Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Μικρές στάλες βροχής έπινε και τον κοιτούσαν κάτι πουλιά με ουρές γαλάζιες, τα σύννεφα χυμένα μπροστά στα μάτια του έμπαιναν μέσα στις ίριδες κι έφτιαχναν σχήματα άτακτα, σαν σταλακτίτες και σαν στοιχεία μιας άλλης ατμόσφαιρας. Μυστηριακής και σαν σε εγρήγορση. Κοίταζε το χάος της θάλασσας, εδώ μοιάζει σαν αυλόπορτα του θεού ,σκέφτηκε. Η ευαισθησία έμοιαζε να παλεύει μέσα του σαν να ήθελε να τον σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Κοιτώντας την θάλασσα ξέχασε όσα είχε εισπράξει από κάποιους ανθρώπους, μια αφόρητη μανία και εκδίκηση για όσα δεν μπορούσαν να του πάρουν, για την προσπάθεια τους να τον μετατρέψουν σε πολεμική μηχανή. Δεν πίστευε στις τοξίνες της κακίας, δεν είχε θυμό για όσα είχε εισπράξει τελευταία, εδώ ήταν πιασμένος στα χείλια μιας όασης, μιας αυθεντικής ομορφιάς που δεν υποσχόταν περισσότερα μέσα από το γυμνό της τοπίο. Σιγά σιγά γινόταν μέρος αυτής της ομορφιάς. Χαμογέλασε. Η ευτυχία μπήκε μέσα του σιγά σιγά, άπλωσε τα φτερά της και τον έκανε να πετάξει, αισθανόταν μια απέραντη ευδαιμονία και ευγνωμοσύνη. Τα ξέχασε όλα. Ο χρόνος έγινε μια στιγμή, αιωρήθηκε επάνω του και μετά καταλάγιασε εκτός από την απέραντη ομορφιά του γυμνού τοπίου. -Για την Αμοργό που λάτρεψα και λατρεύω
Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, κάτω από ένα δέντρο ξαπλώνει και θυμάται, νεκροί άνθρωποι να κυκλοφορούν ανάμεσα στους ζωντανούς, πρώτα σκότωσαν τον εαυτό τους κι ύστερα παλεύουν να σκοτώσουν και τους άλλους. Με μια μανία, που μόνο ο Άδης είχε, στην αρπαγή των ζωών. Τρίβει τα μάτια του θαμπωμένος από τα δάκρυα, τόση η ομορφιά του κόσμου κι αυτοί να ψάχνουν μονάχα για μαντείες κακές. Και απόκοσμες πράξεις.. Αθάνατη η μνήμη του Τειρεσία, η εσωτερική βαρβαρότητα της Ευρώπης σαν την πανούκλα σέρνεται και ένα ένα στο σκοτάδι και την ακοσμία βυθίζει τα παιδιά της.. -Μανία-
Ήρθες στον ύπνο μου, στην αρχή φοβήθηκα,είχα πάνω από είκοσι χρόνια να σε δω σε κάποιο όνειρο, είχες τα ίδια μετάξια στα μαύρα μαλλιά, σπαστές μπούκλες σαν αναδυόμενες φλόγες από έβενο. Εσύ που ήσουν ο άντρας-ψάρι. Εγώ 15 κι εσύ 17. Βραχιόλια και ινδικές φούστες εγώ κι εσύ φορούσες ένα γιλέκο κεντημένο όλο μικρά καθρεφτάκια. Βγαίναμε στους δρόμους κι ήμασταν μια μάζα υγρής δύναμης. Fender stratocaster σε χρώμα μαύρο ριγμένη στο στρώμα σου στο πάτωμα. Την έπιανες στα χέρια κι ανάγκαζες τον Χέντριξ να ρθει νοερά κοντά μας και έπιανες να μου μιλάς για τα χρώματα που ανάβλυζαν από τις νότες. Οι νότες είναι πόθοι και χορεύουν για τις λύπες που σκοτώνονται καθώς τις αφήνουμε να πλεύσουν στην καρδιά μας. έτσι σκεφτόμουν καθώς σε άκουγα. Μιλούσαμε για τις θρησκείες , για τις ταινίες, για την μουσική τα βιβλία. Υπήρχε εκεί στο δωμάτιο σου ένας ολόκληρος κόσμος όπου μια αόρατη προστασία μας φύλαγε από τα άσχημα μάτια και τις οκνηρές σκέψεις. Θέλαμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο. Με συγκίνηση για την ομορφιά του, με πίστη για αυτά που κρύβονται για να μην τα βρουν αδιάκριτες ψυχές και τα χαλάσουν. Από εσένα ανακάλυψα πως διέθετα καλό αυτί, ατέλειωτες ώρες έβαζες στον ενισχυτή βίσματα και καλώδια και με ρωτούσες ποιο ήταν το κομμάτι που άρχισες να παίζεις. Συνέχεια κέρδιζα. Και γελούσαμε σαν παιδιά. Σε εκείνο το δωμάτιο με έπιανε εκτός από την ερωτική δίψα της εξερεύνησης μια κατάνυξη για εκείνον τον υπέροχο υγρό κόσμο. Μετά από έξι χρόνια, πήγαινε έλα, χαθήκαμε οριστικά. όχι τόσο ώστε να μην λάβω από την διαίσθηση μου μήνυμα πως κινδυνεύεις. Κι έμαθα έμμεσα πως ήσουν μέσα στον κόσμο της αγγελόσκονης. Την κάρφωνες στο μπράτσο σου.. Για μένα ήσουν πάντα ένα μίγμα δανδή και χίπι. Ποτέ δεν υπήρξες ανήθικος , δεν εκμεταλλεύτηκες, δεν προσποιήθηκες πως ήσουν κάποιος άλλος. Σε συνάντησα και σε έπεισα να σταματήσεις. Κλείστηκες στο σπίτι σου και<< καθάρισες>> σε κάποιες ημέρες. Αλλά δεν είχες άλλον καθαρό να κάνεις παρέα πια. Κι αργά ή γρήγορα θα βρισκόσουν ξανά με αυτούς που έπιναν την σκόνη με την βελόνα. ήθελες να φύγεις, πάντα ήσουν φευγάτος. Σε έλεγαν Παναγιώτη, από τότε αγάπησα αυτό το όνομα, κι ήσουν κι εσύ ταμένος στην Παναγία της Τήνου όπως εγώ, πράγμα που το ακούγαμε με ένα μίγμα αδιαφορίας και συμπάθειας. Εσύ ποτέ δεν πίστευες στον Χριστό σαν τιμωρό και καθοδηγητή μιας <<μαζικοποιημένης ηθικής και τάξης>>, τον αγαπούσες για το μυαλό του και γιατί είχε κότσια.. Ήρθες σήμερα στο όνειρο μου. Είχα αφήσει το κεφάλι μου στο στήθος σου κι εσύ απαλά κράτησες την γάμπα μου στο ένα σου χέρι. <<Μην φοβάσαι τίποτε και για τίποτε που δεν αξίζει μην λυπάσαι>>, είπες κι άρχισε να ακούγεται το αγαπημένο μας κομμάτι από τον Χέντριξ. ένιωσα λύτρωση κι αγάπη. Αυτό που νοιώθουν οι άνθρωποι σαν βρίσκουν ανθρώπους που δεν έχουν το ένστικτο του δολοφόνου. Ξύπνησα κι είχα την εικόνα σου μπροστά μου. την αίσθηση σου στα χέρια μου. Έφυγες νωρίς Πάνο. Κι ήσουν η πρώτη μου αγάπη..Μια όαση στον άσχημο κόσμο.. Σε ευχαριστώ.... (Η πρώτη αγάπη είναι αδιάλλακτα καθαρή )