Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016


Την τελευταία γκέισα της πόλης, την σκότωσα με ένα τριαντάφυλλο μαύρο, περπατήσαμε σε κάτι στενά δρομάκια και κοιτούσαμε ένα φεγγάρι πνιγμένο σε μια θολή αύρα, άνθρωποι χωρίς πολιτισμό μόλις έβγαιναν από το ξακουστό μουσείο, (άκου ωραία μου, δεν υπάρχει καιρός για γκέισες κι ο τελευταίος σαμουράι δίδαξε τις χορευτικές φιγούρες στους ηθοποιούς του Ταραντίνο , είναι ώρα να φυγαδευτείς μακριά), της είπα και άνοιξα σιγά σιγά την τσάντα μου οπλίζοντας το χέρι μου με το τριαντάφυλλο, ( όμως ο τελευταίος των σαμουράι αποφάσισε να επιζήσει, διόλου παράξενο, αντίθετα θα μου έκανε εντύπωση αν διάλεγε να φύγει, κάποιος χρειάζεται να μείνει πίσω για να ανάψει τα φώτα όταν σβήσουν επιπλέον χρειάζεται να μείνει για να διηγείται την ιστορία στους ανιστόρητους), μου είπε κι έκανε πιό γρήγορα βήματα δίπλα μου,άκουγα την ανάσα της να βασανίζεται προσπαθώντας να με φτάσει. Της ξαναμίλησα για τον Νικολαίδη, μου είπε πως τα έχει ακούσει χιλιάδες φορές από εμένα αυτά, (αυτά ποιά αυτά, υπάρχουν πράγματα που τα χρειάζεται η μνήμη μου για να αντέξω εμένα κι αυτό το φριχτό πράγμα που λέγεται ζωή), της είπα χωρίς εμπάθεια, (δεν αντέχεται η ζωή χωρίς εμάς τις γκέισες του πλανήτη, είμαστε εδώ γιατί οι άντρες έχουν φτάσει να μισούν το φύλο τους, αρκούνται σε μια στύση, ένα κεφαλοκλείδωμα χωρίς δόντια και μόνο με γλώσσα και πιστεύουν πως τελείωσαν με τον έρωτα), ( άστα γιατί κι οι γυναίκες περιμένουν συναισθηματικές , υλικές επενδύσεις και λογάκια για να καβαλικέψουν τον ναρκισσιμό τους και να δώσουν το φύλο τους στην τελική), της αντιγύρισα. Τότε ακριβώς έπιασε να βρέχει, μια άγρια βροχή κάτω από το σκονισμένο φεγγάρι, πράγμα παράξενο, μια μπόρα που μας ανάγκασε να προσφύγουμε κάτω από ένα παλιό κτίσμα για να προφυλαχτούμε, κάτω από το ηλεκρικό φως είδα τα μάτια της, έλαμπαν σαν της γάτας κι απέπνεαν μια ζωώδη δύναμη, μπορούσα να αναπνεύσω μέσα τους, σήκωσα το τριαντάφυλλο και την χτύπησα δυνατά στο μάγουλο, τόσο δυνατά και τόσο πολλές φορές που τα πέταλα του διαλύθηκαν κι άρχισαν να πέφτουν κάτω. Χωρίς ένα δάκρυ έσκυψε και τα μάζεψε, τα έσφιξε στο χέρι της και μόλις άνοιξε την παλάμη της είδα το λουλούδι όπως ήταν αρχικά, σαν να μην συνέβη τίποτε, σαν να μην καταστράφηκε ποτέ, την φίλησα στο μάγουλο, (συγγνώμη, απλά θέλω να κατέβω από αυτόν τον πλανήτη γιατί ζαλίζομαι και δρω σπασμωδικά), είπα κι άρχισα να κλαίω με το στήθος. Με το στήθος έκλαψα κι εκείνη μου φίλησε το χέρι, (δεν είναι ώρα ακόμη να φύγουμε), μου είπε κι αυτή η τρυφερότητα του πληθυντικού ,μου έσκισε την καρδιά. ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΕ ΘΕΕΕΕΕ ΜΟΥ ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΕΕΕ, ούρλιαξα και κοίταξα το φεγγάρι, είχα ξαφνικά τόση αγάπη που έπεσα στα γόνατα... Απόκριση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου