Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Ήρθες στον ύπνο μου, στην αρχή φοβήθηκα,είχα πάνω από είκοσι χρόνια να σε δω σε κάποιο όνειρο, είχες τα ίδια μετάξια στα μαύρα μαλλιά, σπαστές μπούκλες σαν αναδυόμενες φλόγες από έβενο. Εσύ που ήσουν ο άντρας-ψάρι. Εγώ 15 κι εσύ 17. Βραχιόλια και ινδικές φούστες εγώ κι εσύ φορούσες ένα γιλέκο κεντημένο όλο μικρά καθρεφτάκια. Βγαίναμε στους δρόμους κι ήμασταν μια μάζα υγρής δύναμης. Fender stratocaster σε χρώμα μαύρο ριγμένη στο στρώμα σου στο πάτωμα. Την έπιανες στα χέρια κι ανάγκαζες τον Χέντριξ να ρθει νοερά κοντά μας και έπιανες να μου μιλάς για τα χρώματα που ανάβλυζαν από τις νότες. Οι νότες είναι πόθοι και χορεύουν για τις λύπες που σκοτώνονται καθώς τις αφήνουμε να πλεύσουν στην καρδιά μας. έτσι σκεφτόμουν καθώς σε άκουγα. Μιλούσαμε για τις θρησκείες , για τις ταινίες, για την μουσική τα βιβλία. Υπήρχε εκεί στο δωμάτιο σου ένας ολόκληρος κόσμος όπου μια αόρατη προστασία μας φύλαγε από τα άσχημα μάτια και τις οκνηρές σκέψεις. Θέλαμε να εξερευνήσουμε τον κόσμο. Με συγκίνηση για την ομορφιά του, με πίστη για αυτά που κρύβονται για να μην τα βρουν αδιάκριτες ψυχές και τα χαλάσουν. Από εσένα ανακάλυψα πως διέθετα καλό αυτί, ατέλειωτες ώρες έβαζες στον ενισχυτή βίσματα και καλώδια και με ρωτούσες ποιο ήταν το κομμάτι που άρχισες να παίζεις. Συνέχεια κέρδιζα. Και γελούσαμε σαν παιδιά. Σε εκείνο το δωμάτιο με έπιανε εκτός από την ερωτική δίψα της εξερεύνησης μια κατάνυξη για εκείνον τον υπέροχο υγρό κόσμο. Μετά από έξι χρόνια, πήγαινε έλα, χαθήκαμε οριστικά. όχι τόσο ώστε να μην λάβω από την διαίσθηση μου μήνυμα πως κινδυνεύεις. Κι έμαθα έμμεσα πως ήσουν μέσα στον κόσμο της αγγελόσκονης. Την κάρφωνες στο μπράτσο σου.. Για μένα ήσουν πάντα ένα μίγμα δανδή και χίπι. Ποτέ δεν υπήρξες ανήθικος , δεν εκμεταλλεύτηκες, δεν προσποιήθηκες πως ήσουν κάποιος άλλος. Σε συνάντησα και σε έπεισα να σταματήσεις. Κλείστηκες στο σπίτι σου και<< καθάρισες>> σε κάποιες ημέρες. Αλλά δεν είχες άλλον καθαρό να κάνεις παρέα πια. Κι αργά ή γρήγορα θα βρισκόσουν ξανά με αυτούς που έπιναν την σκόνη με την βελόνα. ήθελες να φύγεις, πάντα ήσουν φευγάτος. Σε έλεγαν Παναγιώτη, από τότε αγάπησα αυτό το όνομα, κι ήσουν κι εσύ ταμένος στην Παναγία της Τήνου όπως εγώ, πράγμα που το ακούγαμε με ένα μίγμα αδιαφορίας και συμπάθειας. Εσύ ποτέ δεν πίστευες στον Χριστό σαν τιμωρό και καθοδηγητή μιας <<μαζικοποιημένης ηθικής και τάξης>>, τον αγαπούσες για το μυαλό του και γιατί είχε κότσια.. Ήρθες σήμερα στο όνειρο μου. Είχα αφήσει το κεφάλι μου στο στήθος σου κι εσύ απαλά κράτησες την γάμπα μου στο ένα σου χέρι. <<Μην φοβάσαι τίποτε και για τίποτε που δεν αξίζει μην λυπάσαι>>, είπες κι άρχισε να ακούγεται το αγαπημένο μας κομμάτι από τον Χέντριξ. ένιωσα λύτρωση κι αγάπη. Αυτό που νοιώθουν οι άνθρωποι σαν βρίσκουν ανθρώπους που δεν έχουν το ένστικτο του δολοφόνου. Ξύπνησα κι είχα την εικόνα σου μπροστά μου. την αίσθηση σου στα χέρια μου. Έφυγες νωρίς Πάνο. Κι ήσουν η πρώτη μου αγάπη..Μια όαση στον άσχημο κόσμο.. Σε ευχαριστώ.... (Η πρώτη αγάπη είναι αδιάλλακτα καθαρή )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου