Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Bατνάζ

Στην ξύλινη μεγάλη σάλα, ένα πιάνο με ουρά,
χελιδόνια μελωδικά, έπαιζαν με τα μαλλιά της ,κάθε φορά που έπαιζε η Βατνάζ.
Η γυναίκα με το φουστάνι στο χρώμα του σκοτωμένου κερασιού.
Το πιάνο, όπως κάθε μουσικό όργανο, την διάβαζε σε βάθος,
ήξερε πως υπέφερε από μοναξιά.
Κι όταν χρειάστηκε κούρδισμα, άκουσε την καρδιά της γυναίκας να σπάει σε πολλά κρύσταλλα,
ήταν η όψη του κουρδιστή που της...
ξύπνησε τον πόθο.
Κι άγριες, οι νύχτες πιά, στην ήσυχη κάμαρα.
Και κάθε νύχτα ξεκουρδιζόταν μονάχο του.
Κι έγιναν οι επισκέψεις του κουρδιστή καθημερινές.
Κι ο έρωτας ένα φαινόμενο αμοιβαίο.
Το σπίτι άλλαξε χρώμα κι εκείνη είχε στα χείλη πάντοτε κόκκινο χρώμα.
Κι ενώ ο έρωτας άρχισε να αλλάζει τις ως τότε, περιορισμένες διαστάσεις,
και να τις επεκτείνει,
το πιάνο άρχισε να υποφέρει.
Πρώτη του φορά κατάλαβε την μοναξιά του.
Απέραντη ήταν η θλίψη του, σαν ενός αηδονιού που χάνει την φωνή του.
Και σαν κάθισε η γυναίκα να παίξει ακουμπώντας τρυφερά τα πλήκτρα του, σιγή παγωμένη.
Η σάλα άδεια από νότες μαγικές.
Ούτε η γυναίκα, ούτε ο άντρας κατάλαβαν τι ακριβώς συνέβη κι έπαψε το πιάνο.
Απασχολημένοι καθώς ήταν με τον έρωτα τους.
Ο ερωτευμένος είναι εξάλλου ο μεγαλύτερος εγωιστής...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου