Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ 1. Η Άνοιξη 'Όταν σε συνάντησα, τα ηφαίστεια του κόσμου, έβρεχαν φωτιές Οι κομιστές του θανάτου παρέδιδαν πτώματα Εσύ μασούσες πέτρες , όχι όπως ο αρχαίος, ήθελες με αυτές, να ανοίξεις στο σώμα σου πληγές Να πέσεις στην θάλασσα σαν ένα βαρύ πακέτο Μιλήσαμε και έπαψες Σου έδειξα πως μιλούν στις γάτες, πως οι σκύλοι μπορούν να σου χαρίσουν χαμόγελο Χορέψαμε με τον ποιητή στο κίτρινο βιβλίο του, χορέψαμε με την φράση του πως η Ευρώπη είναι η συνέχεια του Βαραββά Κάναμε κουράγιο 2. Το Φθινόπωρο Είχες πάψει πια ,να θέλεις να εκδικηθείς τον εαυτό σου, μέσα από τους άλλους Είχες πει, αλλοίμονο σε αυτόν που θα μου ξυπνήσει τον θυμό μου Κάτι με έκανε να σκιαχτώ, αλλά ήταν μεγάλη η δίψα για ζωή κι αγάπη, αυτό πίστευα πως κι εσένα σου ήταν αρκετό Φυσούσαμε τα φύλλα από τα παγκάκια και ανάβαμε φωτιές στους άστεγους να ζεσταθούν Ατέλειωτη η ερημιά της πόλης γύρω μας Ο Λυκαβηττός έκλαιγε , έψαχνα πευκοβελόνες του νησιού να βάλω στα μάτια μου να μην βλέπω τα δάκρυα Μετά, σε στέκια μοβ και κόκκινα τραγουδούσαμε μαζί με την Μπίλλυ Γελούσαμε πικρά για όλους εκείνους που μετανάστευαν αλλού, πέρα από τον Νότο, ξέρναγαν χολή μέσα από φυλλάδες Αποικιοκρατών για την έρημη, κουτσή χώρα μας, το στήθος μας πλημμύριζε από αίμα μαύρο, αυτούς, το μόνο που τους ένοιαζε ήταν ένα γραφείο.. Μαζεύαμε πόνο και τον κάναμε χαμόγελα 3. Ο Χειμώνας Τον Χειμώνα, τον ονόμασα δεύτερη εποχή Έγραφες ακούραστα κι αγόγγυστα ποιήματα, τα διάβαζες σε αίθουσες ,που πολύ εύκολα, θα ονόμαζα ψυγεία πτωμάτων Άρχισα να σε βλέπω σαν νεκρό κι εσένα Κίτρινος σαν το θειάφι ,από φιλοδοξίες που με επιμέλεια έκρυβες κάτω από μια νωθρή ντροπαλότητα Τι μάταια όλα τούτα σκεφτόμουν, ζητούσα να διαβάσω ποιήματα των καταραμένων πίνοντας και καπνίζοντας Τότε άρχισες να μιλάς για τον Χριστό Σου μίλησα για τον Διάβολο του Μπωντλαίρ Αλλά εσύ άρχισες να μεταμορφώνεσαι σε ένα άμορφο πλάσμα , πνιγμένος στο θειάφι,και στριμωγμένος στις εκκλησίες, ταυτόχρονα άρχισες να απενοχοποιείς την ηδονή, μόνο για να σε βοηθήσει να γράψεις την λέξη μουνί, την λέξη πούτσος Τίποτε από τις ηδονές δεν ένιωσες Κατά βάθος μισούσες την γυναίκα Κι ήρθε η μέρα που σου είπα θα φύγω, θα πάω πιο Νότια, στα ελληνόφωνα χωριά της Σικελίας, να πιώ λιαστό κρασί και να μιλήσω με τις ρυτίδες των γερόντων Και τότε άρχισες να μασάς ξανά πέτρες.. 4. Το Καλοκαίρι Όταν άρχισα να τσουλάω επάνω στην θάλασσα, η ευεργεσία της γης, μου άνοιξε τα σπλάχνα Γινόμουν πάλι παιδί και γελούσα με τους γάτους και τους σκύλους Ταυτόχρονα έμαθα να κάθομαι στις καρέκλες όπως τα αηδόνια Είχα μάθει την γλώσσα των πουλιών συνομιλώντας με τους γέροντες , ήξεραν αυτοί γιατί ήταν πιο κοντά στον θάνατο Μασούσα τροφές που τους περίσσευε η αγάπη, έπινα κρασί που το χε φτιάξει με τέχνη ο ήλιος στα αμπέλια Τότε, μια μέρα που ήμουν μέσα στην θάλασσα, κι είχα ξεχάσει τον πόλεμο, τον Χριστό, την Ευρώπη, τον Βαραββά, ήρθε και με βρήκε ένα αηδόνι, μίλησα με την γλώσσα του ,μετά έκανα επισκεπτήριο απογευματινό στο κοιμητήριο των προγόνων μου, ήταν ηλιοβασίλεμα γλυκό, χυμένο πίσω από τα βουνά. Στο κοιμητήριο με βρήκε το αηδόνι κι άρχισε να μου θυμίζει τι είναι ο πόνος Πως πέτρες έριξες σε ότι αγάπησα προσπαθώντας να σκοτώσεις μου είπε, έτσι άνανδρα, έτσι όπως ένα φίδι τινάζει το δηλητήριο από το δόντι του, έτσι προσπάθησες να σκοτώσεις, ότι στην πραγματικότητα με στήριζε, ότι μου θύμιζε την δύναμη των δέντρων, ότι μου άπλωνε δύναμη να αντέξω τον ανίερο πόλεμο Με όπλα κι εσύ Με όπλα Οι νεκροί γύρω μου φώναζαν, τον Βαραββά, τον Βαραββά Τίποτε δεν άκουγα κι έπειτα έπαψαν, το ίδιο απότομα όπως ξεκίνησαν. Εκεί σε έθαψα Μαζί με τις πέτρες σου και τα ποιήματα σου Έπειτα σε έκαψα, χωρίς τελετές, χωρίς συγκινήσεις , σε σκόρπισα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι είπα να σε συγχωρέσει η άβυσσος και το κενό Ο Πλούτωνας κι οι Καρυάτιδες Μα ξαναθυμήθηκα χωρίς να θέλω, αυτός ήταν ο πόνος που μου χάρισες, πως ο άνθρωπος είναι μόνο σκατά, αίμα και υγρά Πότε πότε δανείζεται κάτι από τους αγγέλους, μα είναι τόσο ενοχικός από την φύση του που και τους αγγέλους τους ονομάζει μύθους Ας είναι. Έζησα. Μέσα στον πόλεμο επέζησα. Και κάνω τον πόνο λιβάνια και λέξεις και ρόδα με φύλλα εκατό Και γιατρεύτηκα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου