Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Τα αρμυρίκια, γλείφουν με το θρόισμα του αέρα απαλά τους γλουτούς μιας γυναίκας που θα μπορούσε να είναι γάτα, η άμμος στάζει χρυσάφια, τα μικρά βότσαλα κινούνται ανάμεσα στα μικρά ψάρια σαν κατάσκοποι. Κοιτάζω τις επιδερμίδες, χαιδεμένες κόρες από τον 'ηλιο, ακολουθώ έναν άλλο δρόμο από εκείνον της πόλης, είναι αυτός της βραδύτητας. Κινούμαι αργά, ανάμεσα στα χείλια ενός κοχυλιού, φυσάω στόματα που ξεχνούν τις λέξεις, τα αυστηρά νοήματα τα θάψαμε εδώ πέρα, τις ιδεοληψίες, τα ψώνια που κινούνται γύρω από το εγώ τους, εδώ ανασύρουμε τους μύστες των αισθήσεων και μιας αισθητικής που περιέχει θάλασσα. Η βραδύτητα, αυτή είναι τώρα η μητέρα μου. Λυπάμαι όλους αυτούς που ζουν με την ιδέα της ανάπαυλας της συγκίνησης. Μαζεύω μικρές μαύρες πέτρες, τις βάζω δίπλα στο κραγιόν μου που στάζει κοράλλια, θα τις χαρίσω κάπου που θα αγαπηθούν. Εδώ έχω φίλους από χρυσάφι, εδώ κοιμάται ο πατέρας μου, ο παππούς, η γιαγιά μου κι ο αγαπημένος φίλος μου. Εδώ τους μιλάω σαν μύστης της βραδύτητας. Και γλιστράω σαν μετάξι στα δάχτυλα ενός άγνωστου θεού. Μεταξένιες ημέρες

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου