Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Στον Διονύση Μαρίνο Από τότε που πέθανε ο πατέρας του, πήρε το γκρίζο παλτό του και το φορούσε συνέχεια . Πέντε χρόνια , πέντε χειμώνες. Οι αγκώνες φαίνονταν πια παλιοί και φθαρμένοι. Οι τσέπες τρύπησαν και τα ψίχουλα που έπαιρνε για τα περιστέρια, έπεφταν . Η φθορά όμως δεν τον ενοχλούσε, ούτε τα λόγια των φίλων του που τον πείραζαν. Κάν δεν έδινε σημασία στις φωνές της αδελφής του που δεν άντεχε να τον βλέπει να φοράει το παλτό . Έμεναν μαζί από την στιγμή που πέθανε ο πατέρας. Όταν το φορούσε, ένιωθε πως είχε επάνω στον δεξί ώμο του, ένα χελιδόνι που είχε εξημερωθεί , πότε του τραγουδούσε διαπεραστικά και πότε του μιλούσε ανθρώπινα. Και όντως το έβλεπε , ζούσε μαζί του ενώ φορούσε το παλτό . Κυρίως αυτή την αίσθηση δεν ήθελε να χάσει. Αυτήν την ιδιαίτερη οξύνοια που του δώριζε η ανθρώπινη φωνή του χελιδονιού που άλλοτε τον συμβούλευε και άλλοτε του έκανε προβλέψεις για υποθέσεις που τον απασχολούσαν. Είχε πάντα επιτυχία ακολουθώντας τις συμβουλές και τις μαντειες του . Μόνο στον ύπνο του δεν το φορούσε πια αυτό το παλτό που κρεμόταν επάνω του πλέον σαν δεύτερο γκρίζο δέρμα. Ίσως ήταν και κάτι από τον πατέρα του, ίσως ένιωθε την αγκαλιά του που τον τύλιγε ζεστά και απαλά προστατεύοντας τον από το σκληρό καυκαλο της ζωής. Εκείνη την καταστροφική για εκείνον Κυριακή, ο ήλιος τον προκαλούσε έντονα, ανέβηκε στην ταράτσα και άφησε τον ήλιο να τον ζεστάνει στην πλάτη το πρόσωπο και όλο το σώμα. Χάζευε τις πολυκατοικίες , σκεφτόταν σε όλη αυτή την αχανή έκταση της πόλης πόσοι άνθρωποι και που έμεναν που να του έμοιαζαν στην καρδιά και την σκέψη. Με πόσους θα μπορούσε να νιώθει αδελφός και ποια γυναίκα θα μπορούσε να ερωτευτεί κατάφωρα ώσπου να καει ολόκληρος. Να καει ώσπου να εξαφανιστεί. Τότε ένιωσε στην πλάτη μαχαιριές. Τρεις βαθιές μαχαιριές που τον έκαναν να ουρλιάξει και να σφαδαξει σαν σφαγμένο ζώο . Κι όμως,δεν υπήρχε κανείς άλλος επάνω στην ταράτσα, εκτός από αυτόν. Έτρεχε πάνω κάτω ,αναπηδουσε από τον πόνο, έτρεχε μήπως και καταφέρει να μαλακώσει τον διαπεραστικό αόρατο πόνο. Αγγιξε την πλάτη του μήπως πιάσει αίμα. Τίποτε. Ήταν στεγνός. Κατέβηκε τις σκάλες τρέχοντας. Το διαμέρισμα του βρισκόταν στον τελευταίο όροφο. Κάτω από την ταράτσα. Ουρλιάζοντας φώναξε το όνομα της αδελφής του . Την καλούσε να έρθει κοντά του όταν μπήκε στο δωμάτιο του για να ανοίξει την πόρτα της ντουλάπας για να δει στον καθρέφτη την πλάτη του . Πρώτα όμως είδε την αδελφή του που κρατούσε το ψαλίδι και είχε ανοίξει τρεις μεγάλες κάθετες τρύπες που διέτρεχαν την πλάτη του παλτού. Αγνόησε το θυμωμένο της βλέμμα και κοίταξε τις τρύπες ,νιώθοντας τα δάκρυα του να πνιγούν τον λαιμό του και τα άφησε να κυλήσουν ελεύθερα. Σχεδόν αμέσως είδε στο πάτωμα νεκρό το χελιδόνι . Λίγο αίμα βρισκόταν δίπλα στο άψυχο κορμάκι του. Η καρδιά του σαν να βγήκε από το στήθος του. Τώρα ο σωματικός πόνος δεν ήταν τόσο δυνατός όπως αυτός της καρδιάς του. Της έδειχνε το νεκρό χελιδόνι, φώναζε , ούρλιαζε συνεχώς επαναλαμβάνοντας την λέξη γιατί, γιατί, γιατί. Όμως εκείνη δεν έβλεπε κανένα χελιδόνι, εκείνος έκλαιγε κι εκείνη δικαιολογούσε την πράξη της λέγοντας του πως όλοι τον κορόιδευαν γιατί φορούσε το τριμμένο πια παλτό του πατέρα που τον έκανε να μοιάζει σαν άστεγος. Έβγαλε με μανία το πουκάμισο και κοιταχτηκε στον καθρέφτη της ντουλάπας. Τρεις μαχαιριές διέσχιζαν την πλάτη του κόκκινες κόκκινες αλλά χωρίς να τρέχουν αίμα. Η αδελφή του όταν τις είδε γουρλωσε τα μάτια της. Ταυτόχρονα κοίταξε το παλτό . Εκείνος πήρε στα χέρια του το νεκρό χελιδόνι και ξάπλωσε στο πάτωμα στην στάση του εμβρύου . Μοιρολογουσε χωρίς παρηγοριά, χωρίς να απαλαινουν οι ψαλιδιες της καρδιάς του. Ο πόνος είχε επεκταθεί σε όλη του την ύπαρξη. Κι όσο η αδελφή του τον βεβαίωνε πως δεν έβλεπε κανένα χελιδόνι τόσο ο πόνος επεκτεινόταν σε όλη του την ύπαρξη. Μεσα σε αυτην.Στο τέλος επικεντρώθηκε σε όλο του το κεφάλι. Αυτός ο πόνος ήταν σαν να προσπαθούσε να σπάσει το κεφάλι του. Ήξερε πως κανένα παυσίπονο δεν θα του έπαιρνε τον πόνο, αφού το νεκρό χελιδόνι θα του θύμιζε για πάντα πως ήταν η ζωή του πριν πεθάνει, τότε που βρίσκονταν στον ώμο του , του τραγουδούσε και τον συμβούλευε . Η ζωή του θα άλλαζε με δραματικό τρόπο , η επιτακτική ανάγκη της φυγής έτρεξε στο μυαλό του. Αλλά έμεινε εκεί, ξαπλωμένος στο πάτωμα να μοιρολογει και να βρέχει με τα δάκρυα του το νεκρό πουλί. Την νεκρή καρδιά του που γυρεύει να αναστηθεί..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου