Τρίτη 6 Αυγούστου 2019


Οι ψυχές που τσαλακώθηκαν γιατί πόνεσαν από την προδοσία, είναι πουλάκια με φτερά από μετάξι. Μαζεύονται γύρω μου και μιλούν ψιθυριστά μην με ενοχλήσουν. Μα τους μιλώ όσο γίνεται απαλότερα μην τρομάξουν. Περπατούμε μαζί στα μονοπάτια, πεταλούδες με τέσσερα μάτια μας τραγουδούν. Τα κρινάκια της άμμου, κατεβάζουν το κεφάλι τους και ύστερα το σηκώνουν με τόλμη μελλοθάνατου που ξέρει, στον ουρανό. Κι εγώ που δεν πιστεύω σε θεούς που τιμωρούν ή κάνουν θαυματα σκύβω την όψη μου και λέγω. Κύριε δώσε μου κι άλλο χρόνο να ζήσω ετούτον τον κόσμο τον αγγελοπλασμένο, άσε με να είμαι ηρεμίτης μέσα στην κοσμική ομορφιά μαγεμένη και ελεύθερη, σπίτι μας είναι όπου χτυπά η καρδιά μας χαρούμενη.

Πολλές φορές σκέφτομαι την λέξη συγγνώμη και προσπαθώ να της δώσω μια μορφή.Ένα χρώμα. Γιατί άραγε είναι μια λέξη που δύσκολα προφέρουν οι άνθρωποι; Ίσως γιατί νιώθουν πως έτσι αυτοματα θα προσφέρουν; Γιατί ετούτη η προσφορά ανοίγει πόρτες στην χαρά και την γαλήνη και κλείνει την καταπακτή του εγωισμού; Δεν ξέρω. Ξέρω πως ζητώ συγγνώμη για κάθε λεπτό που δεν ακούω με προσοχή τα τζιτζίκια, που δεν αφήνομαι στη θάλασσα με ευκολία, που δεν κοιτάζω με προσοχή τις ρυτίδες στα πρόσωπα των καλόγνωμων ανθρώπων, που δεν προσέχω το δέντρο που στέκεται γυρτό δίπλα στην εκκλησία σπρωγμένο από τον βοριά του Χειμώνα, που δεν γίνομαι ένα με την φύση και δεν πετάω με τον αετό επάνω από το φαράγγι . Εαν κάποιος γίνει ένα με κάποιο Κυκλαδίτικο τοπίο ,εύκολα θα καταλάβει την συγγνώμη. Γιατί χρειάστηκε πολύς κόπος από την φύση και πόνος να γίνουν οι Κυκλάδες, αυτές οι κόρες, οι πέτρινες να στέκονται γύρω γύρω στην θάλασσα και τον εαυτό τους. Πολύς κόπος να δουλέψει ο άνθρωπος κάτω από τον καυτό ήλιο να λαξέψει την πέτρα. Να κάψει τις πατούσες του στα βράχια να βγάλει αλάτι. Να οργώσει με το ζώο του το άγονο και να το κάνει να βγάλει καρπό. Να υπομονέψει να βγάλει η συκιά το σύκο. Να ωριμάσει, να γλυκάνει το σταφύλι. Να γίνει η ελιά λάδι. Να γλυκάνει ο άνθρωπος, αυτό το σκληρό, το σκληρότερο ζώο που έγινε έτσι όταν κατάλαβε τον θάνατο και άρχισε να γεμίζει με ερωτήσεις την ύπαρξη του που ήταν αδύνατον να απαντηθούν. Και αλλού να κατοικήσει αυτό το ζώο, σε άλλον πλανήτη, οι ερωτήσεις θα τον καταδιώκουν και θα τον σκοτώνει αυτό, πως είναι τάχα ο ΄πιο σπουδαίος που ήρθε στην γη από την θάλασσα. Προσωπικά ,αυτά τα νιώθω κάτω από το δέρμα μου στις Κυκλάδες, κι ίσως ειδικότερα στο νησί μου..

Φέτος έχω αποφασίσει ότι με χαλάει να το διώχνω. Οι κακές ειδήσεις φεύγουν από το παράθυρο. Οι άφιλοι φίλοι κινούνται σε άλλα σύμπαντα, εκτός του δικού μου. Η απόφαση μου να γίνω μέρος του τοπίου είναι επιτακτική. Η αυτολογοκρισία μου, πήρε πόδι. Τα αντιαισθητικά -εκτός της ρακέτας- που δεν μπορώ να συνθλίψω, πήραν κι αυτά πόδι. Δεν τα βλέπει το μάτι μου, δεν τα νιώθει η καρδιά μου. Την στιγμή που θα επιστρέψω στην ηλικία που οι νεκροί μου ήταν ζωντανοί και με γέμιζαν με την αγάπη τους κι εγώ ξέγνοιαστη έφτιαχνα καστρόσπιτα, εκείνη την στιγμή θα είμαι γεμάτη από το προσωπικό μου τοπίο. Στην ζωή δεν έχουμε πολλές ευκαιρίες να μπαίνουμε στο προσωπικό μας τοπίο εκτός από τους τόπους που η παιδική ηλικία ενυπάρχει με την ενήλικη σε μια αρεστή αρμονία..

Η Γιούζου έγειρε μέσα στην νεκρική αχλή του ραδιενεργού μανιταριού ενώ χιλιάδες φωνές έσμιγαν με την δική της. Ο θάνατος φανέρωνε στους άτυχους το πιο φρικτό πρόσωπο του μέσα σε εκρήξεις χημικής φωταψίας. Δεν προλάβαινε να χαιρετήσει τον αγαπημένο της, δεν προλάβαινε να φορέσει το κιμονό της ερωτικής παράδοσης, δεν προλάβαινε να αποχαιρετήσει τον γάτο της. Ένα θλιβερό αποτύπωμα σκόνης φώτισε τα πάντα κι ύστερα έπεσε μια θανατερή σιωπή. Όλα ε΄λαμπαν απόκοσμα, όλα έμειναν εκεί σαν σιωπηλές περσόνες που υμνούσαν τον θάνατο. Το βουβό κλάμα της φύσης έσμιξε με αυτό των ανθρώπων. Ότι αθώο κάηκε στην χρονοκάψουλα για πάντα. Η Γιούζου κοιμήθηκε προλαβαίνοντας να αφήσει ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της . Έτσι ήθελε να την βρει ο αγαπημένος της . Τον αγαπούσε πάνω από τις δυνάμεις της, πέρα από αυτό που λέγεται εαυτός. Πρόλαβε να σκεφτεί πως η στέρηση του εαυτούς της θα πλήγωνε ανεπανόρθωτα τον αγαπημένο της, πιο πολύ αυτό την πλήγωνε τώρα , όχι το τέλος της. Τα χέρια της σταύρωσαν σε ένα μικρό αγκάλιασμα μπροστά στο στήθος της σαν να αγκάλιαζε εκείνον και η υπόλευκη ατμόσφαιρα την τράβηξε αλλού, σε αυτό που ονομάστηκε θάνατος.. Το αποτύπωμα της Γιούζου

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019




Όταν ακούω το βουητό της καρδιάς κάποιου, τότε ξέρω καλά πως έχει πλήρη επίγνωση του πόνου.

Οι πτώσεις των αγγέλων κάνουν έναν ανεπαίσθητο θόρυβο, σαν αυτόν όταν πέφτει ένα φύλλο. Μια τέτοια ακοή σε καθιστά πολύ ευαίσθητο. Και αρκετά βαλλόμενο γιατί βλέπεις πίσω από αυτά που σε έμαθαν να βλέπεις. Τίποτε δεν ξέρεις για να γίνεις άνθρωπος. Αυτα που μαθαίνεις συνεχώς μετατοπίζονται για να έρθουν καινούργια. Κι αυτά που ξέρεις δεν έρχονται σε συμφωνία με αυτά που γνωρίζουν οι άλλοι. Λίγοι καταλαβαίνουν πόσο φως έρχεται μετά από το σκοτάδι.. Δεν μου αρέσουν οι κανονικοί άνθρωποι. μου χρειάζεται να αγαπάω, να αγαπάω τους ανθρώπους. Αυτούς που φωτίζουν τον κόσμο με την φωτιά τους. Ολοένα και περισσότερο αποβάλλω τον παιδικό εγωισμό μου, αυτόν της ιεραποστολής, της προστασίας των αδυνάτων, δεν χρειάζεται καμία ιεραποστολική διάθεση γι αυτό, αυτό γίνεται αυτόματα σαν το ανοιγόκλεισμα των ματιών.. Είμαι ο κανενας που επιτυγχάνει μια ειρήνη με τους εαυτούς του. Μου αρκεί για να ζω θαύματα. Να συναντώ δηλαδή ανθρώπους που κάτι μας συνδέει αόρατο και μας κάνει να βγάζουμε τις πανοπλίες μας. Και να γινόμαστε για λίγο ένα. Έπειτα φλογισμένοι και πιασμένοι σε μιαν ιδιαίτερη έκσταση παίρνουμε ο καθένας τον δρόμο του.Αυτή η έκσταση δεν μοιάζει σαν την φλόγα ενός αστεριού που χάνεται, κάτι μένει μέσα σου. Αγαπώ να αγαπώ. Ύστερα να με αγαπούν.

H γενικευμένη εκπολιτισμένη απάθεια της κοινωνίας της πόλης με σπρώχνει μακριά. Όλα τα εγκλήματα που κρύβονται ή περιγράφονται στα δελτία των ειδήσεων μου χαράζουν το συκώτι. Περπατώ στους δρόμους προσπαθώντας να τραβήξω λίγο ουρανό μέσα μου. Να ενδυθώ λίγο την ομορφιά των πτηνών και να φανταστώ τις γκέισες να σκουπίζουν απαλά την άσφαλτο με τα λεπτά κιμονό τους. Να γευτώ το θρόισμα ενός ρούχου ή ενός αρώματος ανέπαφο από την επιτήδευση. Το πρόσωπο μου όταν σκέφτομαι τέτοιες εικόνες αλλάζει. Νιώθω τους μύες του να ανεβαίνουν προς τα επάνω μαζί με τον τρόπο που εκθέτω τον εαυτό μου στους άλλους . Γεύσεις χαράς, μικρές χαρές που ενώνονται σε μια χρυσή κλωστή. Θέλω να ζήσω ελεύθερη. Να διατηρήσω την ελευθερία μου να φεύγω με το μυαλό μου και τις πράξεις μου να διατηρούνται απροβάριστες και να πληρώνουν το κόστος. Είναι το πιο γλυκό κόστος. Τα καράβια λικνίζονται και τρέχουν στο νερό. Πόσο άδικο να μην μπορούν να δουν τον κόσμο που υπάρχει από κάτω τους.. Θα έρθει μια ημέρα που τα καράβια θα βλέπουν. Και οι άνθρωποι δεν θα ξέρουν μονάχα τα συναισθήματα, θα γνωρίζουν την ανατομία των αισθημάτων..

Οι ψυχές που τσαλακώθηκαν είναι πουλάκια με φτερά από μετάξι. Μαζεύονται γύρω μου και μιλούν ψιθυριστά μην με ενοχλήσουν. Μα τους μιλώ όσο γίνεται απαλότερα μην τρομάξουν. Περπατούμε μαζί στα μονοπάτια, πεταλούδες με τέσσερα μάτια μας τραγουδούν. Τα κρινάκια της άμμου, κατεβάζουν το κεφάλι τους και ύστερα το σηκώνουν με τόλμη μελοθάνατου που ξέρει, στον ουρανό. Κι εγώ που δεν πιστεύω σε θεούς που τιμωρούν ή κάνουν θαυματα σκύβω την όψη μου και λέγω. Κύριε δώσε μου κι άλλο χρόνο να ζήσω ετούτον τον κόσμο τον αγγελοπλασμένο, άσε με να είμαι ηρεμίτης μέσα στην κοσμική ομορφιά μαγεμένη και ελεύθερη, σπίτι μας είναι όπου χτυπά η καρδιά μας χαρούμενη.

Παρασκευή 5 Απριλίου 2019



Είναι πολλά τα κοινά που με συνδέουν με τον παππού εξ Αμοργού. Ένα από αυτά είναι η θέση του ύπνου. Στην δεξιά μεριά, με το χέρι κάτω από το μαξιλάρι ,στην στάση του εμβρύου. Η καμαρούλα του ήταν μικρή, είχε μια κουρτίνα αντί για πόρτα κι ένα καντηλάκι που το άναβε κάθε ημέρα η γιαγιά. Τα μεσημέρια που κοιμόταν κουρασμένος από το μαραγκούδικο, άνοιγα την κουρτίνα και τον χάζευα πολλή ώρα. Ο ύπνος του θα τολμούσα να πω πως ήταν Παπαδιαμαντικός, γαλήνιος εξωτερικά και γεμάτος φουρτούνες μέσα του. Γιατί είχε πολλές φουρτούνες ο παππούς. Από το δέντρο των παιδιών του. Ήταν ψηλός και καθώς εγώ άλλαζα περσόνες μέσω ρούχων, κόκκινα κοτλέ παντελόνια στα 16 με παλτό Ιούνιο μήνα έτσι για σπάσιμο, ύστερα κελεμπίες και μετά ινδικές φούστες με δεκάδες βραχιόλια λόγω Τζόπλιν, εκείνος φορούσε αιώνια τραγιάσκα και την φανελα που φορούσε ο Βαμβακάρης.Κι όλοι οι άντρες των νησιών. Ύστερα ένα Καλοκαίρι φόρεσα το γιλέκο του με την ινδική φούστα. Ήταν σαν να έχω τον παππού επάνω μου και δεν με ενδιέφερε διόλου ότι ο κόσμος γέμιζε το κενό του σχολιάζοντας συνεχώς το ντύσιμο μου. Από ένα σημείο και μετά δεν ενδιέφερε ούτε εκείνον. Κι αυτό μου αρκούσε. Τις σπανιες φορές που ερχόταν στην Αθήνα ήταν οι πιο ευτυχισμένες στιγμές μου, σαν να ερχόταν το Καλοκαίρι μέσα στον Χειμώνα. Σήμερα τον θυμήθηκα και τον σκεφτόμουν έντονα, τόσο, ώσπου όλος ο οργανισμός μου έπεσε σε νιρβάνα. Σε κατάσταση Ζεν. Γέμισα από την ήρεμη ματιά του. Τα μάτια του,, μου θύμιζαν γιασεμιά. Ευωδίαζαν, ολόκληρος ευωδίαζε με αυτό που δεν έχει ο άνθρωπος της πόλης. Ο δικός μου παππούς ήταν ένας ποιητής με τον δικό του τρόπο. Αντί μαλώματος και ξύλου μου έλεγε ιστορίες με παραβολές που αυτοσχεδίαζε. Διάβαζε συνεχώς, άφηνα στο τραπέζι τάχα αφηρημένα βιβλία που τα διάβαζε το μεσημέρι και το βράδυ ώσπου να κοιμηθεί κάτω από το λιγοστό φως της λάμπας πετρελαίου- μέχρι Μπουκόβσκι και Κέρουακ διάβασε. Ήταν ο μόνος που είχε τελειώσει το σχολείο αλλά αυτό δεν λέει τίποτε, το σημαντικό είναι η ικανότητα αφήγησης του , η υπομονή και το χαμόγελο. Πως για τα βάσανα που του φορούσαν οι άλλοι σαν τα σαμάρια που έφτιαχνε ο ίδιος για τα γαιδούρια, δεν βαρυγκομούσε, υπέφερε από ιώβια υπομονή Κι όταν απαιτούσα να κάθομαι ολόκληρο γομάρι 19 χρονών στα γόνατα με χόρευε κουνώντας τα πόδια του και τραγουδούσαμε μαζί, νταχτι ρντι νταχιρντι νάτο νάτο το παιδί. Στην Αμοργό τότε, δεν είχαμε φως ούτε λιμάνι, είχαμε όμως παππούδες που στο μισό τους πρόσωπο έλαμπε ο ήλιος και στο άλλο μισό το φεγγάρι. Ισορροπίες χωρίς άσκοπα λογοπλαστικά τερτίπια κι επίδειξη δύναμης. Δεν τσακώθηκε ποτέ παρά μόνο με την γιαγιά μου. Κι όταν ερωτευόμουν μου έλεγε απλά, το προσωπάκι σου λάμπει σαν να καταπιες ήλιο. Και γελούσαμε για την επικοινωνία χωρίς λέξεις γιατί η καρδιά γελούσε. Η καρδιά γελούσε. Θυμάσαι την τελευταία φορά που γέλασε η καρδιά σου;

Πόσο πιο απλή κι ωραία θα ήταν η ζωή αν δεν υπήρχαν ψέματα του τύπου ( να ακυρώσουμε το σημερινό μας ραντεβού, είμαι λίγο αδιάθετος-η, να τα πούμε την άλλη εβδομάδα), φυσικά δεν τα λένε ποτέ, ( θα μιλήσουμε, θα περάσω να σε δω) ( είσαι πολύ όμορφη, είσαι θεά) (α, μα ήσασταν εξαιρετική στην παράσταση) (ειλικρινά σας θαυμάζω) ( θα φτιάξουμε την χώρα σαν να είναι ένα σπίτι για τους πολίτες της) (εμεις θα σας σώσουμε) (Α! Εγω ζω για την ποίηση ) (Θα σε αγαπώ πάντα) (Είσαι ότι πιο όμορφο μου έχει συμβεί) (Δεν με νοιάζουν τα λεφτά) (ότι έφτιαξα στην ζωή τα έκανα μόνος μου) ( Δεν έχω πειράξει μυρμήγκι) Επίσης η ζωή θα είχε αξία αν η αλήθεια ήταν συνειδητοποιημένο από όλους, πως είναι πολλά κομμάτια κι όχι ένα. Θα ήταν όμορφη η ζωή αν το ψέμα ήταν τέχνη και κομμάτι της τέχνης κι όχι μια πικρή αηδία γεμάτη κοινοτοπίες και απόλυτα προβλέψιμες εξελίξεις. Η ζωή για τα γατόνια και τους γυριστρούληδες είναι μια απόλυτα προβλέψιμη ιλαροτραγωδία. Γι αυτό κοπιάζουν διπλά στο να ζήσουν όμορφα. Το να προστατεύεις τον εαυτό σου από τον μη σπαταλημένο χρόνο είναι σήμερα διατριβή.

Κάποιοι προσπαθούν να μας πουν πως η ποίηση και η δημοσιογραφία είναι ένα μεγάλο κρεβάτι που χωράει πολλούς. Ανταμώνουν, χωρίζουν , ξεπαστρεύονται και ξεπαστρεύουν, αντιπαθούν και μισούν ή ερωτεύονται σύμφωνα με τους καπνούς της φωτιάς ενός Ινδιάνου κάπου στο υπερπέραν. .... Οι συμπάθειες καλλιεργούν τις φιλοδοξίες και καλωπίζουν τους υπόγειους θυμούς και τα απωθημένα. Δεν θα αναφέρω τι είναι η ποίηση , αυτό το αφήνω σε δεκάδες ειδήμονες που τα τσούζουν παρέα και τα στέκια τους ακούνε τις μπαναλ ιστορίες τους. ............ Γενικά, πήξαμε από ποίηση, ίσως να βγει και κάτι καλό αλλά πρώτα χρειάζεται να φυγει η σαπίλα. Αυτή που βρωμάει και ζέχνει μοιράζοντας στις κουβέντες τις προσωπικές ιστορίες των άλλων. Οι καλοδιατηρημένοι στον πάγκο ξερνούν όπου βρούν, μαζί με τις προστατευμένες και τους προστάτες τους. Και βγάζουν στην γραμμή όποιον τους γελάσει το μάτι ή χαριεντιστεί μαζί τους ή ζεστάνει και λίγο το κρεβάτι τους. Αλλά αυτό αφορά αυτούς και τους άλλους.Δεν είναι τα σεντόνια το θέμα, το δέρμα είναι. ............... Και πήξαμε και βρωμίσαμε με δημοσιογράφους που δεν είναι δημοσιογράφοι αλλά κίτρινα φύλλα που καλύπτουν τις κρεβατοκάμαρες και λειτουργούν σαν καθρέφτες σε επιδείξεις σεξιστικής δύναμης ή αδυναμίας, οφθαλμοπόρνοι που στήνουν μια προσωπική συνέντευξη -συζήτηση για ένα χτύπημα κάτω από την μέση για συγκεκριμένα πρόσωπα. ................. Δεν με ενοχλούν οι βωμολοχίες, με ενοχλούν οι κιτρινοφυλλαδίτες ,οι σεξιστές, οι φαλλοκράτες,οι εξουσιομανείς, οι φασίστες, οι οφθαλμοπόρνοι που πάντα έτσι κι αλλιώς υπήρχαν στην πολιτική και τα γράμματα. Έχει σημασία τι τονίζεις και τι βάζεις με μεγάλα γράμματα και τι σε εισαγωγικά. Τι θες να αναδείξεις στην φυλλάδα σου. Σιχάματα του είδους, ανθρωποειδή. Δεν θα συμμετέχουμε στο μεγάλο σας κρεβάτι. ...................... Υπογράφω ως πιστή αναγνώστρια από 12 χρονών και μόνον. Ας ξεχωρίσει η ήρα από το στάρι.

Δεν γίνεσαι ποίημα από ανάγκη. Γίνεσαι την στιγμή που γίνεσαι μέρος του κόσμου. Είσαι το όλον και μαζί ένας σπόρος. Ο σπόρος γίνεται ο κόσμος. Ένα ποίημα μιλάει τον κόσμο. Ξέρεις πόσο επικίνδυνο είναι να γίνεσαι ποίημα. Αλλά από την στιγμή που το βιώνεις δεν μπορείς να το αποφύγεις. Γιατί μεγαλύτερη έκσταση από αυτόν τον κίνδυνο δεν υπάρχει. Ίσως να είναι η ίδια ,την ώρα που γεννιέσαι, απλά δεν το θυμάσαι.

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019


'Έρωτας είναι η πτώση στο κενό χωρίς κρότους. Έρωτας είναι αυτό που δεν παίρνει αναβολή. Είναι μια διαδικασία χωρίς όρια και όρους. Είναι ένα γεγονός που σε καθιστά εκτός του κοινού ενώ ο πληθυντικός αριθμός γίνεται ένας χωρίς το εγώ.. Ζητάει θαυμασμό, επιθυμία κι αμέτρητες νύχτες με τα άστρα καθηλωμένα στους οφθαλμούς. Είναι εκείνο το δαιμόνιο που κάνει τον άνθρωπο να απωθεί την κτηνώδη φύση του και να υμνεί την ομορφιά. Ποτέ άλλοτε ο άνθρωπος δεν νιώθει τόσο άτρωτος μα και τόσο τρωτός ταυτόχρονα... Πολλοί μπερδεύουν τον έρωτα με την καψούρα, η καψούρα ξεχνιέται ,ο έρωτας έχει μνήμη. Υπάρχουν κι οι γελοίοι έρωτες, αυτοί που έχουν προδιαγραφές για κλάματα και τελειώνουν θορυβωδώς. Ο έρωτας δεν είναι ανόητος, έχει βλέπεις μέσα στον πυρήνα του την αθανασία. Οι ανέραστοι από φύση και θέση συνηθίζουν να είναι τυφλοί μπροστά του, τον εκδικούνται παριστάνοντας στον ίδιο τους τον εαυτό πρώτα και μετά στους άλλους πως είναι ερωτευμένοι. Ναι, ο καιρός που διανύουμε είναι αντί ερωτικός αλλά ο μέγας ερωτικός γράφτηκε κι έζησε με λαμπρότητα. ¨οποιος δεν κάηκε και δεν θάφτηκε από έρωτα , δεν ένιωσε ποτέ πόσο ψηλά μπορεί να πετάξει το ανθρώπινο όν.. Και παραμένει σαν να είναι τυφλός στην γη.. Ο έρωτας υπάρχει πριν την ανθρώπινη ιστορία.. Κι έχει μονο μύστες..

Αυτό που μένει από έναν θάνατο, είναι η φήμη κι όχι η υπόσταση. Η κακή φήμη ταξιδεύει με ταχύτητα φωτός Ενώ η καλή, περπατά με την ταχύτητα της χελώνας. Εκείνο που μένει μέσα στην ζωή είναι πόσες φορές συναντήθηκε κάποιος με την ευγένεια και αν κράτησε τον εαυτό του μέσα σε αυτήν πληρώνοντας τα κόμιστρα. Από ένα σημείο και μετά, αντιλαμβάνεται κανείς πως διατηρώντας αυτή την ευγένεια ξεκόβει από τις φιλοδοξίες, την ματαιοδοξία και την ανάγκη της αναγνώρισης. Αλλά από την μη ανάγκη αυτών διακρίνεται ολοκάθαρα η ελευθερία και η αυτονομία της ανθρώπινης ύπαρξης..

Για τους πολύξερους , τους κατά φαντασίαν ψυχικά υγιείς, τους ελιτιστές της βλακείας , τους πολύ νωρίς στα φύκια για μεταξωτές κορδέλες, τους σκάβω τον λάκο σου μέρα παρά μέρα αλλά ψάξε ψάξε θα με βρεις, τους εικονικές πραγματικότητες με διακόσια φίλτρα σε μπαλκόνια μέχρι τουαλέττα, τους αναιδείς μέχρι βαρεμάρας, τους κριτές της πολιτικής ακρίδας, τους αβασάνιστα ετοιμόλογους προς τέρψιν του πλήθους, των ηδονιστών του κάνω φασαρία άρα υπάρχω, τους έχοντες φαγωθεί με τον Λάνθιμο, τους εσύ φταις για όλα και μόνον, τα ψώνια και τους ψεύτες από γέννηση, τους επιτηδευμένους , τους κάθε ημέρα φωνάζω πόσο καψούρης είμαι, τους κοίταξε με , κοίταξε με ,τους θα σε εκδικηθώ μέχρι θανάτου μόλις μου βάλεις τελεία, τους κατακριτές των πάντων, τους δες πόσο όμορφος και πόσο έξυπνος είμαι ρε, τους σόρρυ,δεν σε βλέπω, είσαι κάτω από την μύτη μου,τους ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε, τους ανίκανους να γκρεμίσουν μια φορά τον εαυτό τους και να τον σώσουν, τους φασίστες, τους αγνώμονες και τους ένα επείγον περιστατικό προς εγχείρηση πνευματικής και συναισθηματικής χολής, τους φαντασία μου πλανεύτρα δεν είσαι όμως ψεύτρα, τους με απέρριψες σεξουαλικά είσαι πατσαβούρα, γι αυτούς και γι άλλους τόσους men, για όλους υπάρχει ένας JOKER

ίσως αυτή η γκρίζα εσάρπα της πόλης απομακρυνθεί με το άρωμα των ζουμπουλιών. Ίσως αυτή η πεταλούδα στην κουπαστή της βεράντας ξαναέρθει. Θα κρατιόμαστε από το χέρι και θα γελάμε σαν έφηβοι. Θα ζωγραφίζω χαμόγελα στον καθρέφτη στο ασανσέρ. Θα θυμηθούμε ότι η εφηβεία υπήρξε αλλά μπορεί και να ξαναυπάρξει. Πως η ζωή μια φορά σε φωνάζει με το όνομα σου. Θα διατηρείς την συγκίνηση σαν κάτι μοναδικό. Και τίποτε δεν θα υπάρχει σαν ψεύτικη υπόσχεση. Κι ίσως υπάρξει μια αμοιβαιότητα στον τρόπο που θα κοιτάζουμε τους άλλους να προσπαθούν να κρατηθούν στην επιφάνεια. Και θα σε φωνάζω με ινδιάνικα ονόματα. Αυτός που χορεύει με τους λύκους. Αυτή που μιλάει με τα παιδιά. Κι ίσως να είναι περισσότερες οι ημέρες που θα ξυπνάμε χαρούμενοι. Από την Άνοιξη που έρχεται.
Της μιλάει μια γκέισα μέσα στο κεφάλι της, σκύβει να την βγάλει κι εκατοντάδες νούφαρα σκαλώνουν στον λαιμό της, λαμπερές φόνισσες οι αντανανακλάσεις του ήλιου της δείχνουν καθαρά πως ότι δεν καταλαβαινουν οι άνθρωποι συνήθως το καταδικάζουν, μα εκείνη ξέρει* γίνεται ο ενδιάμεσος του κόσμου που γνωρίζουμε και εκείνου που απλά υποψιαζόμαστε πως υπάρχει. Της το λέει μια γκέισα και τόσοι άλλοι. Η αντίληψη που έχεις για τον κόσμο μπορεί να σε κλείσει σε ένα μικρό δωμάτιο ή μπορεί να σε οδηγήσει σε κάτι που δεν ορίζεται από το σώμα σου. Εύκολα ξεχνούν εκείνους που βλέπουν με τα άλλα μάτια, δεν είναι ικανή όμως η λήθη να τους σκοτώσει.. Με απέραντη αγάπη στην Φανή