Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2016


Όταν ακούω τον Μάρκο ,λυγίζουν τα γόνατα και αναθαρρεύει η καρδιά μου, λευκές και κόκκινες ζαριές, εξάχορδες και τρίχορδες ,τεντώνονται στο μπουζούκι. Η φωνή του είναι η Ελλάδα, μια γυναίκα που τον πούλησε, μια Ελένη, γι αυτήν και για την πρώτη του γυναίκα έγραψε, μαύρες απλές,- γι αυτό σύνθετες εικόνες- κι άλλα χρώματα, σαν αυτά που παίρνει ο ουρανός όταν φεύγει ο ήλιος. Η ζωή του φτώχεια, φυλακές ,χασισάκι λάγνο και τεμπέλικο, να μαστουρώνεις να αδειάζει λίγο το στήθος σου από την στεναχώρια. Ο Μάρκος ήρθε από την Σύρα,ο Μάρκος γέννησε την αγιοσύνη της αμαρτίας και γεννήθηκε γι αυτήν, έγραψε τραγούδια με παρατσούκλια για να πληρώνει την διατροφή της Ελένης και ερωτευόταν σαν λιοντάρι τις άλλες που έδιναν υποσχέσεις με τα μάτια τους. Οι ρεμπέτες τότε ,διάβαζαν τα μάτια ,όπως οι τσιγγάνες διάβαζαν τα χαρτιά, οι σημερινοί άντρες διαβάζουν φορολογικές κλίμακες και κοιτάζουν σε πόσα μέτρα κάτω στην γη θα χωρέσει το κορμί τους, τυχερός ο Μάρκος που δεν πρόλαβε να ζήσει τα σημερινά και την κατάντια . Θα μαστούρωνε κάθε ημέρα, μα δεν θα έπαυε να είναι ρομαντικός, γιατί ρομαντικός είναι αυτός που ρεαλιστικά ζητά και ζει τα πάντα, ως το τέλος. Κι έζησε την αχαριστία της Ελλάδας όταν έπαθε παραμορφωτική αρθρίτιδα, έζησε δηλαδή εξαιτίας της, αυτήν την απολύτως συνηθισμένη κατάσταση που στην αδυναμία, σου όλοι σου γυρίζουν την πλάτη.. Και έβγαλε πιατάκι στις ταβέρνες ο πεντάχρονος γιός του που μαζί πήγαιναν ,γιατί ο ίδιος δεν άντεχε να ζητιανέψει.. Να ζητιανέψει, ποιός; Ο Μάρκος, ο ήλιος και το φεγγάρι της Σύρας, όλες οι γυναίκες κι όλοι οι άντρες μαζί μιας ολόκληρης εποχής και μιας Ελλάδας.. Ένα άγαλμα σε κοιτάζει στο νησί του , όπως όλοι που έγιναν αγάλματα μετά θάνατον.. Μα εμένα η καρδιά μου ζει με τον Μάρκο και τον πατέρα, μνήμες παιδικές, μνήμες εφηβικές, μνήμες σαν γυναίκα.. Με το κρασί και την φωνή του στα ταβάνια. Στις αυλές των ταβερνείων και στα αστροστόλιστα μάγουλα των ζωντανών.. Στα ραδιόφωνα και στα κυπαρίσσια. Στα νησιά τους Χειμώνες. Στα υπόγεια διαμερίσματα όπου πετούν οι κατσαρίδες με τα φτερά. ΌΠως αυτός που ετοιμάζουν τα σύγχρονα γραφεία- νεκροταφεία αυτών που δανείζουν να γίνει ο σημερινός έλληνας.. Αλλά όσο θα ακούμε Μάρκο θα γινόμαστε πουλιά με κόκκινες ουρές, όσο θα τραγουδάει ο Μάρκος το στήθος μας θα παίρνει ανάσες. Γιατί εκείνος , πολλές φορές έπεσε στα γόνατα αλλά πάντα σηκωνόταν. Και δεν υπήρξε ποτέ του ένας τζίτζικας γιατί άλλαξε δεκάδες επαγγέλματα από παιδί.. Και διάβαζε εφημερίδες καθώς τις πουλούσε. Ο Μάρκος ζει μέσα μας..ο Μάρκος είναι η ζωή που μας έχει στοιχειώσει.. -Δυο πρόχειρα λόγια στην μνήμη του Μάρκου, που σαν σήμερα πέθανε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου