Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Μικρές στάλες βροχής έπινε και τον κοιτούσαν κάτι πουλιά με ουρές γαλάζιες, τα σύννεφα χυμένα μπροστά στα μάτια του έμπαιναν μέσα στις ίριδες κι έφτιαχναν σχήματα άτακτα, σαν σταλακτίτες και σαν στοιχεία μιας άλλης ατμόσφαιρας. Μυστηριακής και σαν σε εγρήγορση. Κοίταζε το χάος της θάλασσας, εδώ μοιάζει σαν αυλόπορτα του θεού ,σκέφτηκε. Η ευαισθησία έμοιαζε να παλεύει μέσα του σαν να ήθελε να τον σπάσει σε χιλιάδες κομμάτια. Κοιτώντας την θάλασσα ξέχασε όσα είχε εισπράξει από κάποιους ανθρώπους, μια αφόρητη μανία και εκδίκηση για όσα δεν μπορούσαν να του πάρουν, για την προσπάθεια τους να τον μετατρέψουν σε πολεμική μηχανή. Δεν πίστευε στις τοξίνες της κακίας, δεν είχε θυμό για όσα είχε εισπράξει τελευταία, εδώ ήταν πιασμένος στα χείλια μιας όασης, μιας αυθεντικής ομορφιάς που δεν υποσχόταν περισσότερα μέσα από το γυμνό της τοπίο. Σιγά σιγά γινόταν μέρος αυτής της ομορφιάς. Χαμογέλασε. Η ευτυχία μπήκε μέσα του σιγά σιγά, άπλωσε τα φτερά της και τον έκανε να πετάξει, αισθανόταν μια απέραντη ευδαιμονία και ευγνωμοσύνη. Τα ξέχασε όλα. Ο χρόνος έγινε μια στιγμή, αιωρήθηκε επάνω του και μετά καταλάγιασε εκτός από την απέραντη ομορφιά του γυμνού τοπίου. -Για την Αμοργό που λάτρεψα και λατρεύω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου