Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

ΗOTEL HΡΑ

Το κουρασμένο καράβι φτάνει στο λιμάνι, ξεχύνονται από την κοιλιά του κατάκοποι οι ταξιδιώτες.
Είναι έξι το πρωί.
Η χειμωνιά απλώνει το σάλιο της παντού.
Στο ξενοδοχείο το αρχαίο, δυό ταξιδιώτες κλείνουν δωμάτια.
Αυτός έχει το νούμερο επτά. Η γυναίκα το νούμερο εννιά.
Κατέβηκαν σε τούτο το λιμάνι τυχαία, με σκέψεις λαθραίες και βουβές.
Με σιωπή, οι σκέψεις, απλώνουν την βλέννα τους μπροστά στα μάτια τους, να μην βλέπουν καθαρά.
Όπως ο γράφων κι αυτοί γοητεύονται από αυτό, το να μην βλέπεις καθαρά.
Υπέροχοι τεράστιοι δρόμοι με άσφαλτο ξεδιπλώνονται μπροστά τους.
Κι άλλοτε σοκάκια που βράζει το γιατσέντο.
Το σούρουπο, που έχουν ξεκουραστεί, απλώνουν τα μάτια τους μπροστά στην θάλασσα.
Αυτή, ήσυχη και γόνιμη, απλώνει πεταλούδες ασημιές.
Η γυναίκα σκέφτεται πως η Ήρα ανέχτηκε τις απιστίες του Δία εξαιτίας του Κρόνου και της Ρέας.
Ο άντρας σκέφτεται πως τις ανέχτηκε γιατί ένιωθε το γυναικείο σχήμα της απαξιωμένο.
Περπάτησαν τυχαία μαζί.
Αυτή ήταν μια γυναίκα που μόλις είχε εγκαταλείψει τον πλούσιο σύζυγο στην κοίτη του βελούδινου καναπέ, χρώματος σκούρο πράσινο.
Αυτός έγραφε. Αυτή ήταν η δουλειά του.
Το ξενοδοχείο είχε το όνομα Ήρα.
όταν βρέθηκαν την νύχτα σε μια ταβέρνα κάθισαν απέναντι ο ένας στον άλλο.
Δεν είχαν καμμιά επιθυμία να γνωριστούν βαθύτερα.
Απλά μιλούσαν όλη την νύχτα έχοντας εκείνη την μεμβράνη στα μάτια.
Κι ότι έλεγαν ήταν πιό όμορφο από αυτό που ονομάζεται πραγματικότητα.
Κι ενώ ο έρωτας, τους άγγιζε το μέτωπο σαν μικρή πρασινοκόκκινη φλόγα, συμφώνησαν σε αυτό.
Να ταξιδεύουν ο καθένας χώρια.
Να κατεβαίνουν στα λιμάνια στην τύχη, χωρίς να υπάρξει πριν συννενόηση.
Και όταν τυχαίνει να βρίσκονται να μιλούν και να κάνουν ότι θέλουν έτσι.
Χωρίς να βλέπουν καθαρά.
Αυτήν την καθαρότητα θα την έβρισκαν όταν πια δεν θα μπορούσε το σώμα τους να κάνει αλλοιώς...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου