Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Ερωτικό, άνευ λέξεων...

Ένας Νοτιάς μαγκωμένος έξω από την πόρτα.
Ο ποιητής, ο μουσικός κι ο φιλόσοφος ξαγρυπνούν τις άκαιρες νύχτες, μουδιασμένα κοιτούν σελίδες και χορταίνουν για λίγο το σαράκι που τρέφεται και γρήγορα πεινά.
Πάλι.
Θα ανοίξει την πόρτα βιαστικά μετά τα μεσάνυχτα η γυναίκα με το μαύρο μαντήλι στο κεφάλι, σαν αρχαίο άγαλμα που το σκασε από ένα Μουσείο, θα ανοίξει την πόρτα και θα βγει πάνω στις χίμαιρες-αποδράσεις μιας πόλης -Χώρας λαβωμένης από λακέδες και σύγχρονους εμπόρους εθνών.
Θα βρεί εκείνον τον μελαγχολικό άντρα γιατί πάντα υποκύπτει στην μελαγχολία.
Κι είναι αυτή μελαγχολία ένας τρόπος να βλέπει τα πράγματα.
Έτσι τα ακυρώνει κι έτσι τα επιβραβεύει.
Άλογα λευκά οι άγνωστες προθέσεις της, αντικείμενο ερεύνης καμμιά από αυτές.
Ένας Νοτιάς μυρίζει αρμυρίκια και σκόνη.
Από χυμένο χρόνο ή χαμένο.
Άλλο να χύνεσαι, άλλο να χάνεσαι..
Βρίσκει εκείνον τον άντρα με χαμένο βλέμμα. Πως να του μιλήσει για τον πυρετό της;
Θα ήθελε οι λέξεις να λαξευτούν σε μια σελίδα και να γίνουν ορμητήρια κουρσάρων.
Από εκεί έρχεται, πέρα από την έρημο, πέρα από τις Στέπες.
Μπορείς να πεις με ένα σου βλέμμα σε ε΄χω ανάγκη;
Χωρίς την κίβδηλη προοπτική ενός ψέματος, ενός υποκριτικού ταλέντου, ενός θραύσματος αίματος.
Αυτό θέλει να κάνει. Να νιώσει και να την νιώσουν χωρίς λέξεις.
Το πρωταρχικό καθήκον της τρυφερότητας αυτό ίσως να είναι.
Λέμε ίσως ,γιατί ότι ισχύει σήμερα, δεν ισχύει αύριο ή μεθαύριο.
Γυρνά γύρω του σαν δείκτης 'η σαν πουλί που πετά χωρίς ταχύτητα.
Αφήνει το κεφάλι της στα χέρια του σαν να ήταν ένα λάφυρο.
Κι αυτός την κουμπώνει στιγμιαία πάνω του, να μην καταλάβουν οι άλλοι και μπερδέψουν τις αλήθειες, αυτές είναι δικά τους παιδιά.
Την ακουμπά έπειτα πάνω σε ένα πιάνο και αρχίζει να πιέζει τα πλήκτρα,να πέσει ο πυρετός της πρώτα με ένα μουσικό κύμα.
Η μουσική είναι μια αληθινή μορφή τέχνης, δεν επιδέχεται εξηγήσεις αυθεντικότητας.
Μετά μιλά  ο έρωτας με πλάνες.
Τρώει αχόρταγα και ακαταπαύστως.
Είναι που κόβει τον χρόνο ακαριαία..
Κι οι δυό τους για δικούς τους λόγους δεν έχουν απωλέσει τα φωτοστέφανα.
Λάμπουν σστο ημίφως της ζάλης.
Δεν είναι άγγελοι ούτε διάβολοι.
Είναι η σκόνη τους στον χρόνο, αυτήν μοιράζονται.
Οι κλωστές πα΄θους μεταπηδούν στο ταβάνι.
Από το πιάνο.
Το κρεβάτι.
Μην με διαβάζετε, κερδείστε τον καιρό σας, αυτό λένε.
Με τις δικές τους λέξεις.
Ονειρεύομαι έναν κόσμο που η επικοινωνία θα γίνεται με τα μάτια, στο χω ξαναπεί πολλές φορές.
Τώρα το πάθος σωριάζει μια ενέργεια συμπαγή .
Ενώνεται με την ενέργεια του πιάνου.
Πόσες φορές διάβασες την αγωνία ενός πιάνου;
Η γυναίκα πετά το μαντήλι από τα μαλλιά της, πετά τα ρούχα και μένει γυμνή.
Το ίδιο κάνει κι εκείνος..
Ενώ το πιάνο παίζει μόνο του...
Δεν είναι παράξενο;
Η βροχή έξω από το σπίτι κοιμάται στα σύνεφα.
Κι αυτός ο Νοτιάς την ζητά απελπισμένα.
Σαν πυρετός που τυλίγει αυτό το σύμπλεγμα των κορμιών και του πιάνου.
Πόσοι από εσάς έχετε αγαπήσει πραγματικά ένα πιάνο;
Η μελαγχολία της Άνοιξης σπάει και διαθλάται.
Μην πείτε στον εαυτό σας πως δεν θα ερωτευτείτε...
Ο Νοτιάς γυρνά σαν άδικη κατάρα.
Είναι η οργή του που δεν μπορεί να μπεί μέσα στο σπίτι.
Να σηκώσει στον αέρα το πιάνο.
Αυτό ζηλεύει και τα άναρθρα βογκητά των ανθρώπων..
Από ποιά εστία γεννιούνται και πεθαίνουν;
Αυτές οι κραυγές που δεν περιέχουν τις ανθρώπινες λέξεις...

Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

Φως

Κάτω από το φως των κεριών στον Λυκαβηττό, αντικριστά κάθονται ένας άντρας και μια γυναίκα.
Το φως της ηλεκτρικής νύχτας έξω χάσκει ερμηνεύοντας.
Φιλιά και χάδια στο δέρμα.
Ανοίγει το δέρμα και φωτίζεται ολοένα από την αθεράπευτη πάλη.
Αυτό ( Να δοθώ ή να κρατήσω για μένα);
Αλλά το δόσιμο ΄συμβαίνει, ανοίγουν οι κόμποι και όλα γίνονται ένα.
Κάτι σαν διαλυμένες σκιές στο διάστημα.
Τώρα καθώς τ...α αρχαία τύμπανα χτυπούν πληθωρικά μια μίμηση αρχίζει σαν ιερή τελετουργία.
Τα σώματα βγάζουν γλώσσες και τρώνε αργά το ένα το άλλο.
Δοκιμάζοντας με γεύσεις πολλές.
Φως τονίζει τα ευάλωτα σημεία τους.
Και σαν ευάλωτοι πιο δυνατοί γίνονται, μιμούνται για λίγο τα θαύματα...

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Καμμιά ταυτοποίηση σε θέλγητρα που φέρεις στον μυστικό σου αυλό δεν θέλησα/
Τις νύχτες οι κουρσάροι μας διέκοψαν με ανίκητους εχθρούς προ των πυλών/
Χτυπάς την πόρτα σαν ένα λάθος
ζήτησες να σε αγαπήσω και να μαι βράχος/
Μα να που δεν ησύχασες τα πάθη σου/
Κι ούτε λίγο τα θριάμβευσες/
Μόνο τα άφησες ακατοίκητα, εσύ ταπεινός εκδικητής κι οικοδεσπότης/
Πόσο σκληρό εγώ πρώτη τον ομφάλιο λώρο αυτό να κόψω/
Να υποκρίνομαι ζωή και να απέχεις/
... Ας δούμε τώρα ,το όνειρο πως κύλησε στα αυστηρά επείγοντα,
ας δούμε τώρα πως η οικουμένη θα χωρέσει σε ένα χαρτί,
τώρα που ξεγυμνώσαμε τον Σαιξπηρ/
Το ιδιόχειρο αυτό σημείωμα ποτέ δεν θα φτάσει στον κτήτορα/
Η πόρτα βαριά ανοίγει και μπαίνουν μέσα στην αυλή τόσοι άγνωστοι σε εμένα,
με καπέλα και ομπρέλες και γενιάδες ψεύτικες,
παριστάνουν τους σοφούς μα καραδοκούν να μας τελειώσουν/
Κι ότι ζήσαμε στην πηγή τρέχει να γίνει νερό/
Είναι η στέρνα που στέρεψε,
ας ελπίσουμε όχι για πάντα,
φτωχές συλλαβές τα πάθη,
όχι δεν θα επιδείξω ασέβεια ταυτοποιώντας/
Μολών λαβέ στους κρίνους,
μολών λαβέ στις αστικές προκαταλήψεις/
Τι ζήτησα ο φτωχός εκτός από ένα θαύμα;
Ο λοστρόμος ( ένα παραμυθάκι για τον φόβο)

Ο λοστρόμος επάνω στην γέφυρα κοιτά την πυξίδα του παλαιού σπασμένου καραβιού,
το πρώτο ρήγμα το έκαναν οι παλιότεροι καπετάνιοι/
Τώρα με τα χέρια στο στόμα φωνάζει,
καθώς το πλοιάριο ,η θάλασσα, άγρια ,γυρεύει να το πιεί,
να το χωνέψει στον πάτο της για πάντα/
Φωνάζει αυτός κουρασμένος για βοήθεια,
ενώ το υπόλοιπο πλήρωμα παίζει πρέφα/
Μια τηλεόραση στα...μάτησε να παίζει όταν αυτή έλεγε
(προσοχή, σήματα κινδύνου από μια πυξίδα).
Αρχαίος ο φόβος και θηρίο,
οπλίζανε μυστικά το σώμα του να πέσει στα οργισμένα κύματα/
Μα αυτός, εκεί, ακίνητος έμεινε να φωνάζει,
(προσοχή, κίνδυνος, δεν με ακούτε εκεί μέσα);
Και ευθύς το πλήρωμα άρχισε να παίζει την ρώσικη ρουλέτα, αγαπημένο σπορ κι ευλογημένο για όποιον την αυτοχειρία θέλει να στολίσει με κάποιον επίσημο θόρυβο/
Κι ενώ ο ένας, έπεφτε, μετά τον άλλον, γεμίζοντας το πάτωμα πτώματα και λίμνες από αίμα,
τότε ο νεαρός λοστρόμος κατάλαβε το γιατί κανείς δεν τον άκουγε.
Πρώτα από όλα ,γιατί ήταν ένας ασήμαντος λοστρόμος
κι ύστερα γιατί ο καθένας με τον δικό του τρόπο τάιζε τον φόβο.
Δεν είναι μόνο από έλλειψη γενναιότητας, είναι κι από έλλειψη τρόπου.
Ό τρόπος που θα φύγεις αλλά κι ο τρόπος που θα μείνεις όταν το καράβι μπάζει νερά κι είναι μέσα του εκατοντάδες πρόβατα.
Κι έκανε μια μπροστά κι έπεσε στο στόμα της αγριεμένης θάλασσας,
μα πρώτη φορά πριν πεθάνει ένιωσε τόσο ανακουφισμένος...

Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Ανήλιαγος

Την λέξη πένθος πολλοί την λένε, πολλοί την δείχνουν με τον τρόπο τους/
Όμως εγώ έμαθα παρακολουθώντας τα δελφίνια, πως λίγοι την ντύνονται
Ακόμη πιο λίγοι την αισθάνονται/
Κι η νεκρώσιμη ακολουθία σαν πομπή πνιγμένων λέξεων/
Το Πένθος είναι πρώτα στα αισθήματα, μετά ακολουθούν οι λέξεις,
έπειτα ο αποχαιρετισμός/
Ναι, αν ήμουν άντρας θα έδινα την άδεια στα χέρια μου να χτυπήσουν ένα το...υφέκι/
Αλλά, ως γυναίκα ,καλύτερο μου είναι να σιωπώ/
Αφήνω τους άλλους να νομίζουνε ,πως πάντα μου κρατώ μαχαίρι,
μα αυτό μου χρησίμευε να χαράζω ονόματα στην φλούδα ενός κορμού ελιάς/
Αλλά πολλές φορές χάραξα πένθος,
ίσως αυτό προέρχεται από τον τόπο μου,
πνιγμένος από ήλιο και πέτρες και θυμάρι/
Είναι φορές που τα γόνατα λυγίζουνε
κι εμείς σαν βρυκόλακες παριστάνουμε τις Καρυάτιδες/
Το πένθος ταιριάζει σε μάτια που το λευκό τους σε ταράζει,
όχι η ίριδα , όχι η κόρη/
Έπρεπε να πω ένα αντίο χτες αναγκαστικά,
θες από περηφάνεια , θες από ανάγκη,
να μείνει η ομορφιά σαν μνήμη , να μην γίνει ασχήμια,
μην γίνει ακόμη μια ασχήμια,
βαρύτερο πένθος,,, από αυτό, δεν γνώρισα..

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

ΟΙ νησίδες της απομόνωσης

Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα. Κι ένα μυθιστόρημα. Κάποιοι λένε πως τα μυθιστορήματα τελείωσαν, πως όλα έχουν ειπωθεί.
Είναι γιατί πολλοί θυμούνται τον έρωτα του Κάφκα με την Φρίντα. Στον πύργο.
Ακόμη κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τον ίλιγγο της Τερέζας. Στην αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι.
Αυτή η απόλυτη άφεση στην αδυναμία είναι ο ίλιγγος.
Καταρρέεις ενώ κάθεσαι σε μια καρέκλα, γύρω σου μιλάνε, μάλλον αδιάφορο, εσύ κάθεσαι κι ο κόσμος αρχίζει να στριμώχνεται σε ενα πηγάδι. Φυσικά στον πάτο του. Με μια ταχύτητα εκθαμβωτική. Αυτή η πλήρης άφεση και παραδοχή της αδυναμίας είναι ο ίλιγγος.
Φυσικά υπάρχει κι αυτός του έρωτα. Μπαίνεις μέσα δίχως μέτρα και σταθμά, κανένα αντίβαρο για ισορροπία. Τι λέξη! Εντελώς αταίριαστη στο δοκίμιο του έρωτα.
Λοιπόν είναι ένα πρωινό στην Αθήνα κι έξω φυσάει σχεδόν απελπισμένα. Στο Παρίσι ο καιρός θα είναι αλλιώς. Και στην Γερμανία. Εκτός της ώρας.
Φυσικά κάποιος που ασχολείται με ένα μυθιστόρημα μοιάζει εκτός εποχής. Εννοώ όχι μόνο κάποιον που γράφει, εννοώ αυτόν που ζει μέσα σε ένα μυθιστόρημα. 'Η που ζει μυθιστορηματικά.
Κι αναρωτιέται γι αυτήν την δυνατότητα της ύπαρξης.
Πως μπορεί η ύπαρξη να αποκτήσει ονότητα ας πούμε ενώ οι συνθήκες της πραγματικότητας αφαιρούν αυτό το δικαίωμα;
Είναι ένας άντρας και μια γυναίκα. Κι ένα μυθιστόρημα που εξελίσσεται.
Ζουν στην Ευρώπη.
Ζούν στην αδύναμη πλευρά της. Η Ευρώπη τους πίνει το αίμα, καταπίνει τον οργασμό τους, η ύπαρξη τους απειλείται κάθε ημέρα με ένα νέο πολεμικό κόλπο βρώμικο.
Δεν υπάρχουν βόμβες, υπάρχουν όμως συνεχείς απειλές πάνω στην δυνατότητα της 'υπαρξης τους ως οντότητες.
Η προσοχή στα τραγούδια των πουλιών δεν υπάρχει, κι όμως τραγουδάνε κάθε πρωί απλά κανείς δεν δίνει προσοχή γιατί παρακολουθεί τον καθημερινό πόλεμο.
Ο θάνατος αιωρείται σαν σκόνη. Απλά αιωρείται. Ναι, σε άλλα σπίτια έχει ήδη συμβεί.
Ο εχθρός ειναι αόρατος, ζει σε κτίρια ψηλά και κινείται ραγδαία με δορυφόρους.
Η Ευρώπη είναι ένα μυθιστόρημα που εξελίσσεται.
ΟΙ ήρωες της, ας πούμε ένας άντρας και μια γυναίκα είναι τραγικά πρόσωπα.
Γιατί ζουν την στιγμή που αυτό το μυθιστόρημα παέι προς το τέλος του.
Άλλο να πηγαίνεις, άλλο να χεις φτάσει στο τέλος.
Αυτός ο ίλιγγος τους παίρνει κάτω.
Τους μπήγει τα νύχια του στα πλευρά τους και τους τραβά τα σωθικά.
Κι έρχεται ο έρωτας με τα φτερά του να τους ανακουφίσει.
Για λίγο τους τραβά από το πεδίο της μάχης. Ποιάς μάχης, των πυρών. Αυτοί δεν μπορούν να πολεμήσουν, η πραγματικότητα τους στερεί το δικαίωμα της ύπαρξης.
Λίγο ξεκουράζονται βρίσκοντας τις ψυχικές δυνάμεις αλλά ο ίλιγγος της αδυναμίας τους ξανανικά.
Δεν είναι απαισιόδοξο, είναι ένα μέρος της αλήθειας.
Μια άλλη αλήθεια είναι πως θα μπορούσαν να ζήσουν χωρίς να έχουν βυθιστεί σε αυτόν τον τεράστιο ίλιγγο της αδυναμίας.
Θα μπορούσαν, στην πραγματικότητα ας κοιτάξουμε γύρω.
Μανιοκαταθλιπτικές καταστάσεις παντού. Καταθλιπτικοί δίχως πρόσωπο. ΚΙ ο καταθλιπτικός έχει σαν πρώτο γνώρισμα να μην αναγνωρίζει φταίξιμο στον εαυτό του παρά μόνο στους άλλους.
Απωθεί με τον τρόπο του αυτόν που τον ερωτεύεται, που να βρει κουράγιο κι αυτός; Αφήστε που πρέπει να βρεί κουράγιο για δύο διότι κι αυτός όλο και κάτι θα έχει.
Δεν ζούμε δύσκολα.
Ζούμε τραγικά.
Είμαστε ο αρχαίος ελληνικός χορός και στην μέση ήρωες με βγαλμένα μάτια.
Εντάξει, παλεύουμε να γεμίσουμε  εκείνο το μυθιστόρημα με τον άντρα και την γυναίκα.
Μα μιλώντας μεταξύ μας βρίσκουμε τα πρόσωπα όλο και χειρότερα..
Ο Προκρούστης μας τεντώνει στο κρεβάτι του πειράματος.
Ξεχυλώνει η συνείδηση, χάνεται η ψυχή, η αγάπη παλεύει να επιβιώσει, σαστίζει το σπέρμα κι εμείς ψάχνουμε για κείνη την τρυφερότητα.
Αυτήν, όταν είμασταν παιδιά.
Σαν έμβρυα ξαπλώνουμε και κλαίμε τις νύχτες.
Αυτό, το γαμημένα απαλό δωμάτιο της τρυφερότητας, αυτό ψάχνουμε.
Σου μιλώ παιδικά κι εσύ μουγκρίζεις.
Σε χαιδεύω με το χέρι μου και τραβάς το δέρμα μου.
Γιατί ζούμε σε αυτό το μυθιστόρημα που λέγεται Ευρώπη.
Λοιπον, έχουμε μια γυναίκα κι έναν άντρα.
όποιος αντέξει την πίεση κάτι θα ξέρει από τέχνη. Αυτό είναι αναμφισβήτητο.
Με τέχνη και εξυπνάδα φτιάχτηκε ο Δούρειος Ίππος.
Το αστείο είναι πως ακόμη κι αν συμφωνούσαμε να φτιάξουμε ένα τέτοιο αντίγραφο, στο τέλος θα τσακωνόμασταν ποιός θα μπει στην κοιλιά του ή όχι.
Και να δεις που ο Δούρειος θα είχε μια άδεια κοιλιά.
Στο μεταξύ ο άντρας κι η γυναίκα ψάχνουν ο ένας τον άλλο.
Και γύρω πυκτό σκοτάδι.
Τόσο που αναρωτιέσαι χτυπώντας το στήθος σου και φωνάζεις ( Γιατί θεέ μου ο άνθρωπος είναι τόσο μόνος);
Και ξέρεις πως αν υπήρχε θεός απλά θα σε έφτυνε.
ΔΕν υπάρχουν θεοί που συγχωρούν τα πάντα...

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Κορυφαίες διαπραγματεύσεις, γι ανθρώπων ταριχεύσεις
σε κλειστές αίθουσες δονούν σιωπές
Αύριο μια άλλη ημέρα υπόθεση ρουτίνας
με διακοσμητικά πρόσωπα σε ταπετσαρίες φθαρμένες
ξοφλημένες.
Με χαρτιά λευκά που επικυρώνουν απουσίες,
κανείς δεν μπορεί να τα σκίσει, ούτε να ναι παρών ακόμη κι αν αυτό δηλώνει .
Το ψωμί που βάφτηκε με αίμα είναι παραμύθα που την τρώνε στα γόνατα ανήλιαγα άτομα σε υπόγεια.
...Τώρα κλείσε τα μάτια,
όλος ο κόσμος σε μια ευθεία τελειώνει όπου και να είσαι.
Ένας τρελός τραβά μια γραμμή μαύρη και σβήνει τον χάρτη.
όλοι οι παρασιτούντες ας λάβουν το μήνυμα.
Είναι που τις ευθείες γραμμές αγαπούσες κι όχι τις τεθλασμένες.
Κάπνισε τσιγάρα και κοίτα το ταβάνι.
Τα έντομα θα επι ζήσουν με πρωταγωνιστές τις κατσαρίδες,
πόσο στοίχημα βάζεις πως αν ρωτούσες μια κατσαρίδα,
θα ήταν γεμάτη απορίες και γόνιμες;
Γι αυτήν την ευθεία γραμμή την μαύρη που όλα τα σβήνει,
για όλες τις στολές γιατί δεν δήλωσες απέχθεια και αποχή;
Μισώ τις στολές κι αυτούς που την φοράνε,
αν ήταν στο χέρι μου θα λοβοτομούσα κάθε γραβάτα,
ίσως τότε να έβρισκε λίγο εγκέφαλο,
είναι άξιο απορίας πως μόνο οι <<γραβάτες>> επιζούν μετά από κάθε πόλεμο..

( ένα παιδί μελετά τις κατσαρίδες)
Είναι η ζωή που συνεχίζεται, άλλοτε σαν λουλούδι αιμόφυρτο
κι άλλοτε σαν πεισματωμένο άλογο κουρασμένο.
Με όλες τις όψεις και τις κόψεις της αλήθειας και των μικρών ψεμάτων.
Κι οι προσδοκίες και τα όνειρα θολά σε φλούδες από μέλι και γάλα.
Αυτά που γευτήκαμε μικροί.
Από τότε προσπαθούμε να μεγαλώσουμε.
Να αγγίξουμε ένα αστέρι και ένα σύννεφο.
Αλλά αυτό που θα μας έχει καθορίσει είναι ο τρόπος που ...κοιτάξαμε το κενό.
Και τα μάτια των άλλων.
Πολλές φορές θα πηδήξουμε στο κενό ή μέσα σε μάτια αγαπημένων.
Ας καταφέρναμε να μην μισήσουμε όσα έμειναν μπροστά μας σαν πολεμικό οχυρό.
Και λίγη απόλαυση από χαλαρωμένες τις αισθήσεις.
Βλέπω την πλάτη σου σκυφτός να γράφεις.
Κι εγώ έτσι κάνω.
ύστερα θυμάμαι να ανοίξω το παράθυρο να δω τον καιρό.
Τα ηλιοστάσια σφυρίζουν σαν τρένα,
θα ζεστάνουν τα μάτια μας ώσπου να αντέχουμε να ζούμε,
είναι στιγμές που ο κόσμος αυτός δεν υποφέρεται.
Επαναλαμβάνομαι.
Σαν σήμα σε καράβι μονότονου κινδύνου.
Μορς και ρέκβιεμ.
Μορς και Ρέκβιεμ.
Κι όμως η ζωή ακόμη γυρίζει κι εμείς νιώθουμε ακίνητοι.
Και σε συνθήκες εμπόλεμης διαύγειας πατούμε μια κινούμενη άμμο.
Που διαρκώς επεκτείνεται.
Να σου πω το τραγικότερο;
Πως φοβάμαστε να αγγιχτούμε μήπως εκτεθούμε γυμνοί όπως είμαστε.
Ευάλωτοι δηλαδή και φοβισμένοι....

Η Άννα είναι ένα σονέτο

Κάποτε ήξερα μια κοπέλα που είχε μάτια σαν ενός φαγιούμ.
Έσταζαν λύπη και πόθο. Την θαύμαζα γιατί η φύση της τα είχε προικίσει με ίσες αναλογίες, πράγμα σπάνιο.
Θα την ονομάσω Άννα. Δεν της άρεσε να την συμπαθούν. Ήθελε να την ερωτευτούν ή να την μισήσουν.
Τέλος, να την αγαπήσουν.
Η Άννα διάβαζε ποίηση, έλεγε πως όλα είναι μέρος ενός μυστικού ποιήματος.
Κι εγώ της απαντούσα πως ποίηση είναι ο τρόπος που βλέπεις τα πράγματα.
Μια ημέρα ήρθε τρέχοντας να με βρεί, καθώς με κοιτούσε λαχανιασμένη πρόσεξα πως τα μάτια της τώρα έσταζαν μόνο πόθο.
Η λύπη είχε πετάξει μακριά.
(Είσαι βαριά ερωτευμένη), της είπα γελώντας.
(Ναι), είπε και το στόμα της άνοιξε σαν όμικρον. ( Και ήρθε η ώρα να σου εξομολογηθώ κάτι που κανείς άλλος δεν ήξερε ως τώρα, το ξέρεις εσύ κι εκείνος μονάχα)..
(Σε ακούω),  είπα και σκέφτηκα αμέσως τι ήταν αυτό που ήταν τόσο κρυφό για καιρό. Ποιά δύναμη το κρατούσε μυστικό και ποιά δύναμη το ανάγκασε να βγεί από την κρυψώνα του...
Σιγουρεύτηκα άμεσα για το δεύτερο, 'ηταν ο έρωτας...
(Είναι γύρω στα οκτώ χρόνια τώρα που κουβαλάω στην τσάντα μου ένα οστό από το δάχτυλο του πατέρα μου. Δεν ήξερα γιατί το έκανα. Απλά το κουβαλούσα, όταν το ανακάλυψε τυχαία ο αγαπημένος μου, σήμερα, μου είπε απλά πως έπρεπε να τον αφήσω να φύγει. Έπρεπε να αφήσω τον πατέρα μου να πετάξει λεύτερος μακριά μου.Σήμερα το απόγευμα λοιπόν θα πάμε στο λιμάνι, εκεί θα πετάξω στον βυθό τον πατέρα και θα τον αφήσω να αναπαυτεί).
Τα μάτια της έγιναν ξανά φαγιούμ. Γέμισαν λύπη και είχαν πάντα πόθο. Μετά η λύπη σαν να πήγε ήδη στην θάλασσα κι έμεινε μέσα τους μόνο ο πόθος...
(Ξέρεις Άννα; Τώρα είσαι έτοιμη να γράψεις ένα ποίημα, είσαι εσύ μέρος από ένα ποίημα. Ένα σονέτο γεμάτο έρωτα και ζωή, δώσου σε όλους που το έχουν ανάγκη).
(Αυτό θα κάνω), είπε και χαρούμενη απομακρύνθηκε από κοντά μου αφήνοντας με σε μια ηλιόλουστη όχθη.


( αυτή την μικρή ιστορία την χαρίζω στην μνήμη του πατέρα μου)

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Σκατά, λάδι, παξιμάδι και αθυροστομίες

Θέλω να κάψω όλους τους μαθουσάλες.
Να τους ξεκουράσω κάτω από έναν πεύκο.
Αυτόν που κρατά σαν σημαία την κοινή φωτογραφία του με έναν ποιητή που αγίασε αφού πριν εκπορνεύτηκε. Που γράφει σαν αυτόν. Που τον μιμείται. Που τον δοξάζει.
Αυτός είναι 50 ,μιλά σαν να είναι εκατο-πενήντα.
Γιατί δεν έχει άλλο να πει, μόνο ανακυκλώνει τον κάδο της μνημης και ιδού.
-Έτσι γαμήσαμε, έτσι γράψαμε, έτσι μιλούσαμε.Τότε. Το τώρα είναι ανύπαρκτο.
Θέλω να ξεκουράσω εκείνους τους γέρους που διδάσκουν στα πανεπιστήμια και γράφουν συγκράμματα και συνεντευξιάζονται χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι είναι πείνα.
Τι είναι φτώχια. Μοναξιά. Απώλειες από παράπλευρες χρήσεις. Πως ο κόσμος άλλαξε από χάρτινος κι έγινε τσιμέντο και μολύβι.
Και μόλυνση στην γη και στην θάλασσα.
Και στο μυαλό.
Θέλω να ξεκουραστούν οι πρώην καλλονές από την αγωνία της ασχήμιας. Από τις φρικτές διηγήσεις, αυτόν με τα λεφτά μπορούσα να είχα παντρευτεί τότε, αυτός με τα βαπόρια με ήθελε σαν τρελός.
Να πα΄ψουν οι γέροι να μιλούν εκτός κι αν ακόμη διαθέτουν αντιοξειδωτικές ουσίες στον εγκέφαλο.
Λένε, σιχαίνονται την γυναικεία γραφή, υμνούν την αντρική.
Ανακα΄λυψαν  και την γραφή της κλιμακτηρίου. Κι όταν μια γυναίκα περιγράφει μια ερωτική πράξη δυσανασχετούν. Πρέπει ας πούμε να πει αυτός ( Άνοιξε το κουτάκι της, όχι μπήκε μέσα της). ΧΑ!
Η αγαμία αφορά και τα δύο φύλα εξίσου, το ίδιο κι η συστηματική προφύλαξη.
Δεν υπάρχει αντρική ή γυναικεία λογοτχνία, υπάρχει καλή και κακή.
Μιλούν παντού, σαν διανοητές, σαν ποιητές, σαν ακαδημαικοί και πάει μακριά η βαλίτσα.
Μόνο αυτός ο τόπος πουθενά δεν θα πάει.
Φεύγουν οι νέοι και μένουν οι γέροι.
Στο μεταξύ θα καταλάβεις πως σέβομαι όταν έχουν να πουν για κάποιες αξίες ή έχουν να πουν πράγματα για να κουνηθούν οι κώλοι από τους καναπέδες ή να κουνήσουν την ακινησία του μυαλού μου.
όμως αυτοί ενώ μιλάνε φαντάζονται πως
γαμάνε, εκσπερματώνουν σαν ελέφαντες,
είναι στυλοβάτες του πολιτισμού.
Είναι φάροι φωτός.
Ενώ είναι σκατά ανακυκλώμενα.
Κι η χώρα αυτή ήταν φως και είναι.
Αλλά οι μακριά βρίσκοντες δεν το βλέπουν γιατί τούτο καμμία σημασία δεν έχει.
Και κάποιοι μικροί πρέπει να κάνουν τις πουτάνες στους επιβήτορες από το κρύο.
Συνηθίσαμε θα πείς με αυτόν τον ρόλο..
Μα αυτό λένε οι μαθουσάλες. Είμαστε σε δύσκολη, αδύναμη θέση.
Στα τέσσερα λοιπόν.
Όμως μαλάκα την επόμενη φορά που θα σε ακούσω δίπλα μου να μιλάς και να εσπερματώνεις μιλώντας για το παρελθόν σου θα σου πω άντε και γαμήσου.
Σε ενοχλεί να μιλάω έτσι ε; Ναι το ξέρω.
Εμένα πάλι με ενοχλεί που δεν ξεκουράζεσαι σπιτάκι σου.
Κάθε ηλικία έχει την χαρά της.
Άλλο το φαγητό, άλλο το σεξ, άλλο η απομόνωση- εξωτερίκευση σκέψεων από πέτρες.
Θα σου φέρω στο κεφάλι κάμποσες για να συνέλεθεις.
Χανόμαστε κάθε ημέρα.
Κι ενώ το καράβι βουλιάζει, εσύ στην πρύμνη μιλάς σαν φανφαρώνος, ) εγώ γάμησα, ήπια, έγραψα και διάβασα).  Όσο δεν μιλάς γι αυτά που συμβαίνουν κάθε ημέρα έξω από την πόρτα σου όλα σου,αμφισβητούνται.
Οι καλογαμημένοι δεν φιμώνουν τους πιό νέους γαμώντας τους.
Απλά αποσύρονται παρακολουθώντας τους.
Γιατί αλλιώς εκτός από σαντόριο ηλιθίων θα είμαστε και σανατόριο γερόντων...
Ή ΉΔΗ ΕΊΜΑΣΤΕ;
Το κομοδίνο με το μαρμάρινο κεφάλι και την δαντέλα να περισσεύει πάνω του σαν ρυμοτομία εποχής
Η γυναίκα που κοιτά στον μεγάλο της καθρέφτη, μικρές ηλιαχτίδες φωτός στο πρόσωπο της
Κι εκείνη η ανατριχίλα της αναμονής
Τα ζουμπούλια πάλι μεθύσαν, ο ταχυδρόμος πάλι θα φέρει λογαριασμούς και τα παιδιά πεινασμένα θα γυρίσουν από το σχολείο
Είναι η ζωή που τρέχει
κι οι εραστές της αναμονής γίνονται ραβδ...οσκόποι, να τιθασέψουν λίγο, ζητούν,την ένταση.
Πατούν πάνω στην γη χωρίς ουσιαστικά να πατούνε
Πλήρης ακινησία και η εξάρτηση της μέθης
Και τώρα μεσημέρι, μια φέτα ήλιου έπεσε στην κάμαρα,
είναι η ώρα που θα φανεί αυτός από την γωνία προσεκτικός και αδιάφορος στα γύρω βλέμματα.
Οι βιολέτες δεν της αρέσουν, για κάποιο λόγο της θυμίζουν θάνατο
κι όμως, αυτός βιολέτες της φέρνει.
Μόλις ανοίγει την πόρτα πέφτει πάνω του.
Ζωή άλλη φορά δεν έχει, μακρινές συνθηκολογήσεις με τον χρόνο δεν φέρνουν τα πάνω κάτω.
Δεν είναι ο έρωτας μόνο,
είναι ο άνθρωπος που μάχεται χώρια από άλλους, τον φόβο του θανάτου...

(Ανδριανού και Μνησικλέους 1979
Ξεκίνησα πολλές φορές να σου κάνω αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο,
πράγμα αδύνατον, γιατί στα αλήθεια μέσα μου φιλοξενώ πολλούς ανθρώπους.
Το ιδιαίτερα παράξενο είναι πως όλοι προσέχουν σαν τους πως μην σε πειράξουν.
Κάποιες φορές ένας από αυτούς τραβάει τα μάγουλα του κάτω, σαν να ήταν μάσκα, έτσι για να σταματήσει το χέρι του πάνω σου μην σε ματώσει.
Πολλές φορές παίζουμε τάβλι ή κυνηγιόμαστε στην αυλή... μιας κατοικίας με κόκκινα κεραμίδια.
Άλλες φορές αγαπιόμαστε βαθιά μας.
Αλλά ποτέ δεν κουραζόμαστε να ψάχνουμε τον θαυμασμό.
Πιστεύω, στα αλήθεια, ούτε ένας από αυτούς τους εαυτούς δεν θα μπορούσε να ζήσει χωρίς κάτι ή κάποιον να θαυμάζει.
Ολα τα άλλα είναι συζητήσιμα.
Έκθαμβοι και υγροί από έκσταση κοιτούν γύρω τους σαν να γεννιούνται τώρα.
Χωρίς αμνιακούς σάκους,
εν κατακλείδι, αυτό αντιπροσωπεύει ένα είδος ευτυχίας,
κάποτε μοιράζεται, κάποτε το ζεις μόνος σου...

(Θραύσματα χαράς)
Η συντομία της αναγνώρισης κοινών χαρισμάτων
τα χάδια, η φωτιά έξω από το τζάκι,
ο αέρας που φέρνει άρωμα μεθυσμένο από τις νεραντζιές στους δρόμους μιας επαρχιακής πόλης.
Στα τσιπουράδικα ο κόσμος κινείται ανάποδα,
τα κουτιά της επιβίβασης στο τρένο γράφανε ονόματα.
Κάποια 'Ανοιξη τα φύλαξε γλυκά και τα δωσε εκεί που ορίζεται από τον αόρατο κόσμο.
Κομπιάσαμε, χυθήκαμε πάνω στην απόχη ενός αλιέα μ...αργαριταριών,
τα φόρεσα και τα άφησα στον ήλιο μήπως δοξάσουν κάποιον θεό.
Αυτόν που εγώ δεν βλεπω παρά μόνο αισθάνομαι,
σε μια καμινάδα που ο ουρανός στάζει,
σε μια δεντροστοιχία που σπαράσομαι από τον εαυτό μου
κι ότι έζησα σταγόνες της χίμαιρας.
Η κλειστή τούτη επαρχία με σκοτώνει,
κάπου από τα βλέμματα των άλλων,
κάπου από τα μυστικά των θεατών,
σε ένα τρένο να μπω, να ναι βράδυ
κι οι αποσκευές μου ένα φτερό από πουλί κόκκινο και μαύρο,
θα βάλω και λίγο λευκό να ατονήσει λίγο την δραματική ένταση,
θα βάλω κι ένα λουλούδι για έναν επιτάφιο που ολοένα ετοιμάζεται,
μα δεν το λένε,
αν το έλεγαν όλη η πόλη θα το βαζε στα πόδια, μακριά από μια πικρή υπεροψία του εαυτού της...

( Βόλος 2013)
Στο μεγάλο λιμάνι, η θάλασσα άγρια κι αφτιασίδωτη
Περπατούν πάνω του οι άνθρωποι ξέροντας που πάνε
Μάσκες φτωχότερες από ποτέ σε πλανόδιους, μαλλί της γριάς κα κάστανα
Αγαπώ αυτούς που δεν έχουν σκοπό και προορισμό στον περίπατο
Αγαπώ τις κραυγές των γλάρων πάνω από τις βάρκες, τις κούνιες που τις κινεί ο αέρας, από κάτω πευκοβελόνες και καρότσια παιδιών
Με σιγοντάρει μια λύπη,
με σιγοντάρει το απ...όκομμα μιας εφημερίδας, μια είδηση και οι άλλοι που μιλούν στα κινητά τηλέφωνα
Λείπουν οι αγκαλιές κι οι ωραίες μέρες,
λείπουν οι χαρταετοί που ενώ τους έπαιρνα στα χέρια μου να πετάξουν,
εγώ πρώτη πέταγα.
Τα χρόνια κυλάνε σαν αναβρασμός...

( Βόλος, περίπατος στο λιμάνι
Αγαπώ τους καταραμένους
Αυτούς που δεν θριαμβεύουν ακολουθώντας ένα πρωτόκολλο
Αυτούς που εκθέτουν τον εαυτό τους δείχνοντας τον εωτερικό τους ψυχικό ανιχνευτή
Τους ερωτικούς ανθρώπους και τους ευγενείς
Αυτό που με σκοτώνει αδίστακτα είναι να ανακαλύπτω πως υπάρχουν καλοί μίμοι τους κι όχι αληθινοί πρωταγωνιστές...
Ας πούμε οι κινήσεις οι καθορισμένες για μια αυτοπροβολή και μια ικανοποίηση φέρουν βαρέως, επάνω τους, ένα πρωτόκολλο και μια σύμβαση ασεβή...προς την αισθητική θεωρία της ζωής...
Φυσικά τον αγαπούσε, με έναν τρόπο που θα μπορούσαν να νιώσουν μονάχα αυτοί που δεν κατοικούν εδώ.
Ποτέ δεν κατοικούσαν. Κατοικούν στα νερά και στα σύννεφα κι όπου ο άνθρωπος δεν μολύνει με την παρουσία του.
Τον αγαπούσε ενώ δεν ήταν εραστής της.
Αυτό δεν είχε σημασία στο μέγεθος της αγάπης και την ποιότητα.
Δεν θα επιδίωκε ποτέ να τον συναντήσει.
Είναι κάποιοι άνθρωποι που μας σημαδεύουν, σκεφτό...ταν, σαν να μασταν πουλιά και μας βρήκε μια σαίτα στην καρδιά ξαφνικά.
Δεν σου μιλώ για την αγάπη που έμαθες να βλέπεις γύρω σου, μιλώ για κάτι που υπάρχει παραπέρα από όσα ξέρουμε για την ζωή.
Άνοιξε το συρτάρι της, έξυσε τα πολύχρωμα μολύβια, έπιασε να τον ζωγραφίζει.
Ένα σκίτσο.
Δεύτερο.
Τρίτο.
'Ολα διέτρεξαν την ράχη της μέσα από τα μάτια τους.
Έπειτα έφυγαν από τα χαρτιά και γέμισαν τους τοίχους, την κοιτούσαν από όλες τις κατευθύνσεις.
Σηκώθηκε κι άνοιξε το παράθυρο. Κοίταξε έξω τα βαριά σύννεφα που μάζευαν βροχή.
Σκέφτηκε, οι άνθρωποι είναι σαν τον ουρανό, πότε ηλιόλουστοι και πότε συννεφιασμένοι.
Έριξε πάνω το σάλι της, εκείνο το μπορντό και βγήκε έξω.
Μέσα σε δυό μήνες γνώρισε την τρέλα και την απίστευτη μοναξιά που κουβαλούσαν σαν τον σταυρό κάποιοι άντρες που συνδέθηκε.
Τους το είπε κι αυτοί έγιναν δράκοι και έφτυναν φωτιές πάνω της.
Δεν κάηκε ούτε μια τρίχα της.
Καθώς περπατούσε κατάλαβε το γιατί, στην πραγματικότητα ποτέ δεν έπαψε να αγαπά τον έναν.
Αυτό ήταν η προστασία της.
Στο μεταξύ ο ουρανός έφτυνε κλωστές βροχής, δεν άλλαξε το βήμα της διόλου.
Το μόνο που λυπόταν ήταν πως είχαν μαζευτεί τόσοι άρρωστοι ψυχικά.
Και όλοι έλεγαν πως οι άλλοι έφταιγαν, ποτέ αυτοί.
Τα ξέχασε όλα τώρα καθώς ρούφαγε τα μάτια του.
Σαν να τον αγαπούσε από πριν.
Πριν γεννηθεί κι αυτό ήταν παράξενο.

( Μάτια από κάρβουνο)

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

η τέχνη της κρεολής

Η γυναίκα άπλωνε ρούχα σε μια χωματένια αυλή, κάπου σε μια χώρα εκτός Ευρώπης,
ήταν από όλα τα γυναικεία πλάματα που αυτός είχε ακτικρύσειι, το πιό θεσπέσιο.
Ήταν μια κρεολή με μαύρα μαλλιά ως την μέση.
Τραγουδούσε καθώς άπλωνε τα ρούχα σαν να ήταν αερικό.
Όλες οι συμφωνίες της ομορφιάς και της χάρης θα λεγες πως είχαν
γίνει γι αυτήν από τότε που ήταν μέσα στην μήτρα της μητέρας.
Ο άντρας που περν...ούσε από εκεί έμεινε ακίνητος, ήταν ένας διάσημος φωτογράφος γύρω στα ογδόντα.
Η Αμερική υπήρξε ένα σπερματοδοχείο στα χρόνια της αντρικής ακμής του.
Έσκυψε μπροστά της, μιλώντας την γλώσσα της σπασμένα,
ήθελε να την αγγίξει, να την γευτεί,
το μόνο που της ζήτησε όμως ήταν να την φωτογραφίσει.
Και καθώς η γυναίκα άπλωνε τα σεντόνια ο ήλιος έκανε το πρόσωπο της διάφανο,
σχεδόν ταυτόχρονα μια τρυφερή στύση ήρθε να του θυμίσει πως ήταν ακόμη άντρας.
Η γυναίκα το κατάλαβε κι έβαλε το χέρι της πάνω του.
Κι αυτός ξύπνησε από έναν αιώνιο ύπνο.
Όταν σταγόνες από την ζωή του πιτσίλισαν τα απλωμένα ρούχα, τότε για λίγο η γυναίκα του χαμογέλασε.
Έπειτα εξαφανίστηκε πίσω από την ανοιχτή πόρτα του σπιτιού της χωρίς να χει ζητήσει αντίδωρο από το δώρο που του έκανε.
Ενώ η Ευρώπη αραδιάζει οικονομολόγους σαν να είναι στρατός από σκορπιούς και φίδια,
κι ενώ τα πέπλα του πολιτισμού κατέρευσαν, μια αμόρφωτη φτωχή κρεολή άσκησε την μόνη τέχνη που μπορείς να ασκήσεις για να ζήσεις και να μείνεις σαν ανθρώπινο είδος.
Την τέχνη του να δίνεις.
Ούτε μια στιγμή δεν σκέφτηκε όταν τον βοηθούσε να τελειώσει στα χέρια της πως κάποιος από τους προγόνους του μια γυναίκα από τη φυλή της θα είχε βιάσει και είχε γεννηθεί με τέτοια χρώματα αυτή..
Όταν ο ηλικιωμένος άντρας γύρισε πίσω στο Παρίσι, μέσα του η τέχνη του έγινε ραγισμένο ποτήρι,δεν ήθελε με τίποτε να ξαναπιεί.
Κανένα τέτοιο πορτρέτο δεν είχε αποθανατίσει μια ολόκληρη ζωή..
Ο αγριόκυκνος
Τα νερά των σμαραγδιών
Η λίμνη
Ο άνθρωπος
Όποτε βρίσκω ειρήνη μέσα μου,
όλα υπάρχουν με χάρη
Ακόμη κι εκείνο το πακέτο των τσιγάρων μου με αηδία το πετώ
Είναι που αναπνέω πιά μέσα από τον αγριόκυκνο
Ο αγριόκυκνος
Τα νερά των σμαραγδιών
Η λίμνη
Ο άνθρωπος
Όποτε βρίσκω ειρήνη μέσα μου,
όλα υπάρχουν με χάρη
Ακόμη κι εκείνο το πακέτο των τσιγάρων μου με αηδία το πετώ
Είναι που αναπνέω πιά μέσα από τον αγριόκυκνο
Παρά ταύτα, ο δίσκος του ήλιου κινείται επάνω μας σαν στοργή μάνας,
ο Ωρίωνας μίλησε με σονέτα στην γειτονιά των παιδιών.
Κι εκείνη η φαφούτα γιαγιά πάλι ξύπνησε.
Η ζωή, είναι ένα κρεσέντο στην απόχη κι όποιος την δικάζει πάσχει από καθολική αδράνεια.
Ένας διάσημος ζωγράφος, σε μια κουβέντα, είπε, τίποτε από όσα έζησα δεν θα άλλαζα.
Αυτός ,που με κατάρες και ύβρεις αλυχτά σαν λύκος ,σκάβοντας πληγ...ές πάνω στους άλλους ,έτσι ανύποπτα ,να ξεθυμάνει την οργή του άρρωστου του εγώ, προσπέρνα τον βιαστικά σαν σκόνη.
Παρά ταύτα, ο έρωτας, η ποίηση και η αγάπη θα συνεχίζουν να υπάρχουν.
Κράτησε λίγη λύπη για τους διαβρωμένους και τους γεννημένους μόνους.
Παρά ταύτα λάθη είμαστε κι ανθρώπους κάνουμε και τούμπαλιν.
Απλώστε την οργή σας σαν θειάφι ,αλλά αγαπήστε επιτέλους,
την γύρη των λουλουδιών,
την θάλασσα στο βάθος,
όλα έχουν μεγάλο πλάτος κι όλα κινούνται.
Αύριο θα είναι μια άλλη ημέρα.
Παρά ταύτα άλλος θα ξυπνήσει κι άλλος όχι.
Αν θες να δείς στα αλήθεια τον λύκο, βγάλε τα ρούχα σου και μείνε ακίνητος.
Δεν θα σε ενοχλήσει, απλά θα σε κοιτάξει, υπάρχει η ζωντανή ύπαρξη της γλώσσας πίσω από τις λέξεις...
Μη μου μιλάς, οι λέξεις παραφέρονται
Μη με πονάς, οι σκέψεις μου ματώνουνε
Μη με αγαπάς, έχω βροχή ακόμη να μαζέψω
Κοίτα με αν θες,
στάζω από αυτά που είμαι και θέλω να γίνω
Να με καταλάβεις, θέλω
κι ας είναι αυτό ένα αντίο κι ένα έλα...

Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Η Κυρία Smith @ Wesson

H κυρία Smith @ Wesson αρέσκεται να ονειρεύεται και να βρίσκει δικαιολογίες για τα περισσότερα που συμβαίνουν.
Ας είμαστε ειλικρινείς.
Γι αυτά που αγαπά και την παθιάζουν.
Της΄λέω ενώ είναι ξαπλωμένη στον μπορντό καναπέ της και διαβάζει Μπωντλαίρ.
-Που ακριβώς ζείτε; Έξω είναι αγάπη και πόλεμος.
-Πάντα έτσι ήταν, αγαπητό μου παιδί.
-Δεν θέλω να πολεμάω, θέλω να αγαπώ και να με αγαπούν, χωρίς πολλές εξηγήσεις και κυριαρχικά κι απόλυτα λόγια.
-Εσύ γνωρίζεις τόσο καλά τον εαυτό σου ώστε να σε ξέρει ο άλλος;
-όχι, αλλά πρέπει να καταλαβαίνει όταν του λέω πως αυτό που για μένα ισχύει, είναι έτσι, δεν ανήκει σε καμώματα. Δεν χρειάζεται να αποδεικνύω το αυταπόδεικτο..
-Μπα! Τι λές παιδί μου; Υπέγραψες καμμιά συνθήκη ή κάπου τα διάβασες; Συνεχώς αποδεικνύουμε την ύπαρξη μας στον εαυτό μας, πόσο μάλλον στους άλλους.
-Κουράστηκα...
-Χα! Γι αυτό τα μάτια σου λάμπουν; Οι κουρασμένοι αποσύρονται και η λάμψη των ματιών τους μοιάζει σαν λιβάνι, εσύ έχεις ατέλειωτους κόκκους λάμψης μέσα τους.
-Εσείς; Έχετε αποσυρθεί;
-Ναι, δεν με αγγίζουν πια αυτά τα θέματα, ο πολεμος είναι ένα γεγονός που συμβαίνει κάθε ημέρα κι οι αγάπες πάνε κι έρχονται.
-Δεν καταλάβατε, μιλώ για ένωση, μιλώ για την συνέπεια και την ολοκλήρωση της ένωσης δυό ανθρώπων.
-Ναι, το αιώνιο θέμα, άκου εδώ, αυτό που είναι γνήσιο θα υπάρχει, δεν θα πεθάνει, περνά από αγκυλώσεις και χίλα δυό ερωτήματα που κάθε ημέρα ζητούν απάντηση.
-Εντάξει, καταλαβαίνω, πιστεύετε πως είμαι ανώριμη;
-Πιστεύω πως έφτασε η ώρα να σταθείς στο χείλος της αβύσσου, να κοιτάξεις στην όχθη της και να σε πιάνει ο ίλιγγος αλλά να μην χάνεσαι σε αυτόν. Οι παραμύθες και οι παραμυθάδες είναι ένα ξεχωριστό πράγμα.
-ξΈΡΩ τι λέτε.
-Άκου παιδί μου, αφού ξέρεις φέρε εκείνο το μπρούσκο κρασί και τα ποτήρια μας και κάνε ειρήνη μέσα σου. Ο νόμος της σιωπής είναι σκληρός αλλά εσύ επιτέλους έχεις αρχίσει να μιλάς.
-Εσείς μιλάτε;
-Έχω περάσει δεκαετίες και εικοσαετίες που μιλούσα, αλλά κανείς δεν με άκουγε. Τότε όμως υπήρχε μια πάχνη ειρήνης και δεν δίναμε σημασία ιδιαίτερη σε αυτά που υπήρχαν πίσω από τα λόγια.
Δεν είμασταν τόσο σε επιφυλακή όσο εσείς σήμερα. Σήμερα είστε ικανοί να πλακωθείτε στα χαστουκολόγια χωρίς λόγο, πολεμάτε με σκιές, αυτό είναι ο κίνδυνος, να μην γίνετε σκιές...
-Έχετε δίκαιο.
-Ωραία λοιπόν, σταμάτα να μιλάς με σκιές και έλα στο φως. Άνοιξε εκείνον τον μπουφέ και βγάλε πο΄τηρια. Ο Σαρλ μπορεί να περιμένει. Κι εμείς μπορούμε να μιλήσουμε ώρες γι αυτό που υπάρχει.
Αυτό που μάθαμε να λέμε αλήθεια δεν θέλει ανυπομονησία για να το ονομάσεις.
Και η φυγή δεν είναι κάτι πολύτιμο, δεν μπορείς να το σκας συνεχώς από τον εαυτό σου.
-πιέζομαι, δεν έχω χρόνο.
Τότε εκείνη έβγαλε τα στρογγυλά γυαλιά της κι ήρθε κοντά μου.
-Κοίτα αυτό το πρόσωπο, είναι γεμάτο ζυμώσεις και ρυτίδες, είμαι όλη γραμμές που μου θυμίζουν πως κάθε ημέρα φλερτάρω με τον θάνατο. Αλλά δεν με νοιάζει, με νοιάζει πως τώρα θα πιούμε μπρούσκο κρασί και θα μιλάμε ως το απόγευμα.
Αυτό που δεν αξίζει γράψτο στα παλαιά των υποδημάτων σου. Αυτό που έχει γνησιότητα θα κρατήσουμε.
Δεν μπορούμε να είμαστε εθισμένοι μόνο στην χαρά ή στην λύπη. Η ζυγαριά σου θέλει εξισορρόπηση. Έξω ο πολεμος φωνάζει, σαν τελειώσεις με τους δικούς σου δαίμονες θα καταλάβεις και τους δαίμονες του άλλου.
Σηκώθηκε ευθυτενής και φώναξε την γάτα της να την ταίσει.
Ενώ έσταζα κρασί θυμήθηκα πως την γάτα την έλεγαν Λουίζα.
Όπως την κόρη της που είχε πεθάνει ξαφνικά σε τροχαίο όταν ήταν είκοσι χρονών..
Την θαύμασα που στεκόταν όρθια και έσταζε αγάπη και λίγο ντράπηκα...
-Ποτέ μην στερήσεις την ελευθερία από τον εαυτό σου και των άλλων. Και να υπομένεις όπου αξίζει.
Αυτά είπε και πίνοντας το κρασί της είδα τα χέρια της να τρέμουνε..
όλοι παλεύουμε να ζήσουμε, σκέφτηκα...

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Τα εκμαγεία της αγάπης

Η γυναίκα της οδού Ρ...ανακτά σιγά σιγά όλα τα χαμένα της εδάφη.
Γεμίζει το  ταβάνι του δωματίου με δακτυλίδια καπνού.
Η αγάπη δεν αφοσιώνεται, είναι ένας κρατήρας που προσφέρεται.
Χαιδεύει στο κεφάλι όλα αυτά που την πλήγωσαν και την γέμισαν φόβο.
Μετά τον πόνο αρχίζει η ύπαρξη.
===========
Φτιάχνει μια σημείωση που υπάρχει τρυφερότητα.
Τα μερίδια ευθύνης είναι ισότιμα όταν αγαπάς και κάνεις σημειώσεις.
Δεν αγαπά τις σημειώσεις, αγαπά την αιτία που ξεκινά να τις γράφει.
Είμαστε αδέσποτοι.
Ανώνυμοι μέσα στο πλήθος.
Δεν έχουν ενδιαφέρον τα επίθετα, υπάρχει ενδιαφέρον στα ονόματα.
===========
Γεμίζει το εκμαγείο της ψυχής της. Υπάρχουν άφθονα υλικά ήδη εκεί.
Σημασία όμως έχουν αυτά που υπάρχουν τώρα.
Ούτε τα υλικά του αύριο ενδιαφέρουν.
Ο χρόνος ξοδιάζεται άσκοπα στο πριν και στο αύριο.
===========
Ιριδολόγοι. Μεσσίες και σωτήρες χωρίς ουσία όταν ο Σαίξπηρ χτυπά την πένα του στο αίμα.
==========
Είμαστε αυτό που συμβαίνει όταν κάποιος άλλος μας σκέφτεται μέρα και νύχτα.
Κανένα επίσημο ένδυμα που θυμίζει πιγκουίνο.
Καμμιά Σταχτοπούτα κανένας πρίγκιπας.
Είναι η ζωή που τρέχει χωρίς παπούτσια πάνω στις πέτρες.
=========
Όλα γίνονται γιατί έχουν λόγο.
Έχεις πιάσει πάτο στο πηγάδι κι έχεις αρχίσει να ηδονίζεσαι από μια θανατολαγνεία.
Εκεί ακριβώς σε βρίσκει κάποιος άλλος ίδιος σχδόν με σένα.
Λέμε σχεδόν, για να αφήσουμε όλα τα περιθώρια της ελευθερίας να το γράψουν.
Οι κοιμισμένοι μάγοι από καιρό, τώρα ξυπνούν.
Το ρεβόλβερ κρύβεται στο συρτάρι.
=========
Η γυναίκα φτιάχνει σημειώσεις.
Δεν έχουν σημασία, σημασία έχει η αιτία.
Μπορείς μια μέρα όλες να τις κάψεις.
Αυτό που προυπήρχε και ζητά να υπάρχει είναι πως είναι άνθρωπος.
όποιος το είδε πριν, έχει καλώς.
Αλλιώς δεν την πειράζει.
=========
Τα άνθη του κακού υπήρξαν και θα υπάρχουν.
Μαζί του, θα τα διαβάσει.
Με αυτόν που την κοίταξε χωρίς ιδιοτέλεια στα μάτια.
Τα εκμαγεία της ψυχής τους έχουν την ίδια μήτρα.
==========
Υπάρχουμε στην μήτρα της αγάπης.
==========
Ποτέ δεν είναι αργά για το αύριο...

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Η μαντάμ βροχή έξω από το τζάμι ενός μπαρ γεμάτο κόσμο
Κάποια στιγμή παρακολούθησα τους κύκλους του νερού αποκομένη από τους άλλους πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου
Σκέφτηκα πως όλες οι όχθες που ακουμπήσαμε την σκέψη μας γέμισαν χρώματα.
Μα αυτές που ακουμπήσαμε την καρδιά μας αγίασαν από την εξοντωτική δύναμη.
Δεν κρατώ άλλο πένθος στην όψη μου, εξάλλου δεν μου ταιριάζει η αυστηρότητα.
Λύπες κρα...τώ αλλά τις πετάω στο νερό να γίνουν κύκλοι.
Έπειτα χάνονται.
Είναι φορές που γίνομαι κύκνος κι άλλοτε στοιχειό.
Αγαπώ το μυστήριο και τις μεταμορφώσεις.
Τις σπούδασα καλά κάτω από το δέρμα κι είδα καλά τους ανθρώπους.
Μετά από αυτό αποφάσισα να μην παίρνω δρόμους χωρίς γυρισμό.
Κι είδα πως αγαπώ βαθιά τον λυρισμό και την διαύγεια.
Για πρώτη μου φορά θέλω να γίνω ολόκληρη.
Και κανείς πια δεν θα με πάει πίσω, μόνο εγώ.
Από τους δρόμους αυτούς αυτό που θα μείνει θα είμαι εγώ.
Χωρίς δισταγμό, θα σου πω να με αγαπάς, το αξίζω.
Με κατέστρεψα πολλές φορές μα άλλες τόσες με ξανάφτιαξα.
Μα κανέναν άλλο δεν χάλασα, αυτό το έκανα προυπόθεση ζωής.
Είναι αυτό που μένει από μια ζωή χωρίς φρένα και χαλιναγώγηση.
Να με αγαπάς όσο μπορείς.
Όσο σου βγαίνει η ανάγκη αυτή.
Δεν υπάρχουν θεοί, υπάρχουν απομεινάρια φόβου.
Αλλά η αγάπη είναι το μοναδικό θαύμα που φτιάχνουν οι άνθρωποι.
Τα άλλα όλα είναι αίμα, σπέρμα και σκατά.
Να διαβάζεις αυτά που γράφουν οι άνθρωποι, μα τους ίδιους μην τους πιστεύεις αν δεν τους ζήσεις ΄΄εστω για λίγο.
Σε αγαπώ λίγο αρκετά και πολύ.
όσο θα με κάνεις να σε θαυμάζω.
Αυτό μου έλειψε πολύ στην ζωή και έγινα χαμίνι, πως ο θαυμασμός μου ήταν κάλπικος γιατί είχε αναφορά στα κάλπικα πρόσωπα.
Το ψέμμα είναι φαιδρότητα.
Ένα αστείο που ζητά εκπαίδευση...
Να με αγαπάς σου λέω.
Αν με διαβάσεις προσεκτικά θα το καταλάβεις μέσα στην πέτσα σου.
Άντεξα και πέρασα πολλά, από όλα όμως μόνο αυτό κράτησα.
Να αγαπώ και να θαυμάζω...

( εξομολόγηση χωρίς τελείες)
Η ομιλία της σκέψης

Μίλα μου για εσένα, όπως δεν μίλησες σε κανέναν άλλο,
θα μιλήσουμε την γλώσσα των ΄κυκλάμινων,
θα κοιταχτούμε βαθιά στα μάτια σαν να βλέπουμε όνειρο,
καθώς θα μιλάς θα στραγγίζει ένα πιάνο θυμό,
τις λέξεις θα τις τοποθετήσουμε μαζί σε ένα κάδρο,
το κρυφό ορμητήριο του σώματος θα γίνεται τόξο για να ανέβει πάνω από όρους.
Μίλα μου για εσένα,
θα ακουμπήσω το χέρι μου στο γόνατο ...σου, μήπως ακούσω την μυστική σου δόνηση.
Είσαι θαυματοποιός ή ένας αγαπημένος ερημίτης,
έχεις ναυαγήσει σε νήσους αποξενωμένους από κόσμο;
Έχεις χαιδέψει τους δικούς σου δαίμονες στο κεφάλι;
Πόσες φορές κατάφερε η ψυχή σου να συνδεθεί με το άπειρο;
Θα σε υποβάλλω σε πολλά φρικτά ερωτήματα.
Εσύ πάλι θα με κοιτάς.
Κι όσα θα βλέπω μέσα στα μάτια σου θα με υποβάλλουν στην φρικτή θέση της αναμονής.
Απλά να ακούω την φωνή σου,
στην πραγματικότητα τα περισσότερα από αυτά που θα λες τα ξέρω,
έγιναν γνωστά από εκείνη την φορά που μαζί συνδεθήκαμε στο άπειρο,
εσύ άντρας κι εγώ γυναίκα,
γύρω μας όλα σώπαιναν κι εμείς είμαστε σαν κόσμος μέσα στον κόσμο
Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013Ο ερωτικός χρόνος του παν
Είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στο τζάμι του τρένου.
Τα μαλλιά της χάιδευαν τους ώμους της, πρωί που έδειχνε πως θα βγαινε ο ήλιος.
Είχε φυλαγμένα τα φιλιά τους σαν φτερούγες από ρουμπίνια.
Την περασμένη νύχτα έψαξαν ο ένας τον άλλο. Χωρίς ταραχή και δίχως αιφνιδιασμούς.
Δεν χρειαζόταν τίποτε ψεύτικο για να ωραιοποιήσει την σχέση τους.
ΜΙλούσαν σα...ν παιδιά και σαν ενήλικες, αυτός από την αρχή χρησιμοποιούσε λέξεις που την έφερναν σε δυσκολία. Παίζοντας μαζί της. Παιχνίδια απελευθέρωσης της μικροαστικής κουβέρτας.
.........
Αυτός ήταν ένας μποέμ, έμοιαζε ώρες ώρες σαν να μεγάλωνε η μορφή του και άρπαζε το δωμάτιο.
ΚΙ αυτή ένιωθε μικρούλα. Έτσι κι αλλιώς ο άντρας είχε ύψος .
Είχε ζήσει σαν τσιγγάνος και είχε καλλιέργεια.
Έκρυβε αρκετές πτυχές του ώσπου τις ανακάλυπτε αυτή με το ένστικτο της.
Το παραδεχόταν, απλά της το παραδεχόταν.
Υπήρχε μια οικειότητα που θα ήταν αστείο να τις συγκρίνει με άλλες στο παρελθόν της.
Υπήρχε κάτι που από καιρό της έλεγε αγαπήσου, το άκουγε χωρίς να τον βλέπει.
Τόσο κοντά της κι αυτή τόσο μακριά του.
Και πολύ ξαφνικά τον είδε. Κι αρκετά μετά άρχισε να καταλαβαίνει.
............
Το τρένο γλυστρούσε πάνω στις γραμμές του. Σκέφτηκε πόσες καψούρες περάστηκαν για έρωτες.
Κάτι θλιμμένα πρωινά που ο εαυτός σου σε έφτυνε στα μούτρα.
(Γιατί μου το κάνεις αυτό ρε μαλάκα); Σε ρώταγε και έριχνε ροχάλες.
Κάτι ντυμμένα βράδια με θλίψη από την ψυχική ανημπόρια των ανθρώπων.
Έμοιαζαν πολύ, ίσως πέρα της οικειότητας.
Όλα αυτά τα είχαν ζήσει σε παράλληλες και άλλες τροχιές.
Το ίδιο μπετό έριξαν για να μείνουν απροσπέλαστοι κάτι εποχές άγριες.
...........
Τώρα θυμόταν τα μάτια του οταν ήταν επάνω της.
Εκείνη έβλεπε όλα του τα πρόσωπα.
Ήταν ο άντρας, το παιδί, η καύλα, η αγάπη, το κτήνος,ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, ο μποέμ, ο ιππότης των σπαθιών, αυτός που δεν ζητούσε απλά το φύλο της να ζεστα΄νει το δικό του.
Και ένας διεκδικητής της αγάπης της .
(ΔΕν θα ξαναμιλήσεις άσχημα για την γυναίκα που αγαπώ, αυτά ξέχασε τα), της είπε όταν μονολόγησε κάτι αλήθειες για τον εαυτό της, γι αυτόν τον καλό μαλάκα που δεν είχε βγάλει τον θυμό της παρά ελάχιστες στιγμές.
Αυτός την κοίταζε τώρα σαν λιοντάρι. ( Έλα λοιπόν μαλάκα εκφράσου, έκφρασε τα αισθήματα σου με τις λέξεις). Αυτή μούγκα.
Μα σαν τον κοίταξε λυπημένα, δείχνοντας την αδυναμία της, της άρπαξε το στόμα φιλώντας την βαθιά. ( Αγάπη μου), της είπε τρυφερά και ήταν σαν να άρχισε να ανεβαίνει μια αόρατη σκάλα και να της κατεβάζει αστέρια από τον ουρανό.
................
Όταν ήταν ο ένας μέσα στον άλλο κοιταζόντουσαν σαν υπνωτισμένοι μάγοι.
..............
Τώρα εκείνη η φωνή που άφηνε ελεύθερη στο σύμπαν πριν μήνες ξαναγύριζε μπροστά της, έλεγε <<αγαπήσου>>.
Και να αγαπήσει.
Τώρα στο τρένο ακουμπισμένη στο παράθυρο, σκεφτόταν ξανά την ίδια φράση.
Η αγάπη είναι ένας σκύλος που δεν έχει αφεντικό.
Και τότε κατάλαβε πως η αγάπη πονούσε.
ΠΟνούσε όπως πονούν τα ποιήματα που βράζουν σαν αρρώστια στα στηθια των ποητών.
Ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις έξω από εσένα.
Μπαίνεις μπροστά από την πόρτα και βρίσκεσαι μέσα στον άλλο.
Η αγάπη πονάει, σκέφτηκε, δεν είναι θέμα αφοσίωσης ούτε παρατήρησης.
Είναι οι παλιές φολίδες του πρώτου δέρματος σου που πέφτουν κι ετοιμάζεται να βγεί άλλο.
.............
Στα μάτια της έμοιαζε σαν γίγαντας.
Ξαφνικά κάλεσε γύρω της όλες τις θετικές δυνάμεις για να τον φυλάνε.
Η φωνή του ήταν σαν μαύρο βελούδο.
Η αφή του ήταν η αργή τροχιά ενός πλανήτη.
Και η καρδιά του ήταν σαν ένα αιωνόβιο δέντρο.
Είχε κι αυτός δει τόσα.
Βασικά αν τους έβλεπες στο βάθος ήταν κι οι δυό περιπλανώμενοι νομάδες, ήξεραν τι σημαίνει φυγή.
Αυτή την φορά κάτι τους φώναζε να σταθούνε.
ΜΕτά θυμήθηκε την αγαπημένη φράση στην γλυκιά συμμορία, ταινία που είχε λατρέψει.
Χαμογέλασε μόνη της.
Ήταν κι αυτός ένας ήρωας από αυτούς..
Ρακές από άγια βότανα κοχλάζουν στα πιό φτηνά ποτήρια,
οι μνήμες αστράφτουν σε επτά αρκάνες,
το υγρό που πίνεις υγραίνει τα μάτια σου και την μνήμη.
Ο ερημίτης φέρνει το φως των άλλων, δεν είναι αυτόφωτος.
Κι εσύ που πίνεις ,κάτω από τις λεύκες ,τώρα βλέπεις,
δεν είναι η διαδρομή που ενώνει αλλά ο χορός,
κάποτε και η ποίηση που μπορεί να μπεί στην ψυχή ενός αγρότη.
Έχει σημασία ο τρόπος που πίνεις κι αυτό που θα βγάλεις από σένα, όταν τα ποτήρια αδειάσουν.
Κι αυτό που οι άλλοι θα νιώσουν με τις κεραίες τις οξυμένες, κάποτε το λένε συν ουσία χωρίς ακριβώς να ξέρουν την σημασία της λέξης...

( Συμβολικό)
Όταν οι πόρνες ιερουργούν, ξέχασε την ημέρα την έβδομη της αγρανάπαυσης.
Στον τοίχο μετρά τον χρόνο ο δείκτης ενός ρολογιού.
Και καθώς το σώμα απομακρύνεται από τα ρούχα, ερείπεια στάζουν την ιστορία μιας Βαβυλώνας.
Ακόμη υπάρχουν παιδιά που παίζουν με γυάλινους βόλους,
ανύποπτα ακόμη για όσα θα τους τάξουν.
Κι η παιχνιδιάρικη έκφραση μιας γάτας πιό ελεύθερη μοιάζει,
εκεί,
στις γειτονιές που δεν π...ερνά ο ήλιος.
Όταν οι πόρνες ιερουργούν, κοίτα ΄καλά τα κάτοπτρα του φόβου,
υπάρχουν ήρωες από σάρκα που γράφουν στα αρχίδια τους τον θάνατο,
τον ταίζουν κάθε μέρα λήθη,
αλλη προσδοκία δεν έχουν εκτός από το να αρπάξουν την καινούργια μέρα σαν να είναι η τελευταία...

( Μπραχάμι του 70)

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Ο ερωτικός χρόνος του παν

Είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στο τζάμι του τρένου.
Τα μαλλιά της χάιδευαν τους ώμους της, πρωί που έδειχνε πως θα βγαινε ο ήλιος.
Είχε φυλαγμένα τα φιλιά τους σαν φτερούγες από ρουμπίνια.
Την περασμένη νύχτα έψαξαν ο ένας τον άλλο. Χωρίς ταραχή και δίχως αιφνιδιασμούς.
Δεν χρειαζόταν τίποτε ψεύτικο για να ωραιοποιήσει την σχέση τους.
ΜΙλούσαν σαν παιδιά και σαν ενήλικες, αυτός από την αρχή χρησιμοποιούσε λέξεις που την έφερναν σε δυσκολία. Παίζοντας μαζί της. Παιχνίδια  απελευθέρωσης της μικροαστικής κουβέρτας.
.........
Αυτός ήταν ένας μποέμ, έμοιαζε ώρες ώρες σαν να μεγάλωνε η μορφή του και άρπαζε το δωμάτιο.
ΚΙ αυτή ένιωθε μικρούλα. Έτσι κι αλλιώς ο άντρας είχε  ύψος .
Είχε ζήσει σαν τσιγγάνος και είχε καλλιέργεια.
Έκρυβε αρκετές πτυχές του ώσπου τις ανακάλυπτε αυτή με το ένστικτο της.
Το παραδεχόταν, απλά της το παραδεχόταν.
Υπήρχε μια οικειότητα που θα ήταν αστείο να τις συγκρίνει με άλλες στο παρελθόν της.
Υπήρχε κάτι που από καιρό της έλεγε αγαπήσου, το άκουγε χωρίς να τον βλέπει.
Τόσο κοντά της κι αυτή τόσο μακριά του.
Και πολύ ξαφνικά τον είδε. Κι αρκετά μετά άρχισε να καταλαβαίνει.
............
Το τρένο γλυστρούσε πάνω στις γραμμές του. Σκέφτηκε πόσες καψούρες περάστηκαν για έρωτες.
Κάτι θλιμμένα πρωινά που ο εαυτός σου σε έφτυνε στα μούτρα.
(Γιατί μου το κάνεις αυτό ρε μαλάκα); Σε ρώταγε και έριχνε ροχάλες.
Κάτι ντυμμένα βράδια με θλίψη από την ψυχική ανημπόρια των ανθρώπων.
Έμοιαζαν πολύ, ίσως πέρα της οικειότητας.
Όλα αυτά τα είχαν ζήσει σε παράλληλες και άλλες τροχιές.
Το ίδιο μπετό έριξαν για να μείνουν απροσπέλαστοι κάτι εποχές άγριες.
...........
Τώρα θυμόταν τα μάτια του οταν ήταν επάνω της.
Εκείνη έβλεπε όλα του τα πρόσωπα.
Ήταν ο άντρας, το παιδί, η καύλα, η αγάπη, το κτήνος,ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, ο μποέμ, ο ιππότης των σπαθιών, αυτός που δεν ζητούσε απλά το φύλο της να ζεστα΄νει το δικό του.
Και ένας διεκδικητής της αγάπης της .
(ΔΕν θα ξαναμιλήσεις άσχημα για την γυναίκα που αγαπώ, αυτά ξέχασε τα), της είπε όταν μονολόγησε κάτι αλήθειες για τον εαυτό της, γι αυτόν τον καλό μαλάκα που δεν είχε βγάλει τον θυμό της παρά ελάχιστες στιγμές.
Αυτός την κοίταζε τώρα σαν λιοντάρι. ( Έλα λοιπόν μαλάκα εκφράσου, έκφρασε τα αισθήματα σου με τις λέξεις). Αυτή μούγκα.
Μα σαν τον κοίταξε λυπημένα, δείχνοντας την αδυναμία της, της άρπαξε το στόμα φιλώντας την βαθιά. ( Αγάπη μου), της είπε τρυφερά και ήταν σαν να άρχισε να ανεβαίνει μια αόρατη σκάλα και να της κατεβάζει αστέρια από τον ουρανό.
................
Όταν ήταν ο ένας μέσα στον άλλο κοιταζόντουσαν σαν υπνωτισμένοι μάγοι.
..............
Τώρα εκείνη η φωνή που άφηνε ελεύθερη στο σύμπαν πριν μήνες ξαναγύριζε μπροστά της, έλεγε <<αγαπήσου>>.
Και να αγαπήσει.
Τώρα στο τρένο ακουμπισμένη στο παράθυρο, σκεφτόταν ξανά την ίδια φράση.
Η αγάπη είναι ένας σκύλος που δεν έχει αφεντικό.
Και τότε κατάλαβε πως η αγάπη πονούσε.
ΠΟνούσε όπως πονούν τα ποιήματα που βράζουν σαν αρρώστια στα στηθια των ποητών.
Ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις έξω από εσένα.
Μπαίνεις μπροστά από  την πόρτα και βρίσκεσαι μέσα στον άλλο.
Η αγάπη πονάει, σκέφτηκε, δεν είναι θέμα αφοσίωσης ούτε παρατήρησης.
Είναι οι παλιές φολίδες του πρώτου δέρματος σου που πέφτουν κι ετοιμάζεται να βγεί άλλο.
.............
Στα μάτια της έμοιαζε σαν γίγαντας.
Ξαφνικά κάλεσε γύρω της όλες τις θετικές δυνάμεις για να τον φυλάνε.
Η φωνή του ήταν σαν μαύρο βελούδο.
Η αφή του ήταν η αργή τροχιά ενός πλανήτη.
Και η καρδιά του ήταν σαν ένα αιωνόβιο δέντρο.
Είχε κι αυτός δει τόσα.
Βασικά αν τους έβλεπες στο βάθος ήταν κι οι δυό περιπλανώμενοι νομάδες, ήξεραν τι σημαίνει φυγή.
Αυτή την φορά κάτι τους φώναζε να σταθούνε.
ΜΕτά θυμήθηκε την αγαπημένη φράση στην γλυκιά συμμορία, ταινία που είχε λατρέψει.
Χαμογέλασε μόνη της.
Ήταν κι αυτός ένας ήρωας από αυτούς....

Δευτέρα, 4 Μαρτίου 2013

Η μουσική κι ένα συρτάρι

Ένα βράδυ ηλεκτρισμένο από αστέρια και θωπείες και λόγια σκόνταψα επάνω σε κάτι υπολείμματα χωμένα στο συρτάρι.
Είχε σκαλώσει το συρτάρι από αυτά και δεν άνοιγε.
Τα έβγαλα όλα στο φως της λάμπας και τα διάβασα.
Ήταν οι ήττες μου, αυτοί οι φτωχοδιάβολοι δερβίσηδες της θλίψης.
Γυρνούσαν συνεχώς γύρω από τον εαυτό τους και με εμπόδιζαν.
///////////
Μελετώντας λίγο τους χαρακτήρες τους, χώθηκα για τα καλά μέσα τους.
Αυτή η επαναληπτικότητα στην θλίψη έμοιαζε σαν έναν αυνάνα ξαπλωμένο στο ντιβάνι.
Σαν να έσταζε μια άρρωστη ηδονή από το ταβάνι, έτσι απερίσκεπτα κι απρόσκλητα.
//////////
Ο πατέρας μου μου φώναζε από τον Άδη ( είναι καιρός να βάλεις το παλιό τζουκ μποξ να παίξει).
Ήξερα, ήθελε κάτι να ακούσει από τον Μάρκο.
Μα αυτές οι σημειώσεις τράβαγαν μπροστά μόνες τους, μεθυσμένες από τον εαυτό τους.
//////////
Κοιτούσα τώρα πίσω από αυτές, τις ήττες.
Ή θα μιλούσαν για τις ήττες που έφερναν την δόξα τους ή θα τις έκαιγα.
Δεν είχε νόημα ένας μαζοχισμός σε νότα λανθάνουσα. Ένας ναρκισσιμσός αυνάνας.
////////
Έβαλα τον Μάρκο.
Έφτιαξα μια θράκα κι άρχισα να πετάω μέσα τα περιττά.
Άκουγα τον Μάρκο πως δόξασε όλους του τους έρωτες.
Την σημειολογία του κόσμου του στην Σύρα και στον Πειραιά.
Η φωτιά μεγάλωσε, έβλεπα τώρα τα πρόσωπα να στάζουνε φαρμάκια καθώς έλιωναν.
Ήταν σαν κέρινα ομοιώματα.
Τελικά υπήρχαν απώλειες που άξιζαν δάκρυα, αρκετά γενναίες για να δώσουν και να πάρουν.
Σαν την Ελλάδα που είναι γεμάτη απώλειες , από καιρό αρεσκόμαστε στο μελό.
Δεν στεκόμαστε στην τραγωδία.
Περσόνες τυπικής μοναξιάς και μιας ευμάρειας μαζόχας.
Αποτελούσα κι εγώ κομμάτι τους ακόμη κι άθελα μου.
Λάθη αμέτρητα και προτροπές  της επανάληψης.
////////
Βοήθησε αρκετά η ηθελημένη μοναξιά μου , όχι αυτή η χωμένη μέσα στο πλήθος το άχαρο.
///////
Οι ήττες είναι δόξες.
Λάμπουν και ζητουν ανάγνωση.
Από την αρχή.
////////
όλοι οι ήρωες που λάτρεψα ανήκαν στο περιθώριο, αιρετικοί από θέση.
////////
Η φωτιά όλους τους έκαψε.
Ο καινούργιος εαυτός μου, μου μιλούσε στον καθρέφτη.
Ήρεμα, με κατάνυξη.
Ο χρόνος τελικά είναι παραγωγός και σκηνοθέτης.
Εμείς όλοι απλά παίζουμε, ακόμη και σαν κομπάρσοι.
Φτάνει να ξέρουμε πότε θα σταματήσει η ενασχόληση μας με το τίποτε.
Από εκεί και πέρα αρχίζουμε να υπάρχουμε...

Σάββατο, 2 Μαρτίου 2013

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013Ακατάπαυστα ( ΕΡωτικό), αφιερωμένο με αγάπη στον φίλο μου Η. και σε όποιον αγαπά πραγματικά τις γυναίκες..
Όταν την συνάντησα σκέφτηκα την Διοτίμα, αμέσως η ομορφιά της έκαψε όλες τις άλλες που είχα συναντήσει, η κλίμακα της αισθητικής σταμάτησε να κινείται σαν τον υδράργυρο, έδειχνε αυτήν.
Την Ερατώ.
Έτρωγα το Ρ μέσα μου και με έτρωγε κι αυτό. Μετά, όταν συναντούσε το... Α και γινόταν Ρα, ένας θεός υποκλινόταν μπροστά μου, τον έλεγαν Ρα; Παν; Δεν ήξερα να πω, εξάλλου με είχαν βυθίσει τα αμύγδαλα των ματιών της.
Είχαμε βρεθεί σε μια όλοτελα βαρετη βραδιά ποίησης, ούτε η ποιήτρια, ούτε τα ποιήματα της είχαν ένα ίχνος ομορφιάς. Άλλο ένα βράδυ χαμένο, απλά για να μην είμαι μόνος μου σκέφτηκα λίγο πριν πέσουν τα μάτια μου πάνω της.
Αλήθεια, πόσες φορές έχουν νιώσει αυτοί που γράφουν δοκίμια για τον έρωτα όπως ένιωσα εγώ; Και; Αν δεν έχουν νιώσει αυτό, το δοκίμιο αντικαθιστά την γνώση αυτή;
Γιατί εκείνη την στιγμή ήξερα πως θα χανόμουν. Η αλήθεια είναι πως ζητούσα να χαθώ μέσα της.
Ήθελα να την πάρω μαζί μου και να χαθούμε σε ένα δωμάτιο χτισμένο ψηλά, τόσο ψηλά ώστε να ξεφτίζουν πότε πότε τα αστέρια την λάμψη τους στα μάτια μας..
Μιλήσαμε. Και οι δυό κατευθυνθήκαμε με μια απίστευτη κίνηση συγχρονισμού ο ένας από τον άλλο, πρώτος μίλησα εγώ..
( Δεν θα πω πως είσαι όμορφη ή πως με έχεις εντυπωσιάσει, αυτό το ξέρεις γιατί είσαι γυναίκα, γυναίκα με το μυαλό και το σώμα μιας γυναίκας)
Γέλασε, το γέλιο της πήρε δρόμο από τα αυτιά μου στην καρδιά μου, αναρωτήθηκα πως γίνεται αυτό.
( Σε ευχαριστώ, με φέρνεις σε αμηχανία, εννοώ σαν αυτήν που νιώθουμε όταν διαβάζουμε ένα ποίημα και αμέσως το ξεχωρίζουμε)
Έμεινα αποσβολωμένος, έπρεπε όμως να συνεχίσω, δεν μου έλειπε το πάθος ούτε η ορμή.
( πάμε να φύγουμε από εδώ, ξέρω στον Λυκαβηττό ένα μπαράκι που μπορούμε να ακούσουμε τζαζ, καλή τζαζ, όχι αυτή που συνοδεύει επετείους)
( Πάμε, δεν έχω καμμιά ανάγκη να χαιρετήσω κανέναν εδώ), είπε και με ακολούθησε σαν ηλιαχτίδα.
Η θηλυκότητα της ήταν εύθραστη, μια ηλιαχτίδα που ζεσταίνει την πλάτη χωρίς να καίει.
Αναρωτήθηκα αν μου είχε ξανασυμβεί αυτό..
Το μπαράκι είχε για πρώτη φορά θέση ελεύθερη στην μπάρα, καθίσαμε και η λαγνεία ήδη είχε αρχίσει να χυπά τα γόνατα μας.
( Τα κύτταρα μου μου φωνάζουν να ελευθερωθώ απέναντι σου), είπε και κατάπιε μια γουλιά από το τζιν. Αν απομόνωνα τις αισθήσεις μου από την φωνή της Μπίλλυ θα μπορούσα να την ακούσω να κατεβαίνει στο στομάχι της.
Της άγγιξα τα γόνατα, έτρεμαν ελαφρά, τα χέρια μου έτρεμαν επίσης.
( Νιώθεις πιεσμένη εδώ και καιρό, σαν κάτι να βράζει μέσα σου και να θες να απελευθερωθει);
( Ναι, είναι σαν να αγαπάς και να μην έχεις ανταπόκριση)
(Αυτό είναι ένα γεγονός; Δηλαδή αγαπάς κα΄ποιον ή έτσι, είναι ένα γενικότερο αίσθημα);
( Είναι μια πλατιά αίσθηση, είναι σαν να περπατώ διψασμένη σε μια ατέλιωτη έρημο)
( Κι όμως! Είσαι γεμάτη τριαντάφυλλα, πως ξεδιψάνε σε αυτήν την έρημο);
( Δεν ξέρω, μάλλον είναι έτσι από τότε που γεννήθηκα, θελω να πω, πολλοί βρέθηκαν στον δρόμο μου και τα ξερίζωσαν, με συνεχείς κινήσεις και με διαδικασίες αργές, όμως αυτά βρήκαν πάλι την ρίζα τους και ξαναβγήκαν), είπε και μια θλίψη μπήκε στα μάτια της, τα μάτια της έλαμπαν.
( Αυτό είναι ότι ωραιότερο έχω ακούσει, είσαι ένα ποίημα που δεν χωρά σε χαρτογράφηση)
( Είμαι απλά μια γυναίκα που αφέθηκε να την σαρώσουν θύελλες)
( Αυτό σε ξεχωρίζει μέσα μου, άκου, θέλω να σε φιλήσω, θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου παρακάμπτοντας το σεξ και μην νομίζεις, αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί, όταν μου αρέσει μια γυναίκα θέλω να κυλιστώ μαζί της στα υγρά μας, θέλω να είμαστε δυό ζώα που γλείφουν τις πηγές τους)
( Και τις πληγές τους);
( Αυτά είναι ένα, κάθε φως γίνεται πληγή καθώς απομακρύνεται)
( Φίλησε με), είπε ενώ ένα κοφτερό σαξόφωνο κολυμπούσε ήδη μέσα μας πριν ακουστεί...
Την φίλησα.
Η γεύση του τζιν και του τσιγάρου άγγιζαν όλα τα τριχοειδή αγγεία της γλώσσας μου, μετά αναδύθηκε μια γλύκα που χύμηξε να με καταπιεί.
΄Χάιδευα τα δόντια της με την γλώσσα μου.
Η γλώσσα μου είχε ανάγκη να μπεί στον λαιμό της, στον οισοφάγο, να βρεί μια δίοδο στα απλάχνα της, ήθελα να διώξω αυτήν την πίεση που ένιωθε.
Κύλησα στον λαιμό της, όλος κατευθύνθηκα στον λαιμό της.
Δεν ζητούσα διερεύνηση στην σεξουαλική της ζωή.
Ζητούσα την σεξουαλική της δύναμη πάνω μου και μέσα μου.
Καθυλώθηκα.
Σταυρώθηκα.
Πέταξα ιδρωμένος στο κορμί της.
Όλες οι πληροφορίες που είχε συλλάβει το κορμί μου από όλες τις ερωμένες μου ξαφνικά έπαψαν.
Η Ερατώ ήταν η Διοτίμα, οι δυό μας είμασταν ένα συμπόσιο.
Μια δύναμη συμπαγής μα και τόσο εύθραστη...
Τα συνώνυμα του τρόπου που κάνουν έρωτα οι άλλοι δεν με απασχολούσαν ποτέ, μόνο όταν έγραφα και με παίρναν οι χαρακτήρες μέσα τους και πα΄λευα να βγω στην επιφάνεια.
Τα φιλιά μας είχαν μια διαύγεια και μια φλόγα που διαρκώς επεκτεινόταν.
Τώρα ήθελα να ζήσω αυτήν την επέκταση, δεν μου αρκούσαν.
Την κοίταξα, ένας μακροφυσικός κόσμος ανοιγόταν μακριά από τα σωματίδια της ύλης.
Ναι, ήθελα την σάρκα της αλλά μόνο για να βρω αυτήν την δίοδο που θα απελευθέρωνε το οξυγόνο που δεν μπορούσε να πάρει από την πίεση που ένιωθε καιρό εγκλωβισμένη σε κάτι που δεν γνώριζα,
'ηθελα να αρχίσει ξανά να αναπνέει.
(Πάμε να φύγουμε); Ψιθύρισα κοφτά στον λαιμό της, στα κοχύλια των αυτιών της που είχα ασύστολα σαλιώσει.
( Πάμε), είπε και βγήκαμε έξω.
Κάτω από το ηλεκτρικό φως της πόλης όλα είχαν αλλάξει μορφή.
Αυθόρμητα αγκαλιαστήκαμε και πιαστήκαμε από το χέρι.
Είμασταν μια φλόγα.
Διπλή...
ΒΡήκα ένα ξενοδοχείο με δωμα΄τιο που θα μπορούσαν να φανούν αχόρταγα τα αστέρια στο παράθυρο.
Ενώ εκείνη γδυνόταν μύρισα τις μεταξένιες κάλτσες της που πέταξε στο πάτωμα.
Άνοιξα την κουρτίνα να εισβάλλει ο ουρανός μέσα στο δωμάτιο.
Θα τον βλέπαμε καθώς θα μπαίναμε ο ένας μέσα στον άλλο χωρίς βιάση, ως το ξημέρωμα.
Κι έπειτα συνειδητοποίησα πως είχα καιρό κι εγώ να ανασάνω από μια σωρευμένη πίεση.
όταν ξαπλώσαμε ένιωσα πως είμασταν δυό κυματιστές υπάρξεις πάνω στην αφρισμένη θάλασσα.
Δεν ήξερα αν θα γινόμασταν νησίδα αλλά αυτό δεν με ενδιέφερε.
Μπήκα μέσα της και οι θόρυβοι της πόλης εξαφανίστηκαν έξω από το τζάμι....
Πρίν από ένα λεπτό ένα ρόδο άνοιξε στο χώμα
Μια σεισμική δόνηση κάπου μακριά κούνησε μια χώρα
Ένα αφρικάνικο χωριό χόρευε σε ένα σχολείο κάτω από ένα γέρικο δέντρο
Ένας άνθρωπος ζητούσε από κάποιον άλλο να τον βοηθήσει να ανέβει στα αστέρια, μα πως θα γινόταν αυτό , ο άνθρωπος φορούσε μια ασπίδα βαριά, καμωμένη από φοβίες
Πριν από ένα λεπτό ο άλλος άνθρωπος κατάλαβε τον ρόλο εκείνης της ασπίδας
...Όλοι με κάποιον τρόπο θα επιβιώσουν
Όμως αν εκτός της επιβίωσης ζητάς να ζήσεις, εκτός από το να μάθεις να ζητάς χρειάζεται και να ακούσεις
Γιατί μετά από ένα λεπτό μπορεί ένας κομήτης να σαρώσει την γη κι εσύ δεν θα χεις προλάβει τίποτε να ζήσεις...
Μόνο θολές ανάσες στον καθρέφτη σου θα σαρώσεις
Είμαστε ένα δέντρο,
κάθε προέκταση ενός κλαδιού του είναι η προέκταση του άλλου.
Αν ακούγαμε προσεκτικά δεν θα προσπερνάγαμε βιαστικά, θα ακούγαμε τότε τους χυμούς του...

(2.17μ.μ)
ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ

Της Άνοιξης οι εραστές, σαν τα γλυκά τα πορτοκάλια στα σεντόνια,
μάτι με μάτι, στόμα με στόμα
Υπάρχουν σώματα που δένουν σαν τα καράβια στα λιμάνια,
υπάρχουν φιλιά που μοιάζουν σαν λίμνες γνώριμες
Υπάρχει λόγος που συναντιούνται, είναι που ήταν έτοιμοι
Της Άνοιξης οι εραστές, δεν πιστεύουν στις πλατωνικές αγάπες
Μάτι με μάτι, στόμα με στόμα
Η ομιχλώδης ανάμνηση της μαγικής συνεύρεσης σ...πάει από το φως
Είναι δυό ζώα εκτεθειμένα το ένα στο άλλο
Τομές παράλληλες σε ποθητό σώμα
Καθώς η έκσταση, ανοίγει τα χέρια, ρίγος μεγάλο από συγκίνηση
Κι ενώ με το δέρμα, δίχως να θέλουν, διηγούνται άλλες σμίξεις,
όλα στο δικό τους σώμα γίνονται φλόγα,
μοναδική και πικρόγλυκη
Κάθε φορά ,που τα υγρά τους αδειάζουν στα σώματα, γίνονται ένα,
Αυτό το ένα βρίσκεται απέναντι στον θάνατο,
τον ξεχνάει χωρίς βιασύνη, καθώς τα φιλιά κουμπώνουνε
Ψωμί, κρασί και μέλι και στόμα με στόμα
Κι εκείνο το βυζί που μοιάζει ατίθασο το στόμα ζητά το γυμνώσει
Και μέσα στα σπλάχνα γίνεται πόλεμος...
Όπως έπεφτε το φως μέσα από τα κλειστά πατζούρια, κάποιες μικρές πορτοκαλοκόκκινες ηλιαχτίδες ελουζαν το κεφάλι του.
Ξαπλωμένος στο πλάι κοιμόταν σαν ένας άγγελος που είχε αγαπήσει όλη την νύχτα μια γυναίκα σαν να ήταν εύθραστη.
Φωτοχυσίες φιλιών και χαδιών είχαν ραγίσει την σιωπή της.
Η ανάσα του ακουγόταν στα αυτιά της κι ας τους χώριζαν χιλιόμετρα.
Τον μύριζε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα.
Βασικά ...προσπαθούσε να μπει μέσα στην νύχτα τους και το κατάφερνε με ευκολία.
Ο έρωτας γίνεται και δίνεται με πολλούς τρόπους.
Και δεν είναι μόνο το ερωτικό αντικείμενο του πόθου σαν αξία, σπουδαιότερο γίνεται όταν αυτός είναι και ένας ωραίος άνθρωπος.
Που γνώρισε την ζωή σαν να ταν πέλαγος.
Τον κοιτούσε τώρα κι ας ήταν μακριά.
Μπορούσε να κολλήσει το στόμα της επάνω στο δικό του απαλά.
Αν άνοιγε τα μάτια του τότε θα ύγραινε με τα φιλιά της όλο του το πρόσωπο.
Και μετά τα χέρια του, θα ύγραινε τις γραμμές στην παλάμη του.
Θα τον τραβούσε μαλακά επάνω της.
Θα της άρεσε να είναι μαζί του πάνω σε ένα κατάστρωμα, ξαπλωμένοι σε έναν υπνόσακο.
Αυτός ο άντρας ήταν αλητάκος και απίστευτα καλλιεργημένος, κρατούσε τρυφερά την παιδικότητα του.
Αλλά όταν με την ερωτική του φωνή την ρωτούσε αν τον αγαπάει παίζοντας μαζί της ήταν ένας αληθινός άντρας.
Ένας άντρας που ήξερε να παίζει με την ζωή και τον έρωτα,
σπάνιο αυτό και ανεκτίμητο..
Ξάπλωσε κι εκείνη, όταν κοιμήθηκε τον είδε στον ύπνο της....
Έγραφε γράμματα σε αγαπημένο της πρόσωπο/
φεύγαν οι λέξεις, γίνονταν νότες και χορδές σε αόρατο όργανο/
κυκλώθηκε το δωμάτιο από σύννεφα κόκκινα/
μια μπλε καρέκλα χόρευε τα πόδια της μονάχη/
τόση πολυτέλεια αυτή η χαρά της αισιοδοξίας/
που άλλαξαν και τα τζάμια κι έγιναν φιλιστρίνια/
ΚΙ εκείνη η πληγή ,που χε καιρό τώρα, γιατρεύτηκε/
ΉΤαν που καθάρισε το τοπίο μέσα της, κι αυτό που έμεινε σταγόνες μαγείας στο κατώφλι/
Όλες οι πορείες, οδηγοί είναι των ανθρώπων, σαν τα πουλιά που μεταναστατεύουνε σε κλίματα θερμά/
Η χλαλοή του κόσμου έπαψε/
Έμεινε η γυναίκα να γράφει και γύρω της η συναίσθηση από τα αντικείμενα συντροφιά σαν θίασος με αυλό μαγικό/
Ο Παν τραγουδάει κι η απόσβεση των λαθών κύλησε/
Κάθε οπτική στον έρωτα ένα ταξίδι,
οι προοπτικές ξεθώριασαν και σπάσαν/
Μόλις το γράμμα έγραψε το έδωσε στα περιστέρια,
εκπευδεμένα αυτά το π΄γαν σε όλες τις πόλεις/
Δεν είναι τίποτε η χαρά αν δεν την μοιράζεσαι,
παραφονία μοιάζει μόνη της όταν ο υπόλοιπος κόσμος κλαίει...

( μπλε και κόκκινο μελάνι)