέρμα σου λίγο καιρό πριν. Αλλά αυτό σημασία δεν έχει. Γιατί σκότωσες το τάχα μου και κατάλαβες τι είναι η αληθινή χίμαιρα. Είναι τέλος εποχής αγάπη μου, τώρα είναι η αρχή , αυτό να λες σε όποιον δεν βολεύεται να βλέπει, γιατί θα ξεβολευτεί απότομα όταν νοιώσει την αλήθεια. Ρίχνω την τράπουλα, μοιράζω τα χαρτιά ένα ένα. Παίζω αλλά βλέπω μαθαίνοντας... Ζω κάτω από το δέρμα μου.. ΑΓΑΠΗ

Ταπεινά ζουν οι εραστές και ταίζουν τα σπλάχνα τους με δύναμη που έρχεται από τα βουνά ,που ψηλά υπάρχουν. Ακουμπούν τους ουρανούς. Μετά όταν έχουν εμπλοκές μεταξύ τους ,καυτηριάζουν με την γλώσσα και τις λέξεις για να ξαναγεννηθούν κάτω από τα αστέρια. Αγκαλιάζονται με την θέρμη των λεόντων. Mιλούν ψιθυριστά, ξέρουν πότε πρέπει να σιωπήσουν. Ξέρουν πότε θα φωνάξουν ενωμένοι. Το σύμπαν συστέλλεται, ανοίγει και κλείνει το στόμα του για να υπαγορεύσει τις προϊστορικές μνήμες. Από κάτω εμείς, πότε πέφτουμε στα γόνατα και πότε πετάμε. Κι έτσι γίνεται και με τα παιδιά μας. Ο κόσμος έξω γίνεται κάθε ημέρα πιο εφιαλτικός. Οι τηλεοράσεις διδάσκουν θάνατο, καπνίζεις νωχελικά στον καναπέ και μια αληθινή σφαίρα ρίχνει κάτω έναν άνθρωπο. Θέλουν να μην σε θορυβεί πια ο θάνατος, ξέρουν αυτοί πως να πνίγουν εξεγέρσεις. Όμως υπάρχουν τρόποι να διασωθείς. Φύλαξε το μυαλό και την καρδιά σου καθαρά. Τους τζάμπα μάγκες και μαγκίτισσες πέτα στον κάδο των σκουπιδιών. Και τους δημόσιες σχέσεις πες τους πως οι σχέσεις δεν γίνονται δημοσίως γιατί λέγονται πόρνες, όχι οι ιερές..τις άλλες.. Πες τους να ψαχτούν τι είναι η αληθινή Καύλα της ζωής και άλλαξε δρόμο. Εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί, έτσι έλεγε ο μέγας τονιστής των σιωπών... Κι έτσι έζησαν οι πριν από εμάς. Αλλά σαν μαλάκες αν ζήσουμε δεν θα υπάρχει σωτηρία. Ευχαριστω το 2016, μου πήρε αλλά έφερε και πολλά. Τα πιο σημαντικά ήταν αυτα που μου έφερε. Βλέπουμε, κοιτάζουμε. Ζούμε. Να ζήσουμε. Με αλήθεια, με Καύλα, με καρδιά και μυαλό. Το είπε εκείνος, σκέψου με την καρδιά, νιώσε με το μυαλο.. Αυτό είναι.. Καλές γιορτές. Και τον νου σας, κάντε πέρα τους τζάμπα μάγκες και τις μαγκίτισσες, κλαίνε μπροστά σε άλλον ´η δημοσίως; Σιγά, ούτε φαντάζονται τι σημαίνει αυτό, τι ευλογία για όποιον αφήνεται να του συμβεί και σε όποιον το κοιτάζει και το νιώθει. Και που είστε; Μην σας παραμυθιάζουν με την ενσυναίσθηση..καραμέλα το έχουν.. Ευγνώμων για αυτούς που ξέρουν.. Πισω απο την γυάλινη οθόνη υπάρχει ένας άνθρωπος. Περάστε όμορφα.. Αγαπήστε, αγαπηθείτε. Χωρίς έλεος.. Πόπη ,όπως ας πούμε Καλλιόπη

Στόλισα στην κιθάρα μου λίγες χριστουγεννιάτικες μπάλλες και την έβαλα στην άκρη του δωματίου. Έβαλα τα λαμπάκια πάνω από έναν πίνακα. Κράτησα τις σιωπές μου λαμπρές, σαν πυγολαμπίδες. Ταξικό είναι το μίσος , είπε ο τελευταίος της πλατείας λίγο πριν κρεμαστεί κι η μνήμη του φαρμακοποιού που αυτοκτόνησε- απέναντι από την βουλή- με ένα περίστροφο, αντεστραμμένη προς τα μέσα. Μέσα σε τόσα κλειστά μαγαζιά και άδειες θέσεις κανείς δεν θυμάται πια. Η χώρα σιωπά, όλες οι χώρες σιωπούν κι οι τραπεζίτες τακτοποιούν λογαριασμούς και ξυρίζουν αποταμιεύσεις. Κουρεία συναισθημάτων ο κόσμος πιο πίσω.. Μια μικρή γιορτή με κρασί θα κάνει για λίγο να ξεχαστούν οι λύπες κι οι ήττες. Ήττες σε πρώτο ενικό. Ήττες σε πρώτο πληθυντικό. Το μίσος είναι τοξικό ,σκέφτηκα ,ενώ τακτοποιούσα τα βινύλια. Η ουτοπία ενός μελλοντικού, αληθινού αναρχικού κόσμου, είναι ουρανός λευκός. Μα τα σύμβολα είναι υψωμένα. Οι άστεγοι παγώνουν μαζί με τους σκύλους συντρόφους τους, πεινάω, γράφει ένα χαρτόνι μπροστά από το πλαστικό ποτήρι. Ο σκύλος, με κοίταξε με ευγνωμοσύνη καθώς άφησα ένα κέρμα. Υπάρχει κανείς να γεμίσει με κρασί όλα τα άδεια πλαστικά ποτήρια; Υπάρχουμε σαν μαριονέτες, κινούμαστε σε ένα ατελείωτο κουρείο αισθημάτων. Καμία αισθηματική αγωγή δεν θα το γκρεμίσει όσο το μίσος είναι ταξικό. Παίξε Μπομπ, η παρέλαση του χρόνου τελειώνει με ένα ρέκβιεμ. Παίξε την ορχήστρα του πλανήτη επικοικωνιακέ κυβερνήτη, μίλα για Δημοκρατία κι ελευθερία. Με δόξες και τιμές θα θαφτείς όταν θα έρθει η ώρα. Αλλά κι εσύ μαζί με όλους θα βρεθείς, κάτω από το χώμα.. Λίγος ουρανός και χώμα μας ενώνει. Το αίμα υπάρχει σαν αόρατη απειλή, μόνο τα σύμβολα το ξεβράζουν στους δρόμους και τις ακτές. Τι σπανιότητα σαν είδος ο άνθρωπος ..μια διαρκής επανάληψη και τίποτε άλλο. Ο απολογισμός; Αφήστε τα ζώα να σας διδάξουν πως θα πάψετε να είστε μόνοι σας. Τα έχουν δει όλα τα μάτια τους

Θλιβεροί κι ανόητοι είναι όσοι βαπτίστηκαν αδέσποτοι παρατηρώντας επιφανειακά τα πουλιά και τα άστεγα ζώα της πόλης. Αυτοί που με λιγωμένο βλέμμα δεν χόρτασαν ψυχή. Όσοι δεν περιφρούρησαν την πίστη τους στο ανθρώπινο είδος ακούγοντας αυτό που υπάρχει πίσω από την διαίσθηση. Όσοι παραιτήθηκαν από το δικαίωμα στην ευτυχία επηρεασμένοι από τις μικρές και μεγάλες ήττες τους. Όσοι δεν ξέρουν να ακούνε κάποιον άλλον εκτός από τον εαυτό τους. Όσοι δεν άγγιξαν μια χορδή κάτω από ένα πουκάμισο. Δυστυχισμένοι αιώνια αυτοί που δεν παραδέχονται πως είναι άρρωστοι. Θλιβεροί κι ανόητοι μέσα στον αυταρχισμό τους αυτοί που ψάχνουν υπόβαθρα μόνο μέσα σε τέσσερις διαστάσεις. Ποτάμια είναι οι ημέρες μας κι οι ώρες μας τριγμοί. Κρατήστε λίγη λύπη για όλους αυτούς. Μα μην ακούτε τις φωνές τους σαν να ακούτε σειρήνες στην θάλασσα. Υπάρχουν χιλιάδες άστρα για να ακούσετε