Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016


Kαθόμουν απέναντι του, δεν τον πρόσεξα από την αρχή καθώς μια μελαγχολία τύλιγε τα σπλάχνα μου, έφευγα βλέπεις από τον αγαπημένο μου τόπο. Όταν τον είδα πίσω από τα μαύρα μου γυαλιά με διαπέρασε ένα άγνωστο ρίγος. Ηδυπάθεια , ηρεμία στα μακριά δάχτυλα του καθώς έφτιαχνε τα μαλλιά του πίσω, μια έκσταση και μια βαθιά μελαγχολία αλλά πίσω από αυτά ένας ζωώδης μαγνητισμός που με τραβούσε καταπάνω του. (Δεν είναι ευγενικό να με κοιτάς πίσω από τα γυαλιά), είπε και ευχήθηκα ένα τσουνάμι να με τραβούσε μαζί με το καράβι στον βυθό. Έκανα την αδιάφορη χωρίς να νιώθω καμιά σιγουριά. Ζητήματα αμφιβολίας και υπαρξιακής αναζήτησης ήδη με καταδίωκαν. Το αγρίμι της επιθυμίας έβαζε βαθιά τα δόντια του μέσα μου κι έμεινα να απολαμβάνω το δάγκωμα του. (Δεν είχα καμιά πρόθεση να σε ενοχλήσω), είπα με ειλικρίνεια. Κατέβασα το κεφάλι και χαλάρωσα γιατί τον είδα να σκύβει επάνω σε μια τσάντα και να αφήνει την δραματική ένταση του βλέμματος του από επάνω μου. Κι εγώ αυτόματα πήρα το σημειωματάριο μου κι άρχισα να καταγράφω τα συναισθήματα που μου ξυπνούσε αυτός ο άντρας. Δεν σήκωσα τα μάτια μου, τρέμοντας μην συναντήσω τα δικά του, άκουγα μονάχα νευρικές γραμμές και διακλαδώσεις να τραβιούνται επάνω σε χαρτί με μολύβι, μύριζα σχεδόν την τριβή, κι εκείνον τον μύριζα, μπορούσα να μυρίσω κάθε του τρίχα που είχε αφεθεί στον αρμυρό αέρα, μπορούσα να μυρίσω τα σωληνάρια του χρώματος που είχε πιάσει μέρες πριν. Τον ξανακοίταξα, ήταν σαν να τον ξέρω, ξαφνικά ένας άνεμος έξω από το παράθυρο του πλοίου, με βεβαίωσε πως το ίδιο θα σκεφτόταν κι εκείνος. Η ένταση της μαγνητικής ερωτικής του επίδρασης κλιμακωνόταν, απολάμβανα την εξερεύνηση σαν γυναίκα και σαν παιδί. Με κοίταξε, χιλιάδες πεταλούδες στάθηκαν στην κοιλιά μου, βλέμμα γοητευτικό, μάτια που μιλούν ξερές αλήθειες αλλά και ένας αντρισμός σέπιας, διεκδικητικός, μάτια που μαρτυρούσαν πόσα γυναικεία σώματα είχαν μαζί του σκορπιστεί στα αστέρια. Είχαμε καρφωθεί ο ένας μέσα στον άλλον, ήταν μια τέλεια ταντρική συνύπαρξη αυτό το αντάμωμα, ήξερα πως για να σωθώ μπορούσα να γινόμουν μια αράχνη και να τον τελειώσω, όμως δεν ήθελα, η χαρά κι η λύτρωση μου εξαρτιόταν ολότελα ξαφνικά από αυτόν. Απλά μιλούσα από μέσα μου και του έλεγα πως δεν θα είμαι εύκολος αντίπαλος, μετά σκέφτηκα πόσο βλακώδης είναι μια τέτοια σκέψη, όχι αντίπαλος, παίκτης, μετά εραστής, μετά αγάπη. Ή πρώτα αγάπη και τούμπαλιν; Εγραφα γι αυτόν κι εκείνος με ζωγράφιζε, μια ηλικιωμένη που πλησίασε για να καθίσει κοντά μας προφανώς νοιώθοντας την τρομερή μας ένταση άλλαξε θέση. Τα δάχτυλα του καίγανε καθώς έτρεχαν στο χαρτί, και τα δικά μου τρέχανε, τρέμαμε κι οι δυό, οι ανάσες μας είχαν συγχρονιστεί σε μια, ήταν σαν να είχαμε μπει ο ένας μέσα στον α΄λλον και χορεύαμε αφήνοντας υγρά οσμές και λάβα. Το πλοίο αγκομαχούσε μαζί μας. Τώρα είχαμε γίνει δυό λύκοι που βροντούσαμε την γη με τα πόδια μας. (Να είσαι δικιά μου), ψέλλισε και συνέχισε να ζωγραφίζει και να με αρπάζει με αυτό το φρικτά ωραίο βλέμμα. (Είμαι, πες μου πως σε λένε); είπα σχεδόν παραδομένη σε κώμα.. (Νοέμβρη), μου είπε Και τότε κατάλαβα πως ζωντάνεψα ,ενώ κοιμόμουν χρόνια πριν. Τον είχα δει σε κάποιο όνειρο μου, τότε που ανέβαινα στο άλογο μου παιδί, από τότε τον ήξερα. από τότε τον ζητούσα. Και τίποτε δεν θα ήταν πια εύκολο. Η φωτιά ήδη μας έπαιρνε, το νερό θα την έσβηνε αλλά θα την δυνάμωνε ο αέρας και θα την πήγαινε στην γη, ύστερα θα γινόμασταν ξανά νερό και θα τραβούσαμε περήφανοι στην θάλασσα, περήφανοι και πλήρεις.. ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ ΥΓ. ο πρώτος ενικός δεν αυθαιρετεί και δεν δηλώνει οτιδήποτε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου