Δευτέρα 23 Δεκεμβρίου 2019



Στην ιερή μνήμη της Κατερίνας Τον Δεκέμβρη και τα καλοκαίρια, σε πενθώ δίχως να ξέρω το γιατί. Αυτόματα, όπως ο σκύλος που χάνει τον άνθρωπο του. Επουράνιες μελωδίες θυμίζουν συντριβή , ο Χέντριξ κι ο Γκάλαχερ, ο Μόρισον κι αυτοί που σκοτώθηκαν σε τροχαία πριν προλάβουν να πεθάνουν αργά αργά από τις σκόνες, αναδύονται σαν από 3D πίνακες στους τοίχους.Κοιτώ εκστασιασμένη. Ήταν νωρίς για να καταλάβουμε τον Μίνγκους κάτω από το δέρμα- που αγαπούσε ο Πάνος, αλλά τον ακούγαμε. Σύμβολο που βλέπω να κρεμιέται από τον ουρανό το καστόρινο σου σακάκι με τα κρόσια που με οδηγεί με χρώματα στο πουθενά και το όλον. Τσόπερ με τους εγχώριους άγγελους της κόλασης.. Έπεσαν οι μύθοι Κατερίνα, ο Ν. μου εξήγησε όσα αφορούν την συναισθησία, ένα τόσο δα άρθρο αναλύει γιατι συμβαίνει να ακούω τα χρώματα μέσα από την μουσική, να μυρίζω κάτι αόρατο και να οδηγούμαι και να αναλύω αυτά που πληροφορούμαι φτιάχνοντας εικόνες. Τα άρθρα αποφεύγουν την μαγεία, την οδηγούν σε τίτλους τέλους. Προφανώς δεν θα σε πείραζε. Ούτε κι εμένα. Μαζί ήμασταν φωσφόρος και εωσφόρος , γινόμασταν φωσφορισμός. Καταδιώκαμε τα σκοτάδια με έναν υπόγειο λυρισμό. Λάμψεις εκδιωγμού της κακίας και του τέλους του κόσμου. Θυμάμαι την ινδική μπογιά στα μάτια και το πατσουλί. Ύστερα ήρθαν τα γαλλικά αρώματα. Έπεσαν οι μύθοι Κατερίνα. Ο κόσμος πλέον βαδίζει ανάποδα. Ηδονίζεται μέσα σε άρρωστους ψυχισμούς και καταλαμβάνεται από ματαιοδοξία. Γλυκό μου φως! Πικρόγλυκο μου αντίο! Μαλλιά σαν της Τζάνις, ηχείο και αντηχείο στην θάλασσα το γέλιο σου, παρηγοριά μου ώσπου να σε συναντήσω. Ήταν άδικος ο χαμός σου. Σε πήρε αυτό το θραύσμα κάτω από τα μαλλιά σου, μέσα στο κεφάλι σου , που μετά έγινε πολλά. Σίγουρα κατά την έξοδο σου από το σώμα θα εκτελούσες σιωπηλά λάμψεις και ανύποπτους κρότους. Σίγουρα θα πάλευες να μην φύγεις. Γεννήθηκες στην αρχή του ωροσκοπίου του λέοντα. Και δεν μπορώ να πω πως πέθανες.. Τόσα χρόνια μετά και πιστεύω πως ακόμη για άλλη μια φορά μετακόμισες, γι αυτό χαθήκαμε, θα βρεθούμε παρακάτω. Μαζί σου χάθηκε η ευελιξία μου μέσα στο μαύρο χρώμα. Τώρα είσαι μπλε. Ένα μπλε που τρεμοπαίζει πάνω από τα μάτια μου περνώντας έξω από το Πι, στην Φωκίωνος με την λιμνούλα. Σαν ηλεκτρικό φως που οδηγεί στα μουσικά υπόγεια . ΌΛα τα γυρίσαμε Κατερίνα. Στέκια ροκ, ενίοτε και τζαζ. Και τα σκυλάδικα. Κι όταν βγαίναμε έξω τυφλωνόμαστε από το ξημέρωμα. Αναφωνούσαμε, γιατί να ξημερώνει πάντα; Δεν έχω ούτε μία φωτογραφία σου, για σκέψου. Ζούσαμε με τόση ένταση και χωρίς βιάση που δεν χρειαζόταν η εικόνα μας σε χαρτί. Ζώσα ζωή σαν το χρυσό φως των σταχυών.. Κρατώ την μνήμη σου ιερή και ακριβή. Μαζί με την ξέγνοιαστη, εφηβική, υπέροχη ηλικία μου. Για μένα πενθώ. Γιατί ο άνθρωπος είναι ένα βαθιά εγωιστικό ζώο. Αλλά και τόσο εκτεθειμένο στην αγάπη..

Oλα τα Χριστούγεννα που πέρασαν είναι στην μνήμη θολά, εκτός από εκείνα που έτυχαν της ευσπλαχνίας του Καρολου Ντίκενς.. Εξαιρώ τα πρώτα Χριστούγεννα με την Κατερίνα! Φυσικά θυμάμαι τα κάλαντα και την αναμονή της άφιξης του άγιου Βασίλη, να φάει το μπισκοτάκι του και να πιεί το γάλα του, να τον ευχαριστήσω για τον κόπο του να μοιράζει δώρα σε όλη την γη, αλλά ουδέν νεότερο δεν συνέβαινε αφού ο ύπνος με έπαιρνε μαζί του. Την κούκλα που μου δώρισαν και την χαρά που πήρα με την ευτυχία που είδα στα μάτια της Αννούλας όταν της την χάρισα γιατί δεν πήρε κανένα δωράκι εκείνη. Και μόνο τον Ντίκενς που μου πρόσφερε απλόχερα αγάπη κι έναν κόσμο με χρώματα και ωραίες προοπτικές . Και μαγεία, καθαρή μαγεία κι ευδαιμονία να ανθίζει στα βελούδα της καρδιάς. Εύχομαι να περάσετε καλά φίλες και φίλοι, καλά Χριστούγεννα, με λιγότερους τοξικούς, χειριστικούς ανθρώπους και φιλόδοξες αρρωστημένες από κακία περσόνες. Τον νου σας, φυλάξτε τον εαυτό σας και γίνετε ξανά παιδί. Κάτω από τα πέπλα της κουραστικής καθημερινότητας υπάρχει πάντα ένα παιδί που ζητά να ανοίξει τα μάτια του σε έναν όμορφο, ζωηρό κόσμο όπου η περισσότερη κινητικότητα υπάρχει στην αγάπη και την αθωότητα.. Απλωθείτε σε αγκαλιές και χαρίστε φιλιά. Ακούστε μουσική. Ονειρευτείτε βλέποντας καλές παραστάσεις και ταινίες. Διαβάζοντας βιβλία. Χαρίζοντας βιβλία.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2019


Δεν ζούμε στην εποχή που έχουν έρθει τα πάνω κάτω, διανύουμε μέρες όπου τα κοκόρια ανεβαίνουν στα δέντρα παριστάνοντας τα αηδόνια. Αλλά εκ του αποτελέσματος κανένα κελάιδισμα δεν μας συντροφεύει, μόνο ο απαίσιος θόρυβος ενός διαμερίσματος ή μιας γειτονιάς που βρίσκεται σε ανακαίνιση με πριόνια και εργαλεία που δυναμώνουν τις εμβοές μας. Κι όσο να πεις, αντιστέκεσαι στο να γίνεις ένας κρότος κι εσύ, να κάνεις κρότους παριστάνοντας πως κελαιδάς, διότι δεν σου βγαίνει. Τα πρωινά αδιέξοδα επιβεβαιώνουν τις άσχημες νύχτες. Εκπαιδευόμαστε άριστα στο να ζούμε χωρίς αλληλεγγύη, χωρίς καλοσύνη, μέσα στον φόβο. Αυτόν τον αιώνιο φόβο που επιτάσσει, φάτους εσύ πρώτος πριν σε φάνε οι άλλοι, κάνε την δουλίτσα σου επάνω στην πλάτη του άλλου. Θα ξεχαστεί κι αυτό, όπως τα άλλα. Συνηθίζουμε να ζούμε με τα κοκόρια επάνω στα δέντρα. Συνηθίζουμε να ζούμε στον θόρυβο. αυτόν που παράγουν οι άνθρωποι, οι μηχανές τους και οι φιλοδοξίες τους..

ο αληθινός ποιητής είναι μοναχός στον κόσμο και μονομάχος!

Οι έρωτες στα χρόνια του Facebook Οι έρωτες στα χρόνια του Facebook θυμίζουν όλους τους γελοίους έρωτες. Κρατούν 3 ως 6 μηνες με ελάχιστες εξαιρέσεις που ανεβάζουν τον δείκτη θνησιμότητας στον 1 χρόνο. Μόνο που εδώ ο ναρκισσισμός εμπλέκεται με τα αντικείμενα του πόθου. Φράσεις όπως <<σε φιλώ αγάπη μου, σε φιλώ βαθιά, είμαι πάντα δική σου- δικός σου αγάπη μου και αντίστοιχα άλλα >> και υποσυνείδητα και συνειδητά διεγείρει τους πόθους των τρίτων οι οποίοι καθίστανται ηδονοβλεψίες της κλειδαρότρυπας ή άλλως το αδηφάγο μάτι ενός φακού. Έτσι, αυτός ο πόθος και η υπόσχεση της ηδονής χτυπάει κόκκινο σε παραπάνω από δύο. Επίσης, ο ομιλών περιγράφοντας την σκηνή των επικείμενων τρυφερών περιπτύξεων επικαλυμμένες, δίδει και στους άλλους την άδεια της συμμετοχής τους. Και ακόμη ο λέγων και ο δέκτης- αντικείμενο του πόθου των λόγων αυτών, γίνονται κυριαρχικά όντα έστω της στιγμής εκείνης και ελέγχουν τους αδύναμους ή άρρωστα μοναχικούς κρίκους που είναι οι τρίτοι. Οι οποίοι αδύναμοι κρίκοι επιζητούν για να γεμίσουν το συναισθηματικό , ψυχικό κενό να ξαναμπούν στο παίγνιο της παρατηρήσεως αισθανόμενοι μέρος αυτής της ερωτικής εμπλοκής. Οι κυρίαρχοι και οι κυριαρχόμενοι. Μια ηδονή που αλληλομοιράζεται. Παρακαλώ, σκεφτείτε το ξανά πριν πείτε πως είναι υπερβολικό αυτό σαν καταγραφή. Ο έρωτας είναι αρρώστια η οποία διεγείρει τις αισθήσεις και τις στροβιλίζει γύρω από μια 24 ωρη αναζήτηση του αντικείμενου του πόθου στην ζωή του ερωτευμένου. Όταν αυτή διαχέεται σε μέσα επικοινωνίας όπως ετούτη η πλατφόρμα, αργά ή γρήγορα θα μαραθεί ,διότι η ηδονή παγώνει στην οθόνη. Η ηδονή είναι ένα ζώο που θέλει ζώσα ύλη για να φαγωθεί και όχι εικονική. Χάνεται μέσα στις υποσχέσεις και παράλληλα εμπλέκεται και με τις ενέργειες των άλλων τρίτων αδηφάγων προσώπων όταν εκτίθεται μαζικά. Η ζήλια παίρνει τον κτητικό της ρόλο και κυνηγάει σαν λύκος αμφότερους. Η ζήλια έχει ρόλο πρωταγωνιστικό ρόλο, ποιος σχολίασε, τι ήθελε να πει, πολλά παρόμοια και όχι μόνο. Ο έρωτας είναι αρρώστια που όταν μοιράζεται γίνεται σκελετός, μπαίνει στο κοινωνικό, το λαοφάγο φέρετρο και απογυμνώνεται, γίνεται στάχτη και η μνήμη του καταλήγει σε ένα μπλοκάρισμα και στην μνήμη των τρίτων. Οι οποίοι παρακολουθούν τον ερχομό του άλλου, επομενου γελοίου έρωτα, με τεντωμένες κεραίες. Ναι, σαφέστατα η πλατφόρμα αυτή έχει μεγάλο ναρκισσισμό από μόνη της και αδικεί τους περισσότερους έρωτες, τους πνίγει μέσα στον ίδιο τους τον ναρκισσισμό γιατί πως αλλιώς ονομάζεται αυτός που εκθέτει τον έρωτα του στα μάτια όλων , επιζητάει σαφώς χειροκρότημα και ζητά να χειραγωγήσει τους αφελείς και εκτεθειμένους στην βαριά μοναξιά της εποχής αλλά και της ψυχικής πανούκλας που επιζητεί το κατασπάραγμα.. φωτογραφηθείτε, γράψτε, ζωγραφείστε, μιλήστε, κάντε αφιερώσεις στο ερωτικό αντικείμενο. Όμως ο χρόνος ο αληθινός, θα καταδείξει το πικρο τέλος που έχει κάθε γελοίος έρωτας. Στο τέλος δεν θα θυμάστε το όνομα του, τις συνήθειες του, τι του άρεσε και τι όχι. ΠΩΣ τον ή την έλεγαν. Και όταν λέμε ερωτευτήκαμε αληθινά για ποιον λόγο επιζητούμε να το μοιραστούμε με παραπάνω ανθρώπους από τους κολλητούς μας , να το κάνουμε εξώφυλλο, εκτός και μόνον όταν υποσυνείδητα δεν είμαστε σίγουροι για την επιλογή μας, άρα επικροτώντας την επιλογή μας οι πολλοί νιώθουμε πως αυτή η επιλογή μας είναι σωστή και αρκετά σίγουρη. Ότι σε καίει από μέσα φίλες και φίλοι καίει εσένα . Μόνον εσένα, αλλιώς ας γίνει ευπώλητο βιβλίο, αλλιώς ας πέσει στην πυρά. όπως και γίνεται.. Σιχαθήκαμε να μαθαίνουμε και να διαβάζουμε κάθε νέο πόνημα , κατάληξη του τέλους ενός γελοίου έρωτα. Κανέναν δεν ενδιαφέρει να μαθαίνει την προσωπική ιστορία του άλλου. Ο έρωτας είναι παντού. Σε καίει στον ύπνο σου, φλέγονται τα άκρα σου , φλέγεται και η καρδιά σου. Φλέγεται η καρδιά σας; υγ. Υπάρχουν και εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Ευχές για μακροημέρευση, σεβαστείτε τις εμπειρίες σας και τις εμπειρίες των άλλων. Μην αφήσετε τον έρωτα να γίνει σκελετός στις οθόνες σας. Κάποτε οι οθόνες σας θα σας καταπιούν..

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019


Ω, ψυχή της ψυχής μου! Ρόδο μου άγριο και σεμνό, γέρνουν τα στάχυα το κεφάλι τους καθώς περνάς, και ένα κύμα τους με τον άνεμο ψιθυρίζει το όνομα σου. Φωτιά και πάγος είσαι, αδιαπέραστο πλάσμα στην τοξικότητα της κακίας , γεμάτο σφρίγος, ξεκουμπώνεις την καρδιά σου και στροβιλισμοί άστρων χύνονται ακατάπαυστα δυναμώνοντας τους χτύπους μου. Μοναδική η έκσταση που ντύνει τα μάτια και τα χέρια μου σαν σε φιλώ με αυτά, σαν σε ενδύομαι και πηγαίνω στην θάλασσα. Εκεί που σε πρωτοβρήκα να κάθεσαι αφήνοντας πίσω την σκόνη της πόλης. Ρίχνομαι με πάθος, χωρίς οπλισμούς στα κόκκινα και τα κίτρινα μάτια σου, φορώ μονάχα οπλές, να μπορώ κάπως να προλάβω τον τρόπο που κοιτάζεις. Καπνίζεις λάγνα στις σκάλες ανεβαίνοντας στην σοφίτα που είναι γεμάτη βιβλία. Εκεί ο άγιος Μπωντλαίρ μας περιμένει με την μελαγχολία του Παρισιού και τα άνθη του , μας κερνάει αψέντι, εκεί και οι τρείς χαιρετούμε την φωτιά των μαγισσών από μια άλλη εποχή και τρέχουμε δάκρυα και αδικία. Σε ρωτώ το όνομα σου, Νοέμβριος μου λες, και πέφτουμε επάνω σε μια φλοκάτη κόκκινη, ενώ γύρω μας λιβάνια και σανταλόξυλα τυλίγουν τα σώματα μας, ξέρεις εσύ πως σώμα και ψυχή μπορούν να γίνουν ένα, μα ξέρεις και τον τρόπο, αργά κι επώδυνα. Δεν είναι έρωτας όπως λένε όλοι οι αφελείς, είναι η επιμονή της ζωής, είναι η δύναμη να μπορείς να πέφτεις χωρίς φόβο στον γκρεμό που χάσκει μπροστά σου, είναι ο ίλιγγος του κινδύνου να αποχωρίζεσαι το εγώ σου. Γυμνός και ανεπιτήδευτος.

Ατέλειωτος ήλιος Ατέλειωτη βροχή Τίποτε δεν είναι κανονικό Τίποτε δεν είναι φυσιολογικό Ούτε καν η κακία , ούτε καν η αγάπη.

Εκείνη την Κυριακή ήρθες και με βρήκες χλωμός κι απέρριτος, είχες δάχτυλα χωρίς αποτύπωμα, κέρινα* με νύχια που κυλούσαν αποκόμματα εφημερίδων. 'Ελεγαν πως πέθανες, σε κοιτούσα και τα μάτια μου σε κύκλωναν , σαν μια κορνίζα από το παρελθόν στάθηκες στην με΄ση της πλατείας πληγωμένη από μια Άνοιξη που δεν ήθελε να φύγει. Μου έδειχνες την πορεία που είχαμε κάνει με τους άλλους κι όλα άλλαζαν* με σπασμένα εκμαγεία , άγγελοι διαρρηγμένοι και λωτούς φαγωμένους ,είχαμε πέσει στα γόνατα. Ότι ήταν να φάμε ο ένας από τον άλλο το φάγαμε, και χωρίς κρασί ,καθισμένοι κάτω από τις νεραντζιές της Αθήνας οφμαλοσκοπούσαν τα γεγονότα τα υπολλείματα μας. Είμαστε νεκροί ο ένας για τον άλλον, σου είπα. Γιατί έρχεσαι και με τυραννάς με αυτά τα μάτια που δεν έχουν πλέον εγκαρτέρηση, μόνο ακινησία και απάθεια. Κι εσύ σηκώθηκες τινάζοντας τα άνθη που είχαν πέσει στα μαλλιά σου, μπούκλες μελιές , γεμάτες ποιήματα και τραγούδια με φυσαρμόνικες. Θεέ μου , διερωτήθηκα πως γίνεται να σε πονούν έτσι οι νεκροί; Με κράτησες αγκαζέ και με έσπρωξες να περπατήσω δίπλα σου. Γύρω μας η βοή από τον κόσμο σε μια πορεία χωρίς σκοπό, έτσι ανερμάτιστοι και πικροί καταπίναμε το αίμα μας από την δαγκωμένη γλώσσα μας. Σε έσπρωξα, φύγε μακριά, φώναξα, αυτός ο κόσμος άλλαξε. Μας έπνιξε ο φανατισμός κι η ανοχύρωτη πόλη που κατάπιε τα σπίτια με τους ανθρώπους τους, κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε καθώς τους ρουφούσε το άγχος. Κι εσύ αποφάσισες να φύγεις τραγουδώντας στίχους και ιστορίες για χαμένες ψυχές. Κι ένιωσα ντροπή και μοναξιά ατελείωτη. Δεν είχαμε να φάμε τίποτε πια ο ένας από τον άλλον. Μονο μια λερή απόγνωση πως κάποτε υπήρξαμε, Μάρτυρας μου η σκιά μου και το φως που με αφάνιζε, σε αγαπούσα. Σε αγαπώ ακόμη. Κι ας με κατασπάραξες πρώτος χωρίς την απόλαυση της γεύσης και της επίγνωσης. Πως έτρωγες έναν άνθρωπο κι όχι ένα λείψανο που απλά σου δόθηκε σαν μια αγοραία υπόσχεση. Κι ας είχα σκάψει την γη πενθώντας σε. Εσύ, ούτε μια σταλιά πένθος δεν κράτησες για εμένα. Ούτε λίγη ντροπή που δεν θυμόσουν το όνομα μου αλλά διέτρεξες τόσα χιλιόμετρα για να με βρείς. Γύρισα την πλάτη μου κι έφυγα. Πιο νεκρή από τους νεκρούς. Κλώτσησα μια γόπα τσιγάρου στον δρόμο κι έφυγα.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2019




Ένας κόμπος γλώσσα μένει εγκλωβισμένος κι ακίνητος κάτω από τα σεντόνια. Τα σώματα συνευρίσκονται μέσα στην αχλή και προσποιητή ατμόσφαιρα που δίνει το κρασί κάνοντας τον ρυθμό των αρτηριών πιο ζωντανό και γρήγορο.Δεν θα μιλήσουν μετά. . Ένα κερί τρεμοπαίζει ,μαζί με μια μουσική που προσπαθεί κάπως αόριστα να ανακάμψει την επιφυλακτικότητα των εραστών στην οικειότητα. Ο ένας μέσα στον άλλον δεν κοιτάζονται στα μάτια, κινούνται σαν αχαρτογράφητα σημεία στον κόσμο. Κάπως πλαδαρά και επιδερμικά φιλιά. Ύστερα θυμούνται πως πρέπει να τελειώσουν αυτήν την μισή ένωση και αφήνουν τα υγρά τους. Εκείνος θα ντυθεί, θα φύγει, θα χυθεί στον δρόμο σαν σκιά, και θα βρεθεί στο πρώτο μπαρ του κέντρου. Εκείνη θα πλυθεί και θα καθίσει σε εκείνη την δερμάτινη πολυθρόνα που είχε καθίσει για τελευταία φορά εκείνος που ονόμασε κάποτε έρωτα. Βρίσκεται ακόμη μετά από δυο δεκαετίες με τα σημάδια του, καθηλωμένη σε μια φυσαλίδα του χρόνου που όλα είναι εκείνος.Εκείνη που μπορεί ακόμη να φορά τα μάτια του. Όσοι ακολούθησαν μετά ,ήταν σαν πένθιμοι εραστές. Ποτέ της δεν μπόρεσε με κάποιον άλλον να κοιταχτεί στα μάτια βαθιά και να φύγει από το σώμα της μπαίνοντας σε ένα άλλο. Αυτά είναι σκέψεις που δεν μπορεί να τους ανοίξει δρόμο στον ψυχοθεραπευτή της. Οι σκέψεις αυτές γίνονται λέξεις όταν κάθεται σε εκείνη την δερμάτινη πολυθρόνα. Λύνεται η γλώσσα και ο κόσμος ανοίγει. Φεύγει ο ψυχοπομπός που χρόνια την βασανίζει με την αόρατη παρουσία του. Πηγαίνει στο διπλανό δωμάτιο, εκείνος ξαπλωμένος, ζωντανός- νεκρός, απαθής και χλομός . Τα εγκεφαλικά επεισόδια τον βρήκαν από νωρίς. Αν κάτι αλλάξει στην φροντίδα του είχε πει ο γιατρός θα συμβεί το μοιραίο. Τόσα χρόνια ζει με έναν υποψήφιο νεκρό. Η θανατίλα δεν την επιβαρύνει περισσότερο εκτός του ότι δεν μπορεί να του μιλήσει για τον έρωτα και την αγάπη της για εκείνον. Του φτιάχνει τα σεντόνια. Τον κοιτάζει. Μάτια θαμπά σαν νεκρού ψαριού. Κι όμως* κάτι δευτερόλεπτα που τον κοιτάζει. βλέπει εκείνη την ερωτική σπίθα μέσα τους. Τότε λιώνει σαν κερί . Η καρδιά της ακουμπάει ουρανό. Γεμίζει με μια πρωτόγονη έκσταση, με έναν πυρετό σε όλο της το σώμα. Τότε λύνεται ο κόμπος και η γλώσσα χύνεται έξω της. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει. Τελευταία ούτε ο σκύλος τους τον πλησιάζει.. Κανείς δεν μπορει να καταλάβει. Μόνο εκείνος ο ψυχοπομπός που κατοικεί στο κίτρινο διαμέρισμα του έκτου ορόφου... - Ο ψυχοπομπός της δερμάτινης πολυθρόνας- Π.Σ

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2019


Κοιμόταν έχοντας στο στόμα την γραμμή της απώλειας. Θρυμματισμένοι κόσμοι αντέστρεψαν τα μάτια τους στο παρόν. Ταξίδεψε στην στιγμή που τα παιδικά χρόνια ήταν πλαστικά μανταλάκια ,χαλασμένα στο σχοινί από τον ήλιο. Έτρεχαν όλες της οι ζωές στριμωγμένες μέσα σε ένα βαγόνι τρένου που κυλούσε στις ράγες τρίζοντας σαν να ερχόταν από τον άλλο κόσμο. Το συριχτό του την ξύπνησε απότομα. Σηκώθηκε, ήπιε νερό , ήταν αδύνατον να κοιμηθεί. Στάλες ιδρώτα χάραξαν την πλάτη της. Φάνηκαν στο μέτωπο της. Το σπίτι της ήταν ορεινό, τον τελευταίο καιρό είχε γεμίσει τσιγάρα και σαχλούς κόλακες. Υπήρχε κάτι οδυνηρό σκέφτηκε, στην ατμόσφαιρα του σπιτιού. Την στιγμή που το σκέφτηκε ένας απαίσιος συριγμός ακούστηκε από τα βάθη του σπιτιού. Το σπίτι άνοιξε κι από μέσα του άρχισαν να βγαίνουν συνδεδεμένα με αιμάτινες κλωστές ενωμένοι όλοι οι θεατρικοί της ρόλοι , οι εραστές της και οι συμβιβασμοί. Το σπίτι άρχισε να χορεύει γύρω της σηκώνοντας σκόνες και αφήνοντας ουρλιαχτά σαν κάποιοι να καίγονταν μπροστά της. Η ζωή της ήταν * φώναζε η ζωή της πως δεν την άντεχε άλλο, δεν άντεχε ότι δεν έζησε. ΒΓήκε από το σπίτι τρέχοντας. Το είδε να γκρεμίζεται σαν να πέφτει χαρτί. Άρχισε να τρέχει. Μακριά από ότι την πλήγωνε και της κάρφωνε τις αλήθειες στα οστά. Το δέρμα της άνοιξε, σαν τους τοίχους του σπιτιού. Παντού αίμα και υγρά καθώς έπιανε τον εαυτό της. Ξύπνησε από το κλάμα της.. Όλα γύρω της ίδια όταν άνοιξε τα μάτια της. Κι ΄όμως* σαν να μην κοιμήθηκε ούτε λεπτό. Έλεγε πως υπέφερε από αυπνία. Αλλά αυτό που ήταν η αιτία ήταν πως όλα της τα πορτρέτα ζούσαν για την υπόληψη. Όλες οι δεκαετίες είχαν τον αράχνινο ιστό τους γύρω από την υπόληψη, σκλάβες , υπόδουλες για πάντα. - Αυπνία-

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019





Λένε ,πως είναι ντυμένοι με μαύρα και λευκά φτερά οι νεκροί μας, όταν πηγαίνουν απέναντι. Αλλά δεν είναι παρά ένα λιοντάρι που σκίζει την καρδιά μας ώσπου να καταλάβουμε πως δεν θα τους ξαναδούμε πια. Το λυπητερο τραγουδισμα του αηδονιού που λάμπει σαν δοξάρι κάτω απο μια ηλιαχτίδα. Ύστερα ο χρόνος απαλά, τους αφήνει νας μας επισκέπτονται στον ύπνο μας και να μας αφήνουν μηνύματα. Να μας γδέρνει στην πλάτη με τρυφερότητα ένα αόρατο μάτι. Πίνουμε μαζί τους κρασί και γινόμαστε δέντρα πριιν την φωτιά. Μα πάντα πίσω από το φέρετρο, ακολουθεί η μύγα. Στην αδελφική μου φίλη Μ.Τ για την απώλεια του πατέρα της. Ελαφρύ το χώμα.

Τις νύχτες ανάβεις κεράκια για τους εραστές που καίγονται και καντηλάκια για τους νεκρούς. Τις ημέρες περπατάς με τους αστράγαλους γεμάτους πεταλούδες. Και καθώς κάνεις ανάγνωση σε αυτά που παρατηρείς βρίσκεσαι στον βυθό. Ο βυθός θόρυβο δεν έχει, μόνο ξέρει, και γι αυτό είναι άγρυπνος. Αφήνεις μακριά την επιφάνεια που της αρέσει να κάνει κρότους. Της αρέσει να σπέρνει θύματα. Ο πόλεμος και η επιφάνεια σφυροκοπούν θανάτους. Έτσι έμαθες να φεύγεις. Να μην φυτρώνεις πουθενά. Να μην μπορούν να σε σπείρουν. Έτσι έμαθες να ζεις. Να ιππεύεις ανέμους. Να σαρώνεις και να σαρώνεσαι στις θύελλες.

Κυλάω μέσα σε ημέρες γεμάτες σύννεφα, τα σύννεφα ενώνονται με την θάλασσα, μπαίνω σε ένα σύννεφο που γελάει με νερό και πότε κλαίει, με το αυτοκίνητο περνώντας την χώρα, τα σύννεφα μπαίνουν μέσα από το ανοιχτό τζάμι, ντύνομαι σύννεφο και ονειρεύομαι με πάθος ένα πιάνο στην θάλασσα. Και τι δεν θα έδινα για ένα πιάνο στην θάλασσα..

Πικρόγλυκα εδώλια ανασαίνουν απαλά τον ήχο των αιώνων. Σκύβεις μαζί τους, ανεβαίνοντας τις αόρατες σκάλες. Καμία ποίηση δεν προηγείται του ανθρώπου. Ολα γυρνούν γύρω από το χάος. Γιατί καμιά συνθήκη δεν υπάρχει που να πιστοποιεί την ημερομηνία του θανάτου σου. Μονάχα αυτά που φτιάχνει ο άνθρωπος από ανάγκη και αγάπη. Ίσως για να εξημερώσει φευγαλαία τους προσωπικούς του δαίμονες. Ίσως για να ξεχάσει τον φόβο αυτού που ονόμασε μοίρα. Χώρα- Αμοργός