Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2015


όταν με πήγαν στον παππού και με άφησαν να με μεγαλώσει, είχα πεταλούδες στο στομάχι, ήταν από αυτές που γέμιζαν με φόβους την καρδιά , η καρέκλα μόνη της ,στο κουζινάκι, μου προκαλούσε δάκρυα, γιατί ένιωθα την μοναξιά της και την βαριά της εγκατάλειψη, τις νύχτες κατάπινα γλυκόπικρα δάκρυα για ότι έστεκε μόνο και ξένο, αθώρητο θα έλεγες, από την ομορφιά της ζωής που απλά την διαισθανόμουνα έξω, 'όμως σιγά σιγά, ο παππούς αν και δάσκαλος, κατάφερε τις πεταλούδες αυτές κάπως να διώξει, δίχως διδασκαλίες και κουβέντες μακριές, έξω στην αυλή, κάτω από έναν γέρικο πεύκο έπαιζε βιολί, κι ήταν το βιολί χρώματα κι ηλιοτρόπια στα παιδικά μου μάτια, έβλεπα τις νότες να καρφώνονται στα κλαδιά και να με κοιτούν σαν παρατηρητές, κι ύστερα άρχισα να αγγίζω αυτό που φάνταζε σαν ζωή, κάτι είχε το βιολί εκείνο και μου έδιωχνε τα μάγια, σαν μάγια είναι ένα παιδί να νιώθει βαριά μοναξιά , σαν να είναι ενήλικος, όταν τον θυμάμαι ανακαλύπτω πως έχουμε τα ίδια μάτια και το ίδιο πείσμα, και σαν μεγάλος άντρας τώρα πια ξέρω, ξέρω πως υποφέραμε από τις ίδιες πεταλούδες.. κι όταν ακούω βιολί ταυτόχρονα αισθάνομαι παιδί και άντρας... -το βιολί του παππού- υγ.αυστηρά αφιερωμένο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου