Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2012

Η επιστολή που δεν δόθηκε ποτέ

Αγαπημένε μου Γκρικόροβιτς,
χάρηκα τόσο πολύ που βρήκα τρόπο να σας στείλω αυτήν την επιστολή, αλλά λυπήθηκα βαθύτατα που η άσχημη τύχη μου ήταν η αιτία να με βρείτε μπροστά σας, σε τούτο τον άσχημο χώρο και σε αυτές τις φρικτές συνθήκες.
Ποτέ δεν φανταστήκαμε όταν είμασταν έφηβοι πως θα μας τα έφερνε έτσι η ζωή, πως θα ξανασυναντιόμασταν έτσι κάτω από αυτές τις φρικτές συνθήκες.
Θυμάστε; Σπουδάζαμε ιστορία  τέχνης και με κοιτούσατε στο διάλειμμα με εκείνα τα μελιά σας μάτια. τόσο βαθιά, νόμιζα πως θα μου έσκιζαν την καρδιά αγαπημένε μου Μακάρ, νόμιζα πως μπορούσα να κάνω μια άλλη ανάγνωση του κόσμου από μέσα τους, αλήθεια, αυτό νόμιζα.
......
Οι παράξενες συνθήκες της ζωής μας πάντα μας δοκίμαζαν εμάς τους δυό.
Πάντα βρίσκαμε ο ένας τον άλλο στο επόμενο σκαλοπάτι, στην επόμενη στροφή, στο επόμενο λαχάνιασμα από το τρέξιμο να προλάβουμε το μικροαστικό μέσο που θα μας μετέφερε στην τρώγλη μας.
Ήταν πάλι τότε, τότε που με είδατε ολότελα τυχαία καλεσμένος από τον Μιχαήλ στην σχολή, τότε που ταράχτηκα βαθύτατα σαν σας είδα μπροστά μου ενώ πόζαρα γυμνή για τους φοιτητές.
Μετά από τόσον καιρό και η μοίρα θέλησε να με βρείτε μπροστά σας γυμνή.
Ήταν πιό πολύ για την τέχνη πιστέψτε με, πιό πολύ γι αυτό, παρά για τις όποιες φιλοδοξίες όπως με κατηγορήσατε τότε.
Με βρίσατε, με ακολουθήσατε σαν σκιά, βρήκατε την τρώγλη που ζούσα, μου τραβήξατε τα μαλλιά, δεν κατάλαβα τότε πως ήταν από την ζήλεια, νόμιζα πως ήταν από μια θλιβερή επίδειξη ηθικής εκ μέρους σας.
.............
Αργότερα βρέθηκα στην αγκαλιά σας, μετά από εκείνη την γιορτή του αποχαιρετισμού, τότε που κατέρρεε όλη η Χώρα, ο Μιχαήλ έκλαιγε στην αγκαλιά σας, θυμάστε;
Είχαμε ήδη πάρει την απόφαση να φύγουμε μακριά, από τους εαυτούς μας, τους δικούς μας, την μοίρα την κακιά μας για κάποια άλλη καλύτερη.
Η στέπα γυμνή ήταν η χώρα, σαν την παλάμη μας με τα δαχτυλικά αποτυπώματα.
............
όταν μπήκα στο τρένο αγαπημένε μου το χιόνι έτσουζε τα μα΄τια, το πρόσωπο μας ήταν μια λευκή μάσκα, η αγωνία για το τι θα βρούμε ήταν φανερή.
Οι ελάχιστοι σπασμοί στην επιδερμίδα μας δεν 'αφηναν τα περιθώρια να καταλάβει κάποιος τι σκεπτόμασταν.
Το στομάχι μου έκαιγε από την αγωνία.
Η αγία Πετρούπολη πίσω μου θρηνούσε στα γόνατα. Η Μόσχα έπινε χωρίς τέλος, προσπαθώντας να ξεχάσει για λίγο την τεράστια λύπη της.
.............
Την επόμενη μέρα κατάλαβα από τον πρώτο σταθμό μας τον ακριβή προορισμό μας.
Λίγο πολύ τα ξέρεις αγαπημένε μου.
Με βρήκατε,-θεέ μου τι έχω πάθει, δεν ξέρω σε ποιό χρόνο να σας μιλήσω-, σε εκείνο το απαίσιο σπίτι , μύριζε σκατά, κάτουρο και σπέρμα.
έπεφταν πάνω μας, και για πρώτη φορα, λατρεμένε μου, για πρώτη φορά κατάλαβα το κτήνος που κρύβει ο άνθρωπος μέσα του.
Κλωστές από σπέρμα κυλούσαν από τα μπούτια μας κάθε τρείς πέντε ώρες.
Κλωστές από αίμα και σπέρμα.
Μας είχαν κάψει τις παλάμες μια βδομάδα πριν έρθεις εσύ με τους δικούς σου να λευτερώσετε την Άννα.
Δεν είχα δακτυλικά αποτυπώματα, άρα δεν ήμου τίποτε, ήμουν η καμμία.
Ο ουρανός ήταν χαμηλός, το κρύο άσπριζε τα χείλια μας και το φεγγάρι έσταζε έξω από τα σφραγισμένα παράθυρα, όμως εγώ προσπαθούσα λατρεμένε μου, ξανθό μου περιστέρι, να κρεμαστώ από τα κάγκελα έξω, να δώ τις φλούδες του φεγγαριού να ξελπύνω τον πόνο και την ντροπή μου.
Δεν είπα οργή.
Αυτό το ένιωσα σαν σε είδα να ξεπηδάς από το πουθενά, ένας ξανθός, λευκός άγγελος είπα, ένας άγγελος που μαζί με άλλους εξαγριωμένους αγγέλους ρίχνατε σφαίρες στους βασανιστές μας.
Μια κρύα λεπίδα κάρφωσε την καρδιά μου λευκό μου φτερό, μια παγωμένη ματιά του θανάτου όταν σε είδα πίσω από τους πυροβολισμούς,
έπεφτε ο ένας μετά από τον άλλο και ρυάκια αίματος έβαφαν τους τοίχους κι εμάς, εμάς, που μισόγυμνες στην γωνία σαν μικρά πονεμένα ζώα κοιτάζαμε τους σκοτωμένους να πέφτουν σαν γραμμές.
Σαν τις γραμμές της αγγελόσκονης πολύτιμε μου, που μας ανάγκασαν να τραβάμε, τσακ, τσακ, τσακ, τσακ, κάτω. Κάτω. Τσακ, τσακ, τσακκκκκκκκκκκκκ.
Σε είδα να φωνάζεις την Άννα. Με κοίταξες με περιφρόνηση.
Έκρυψα τα στήθια μου με το βρόμικο σεντόνι, μα πρόλαβα να δω εκείνη την περιφρόνηση.
(Δεν έφταιγα εγώ), σου είπα.
( Εσύ ποτέ δεν φταίς, αλλά πάντα στα σκατά σε βρίσκω), είπες αγαπημένε μου κι έψαξες για την ΆΝΝΑ.
Εκείνης δεν είχαν προλάβει να κάψουν τα δακτυλικά αποτυπώματα, ούτε τα ξανθά της μαλλιά  μαύρα όπως εμένα.
Δεν περιμενατε να βρείτε τόσα κορίτσια, μπουκάρατε μόνο για την Άννα.
Φύγαμε κι εμείς σαν κυνηγημένες σκιές στα σκοτάδια.
Πάντα πίστευα πως όλη αυτή η επιχείρηση που έγινε κι αφού φαινόσουν ο αρχηγός ήταν γιατί την αγαπούσες.
Αργότερα σε κάποιο στριπτηζάδικο έμαθα από την ίδια πως το έκανες για να βοηθήσεις τον φίλο της, από υποχρέωση γι αυτόν διακινδύνεψες λατρεμένο φως μου, πάντα για τους φίλους έδινες την ψυχή σου....
.......................
Αγαπημένε μου, όταν μπήκατε στο μαγαζί που χορεύω ήμουν λίγο ζαλισμένη, ήμουν λίγο χαμένη, ήμουν χαμένη Μακάρ, γιατί αυτό το όρθιο αντρείκελο ο <<Ντόγκυ>>, αυτό το όρθιο κτήνος είχε γονατίσει την Λένα και είχε ανοίξει το παντελόνι του και της έλεγε να του πάρει πίπα, η Λένα όμως δεν ήθελε, είναι έγκυος, σύντομα θα φύγει από εδώ μέσα, (θα σου πάρω εγώ, τι θέλεις; άφησε την), ούρλιαξα, (σκασμός), είπε, (σκασμός να μην ακουστούμε έξω, εγώ πίπα θέλω, δεν με νοιάζει ποιά θα μου κάνει).
Τέλειωσε βρίζοντας αγαπημένε μου Μακάρ,
λυπάμαι που στο λέω έτσι, αυτό είναι, αυτό είναι όμως,όταν μπήκες πίσω από τις κουρτίνες κι είπες συγνώμη, πρόλαβα και ειδα το ωραίο σου πρόσωπο.
Όταν αυτός βγήκε έξω ήθελα να πεθάνω.
Χανόμαστε και βρισκόμαστε λευκό μου γεράκι κι είναι πάντα ανάμεσα μας ένας πόλεμος.
Είναι ο βουλιαγμένος κόσμος της νύχτας στην ημέρα, ναι, αυτό είναι.
....................
Αυτοί οι τυφλοπόντικες που πίνουν το αίμα των μικρών και των αδυνάτων βρίσκονται με αυτούς της ημέρας.
Γίνονται ένα, το μόνο που αλλάζει είναι οι θέσεις αγάπη μου,
πως να σας το πω;
Είναι τα γραφεία και η τυπική μόρφωση που δικαιολογεί την ουσιαστική αμορφωσιά τους, είναι οι χειραψίες των άλλων κι η προστασία που τους δίνουν το μοίρασμα της βρομιάς τους...
Ακούστε με αγαπημένε μου,
εμένα ξέρω, με σιχαίνεστε,
εγώ όμως πάντα θα θυμάμαι.
Το φιλί μας στην μικρή μου κάμαρα.
Την γλάστρα με το βάλσαμο που μου φέρατε την επόμενη μέρα.
Την στόλισα στο περβάζι, την πότισα με την αγάπη μου και την σκέψη μου σε εσάς.
Ω, μπήκατε πίσω από τις κουρτίνες και όλος ο κόσμος θάμπωσε μπροστά μου.
Σε μια στιγμή του χρόνου ρουφηξα τα μάτια σας, το στόμα σας...
Ποτέ δεν με κάνατε δική σας.
Με το σώμα.
Κι όμως! Είμαι δική σας Μακάρ!
Πάντα ήμουν.
Απλά για να το ξεχνάω ρουφάω σκόνη, από την μύτη, μην φοβάστε, πίνω βότκα και τζιν.
Να θαμπώνει λίγο το σχήμα του σώματος σας στο κεφάλι μου.
Τα χείλια σας στα δκά μου σαν την πιό τρυφερή και καυτή μνήμη της ζωής μου...
....................
Μακάρ!
Φύγετε μακριά τους!
Μακριά τους!
Μακριά μου!
Μην ξαναρθείτε εδώ.
Αλλάξτε ζωή πριν είναι αργά.
Για μένα είναι πολύ αργά.
Ήταν αργά από την στιγμή που δεν έγινα δική σας σε εκείνη την κάμαρα.
Την μικρή.
Από εκει που περνούσαν τις σωληνώσεις οι αρουραίοι και περναγαν τσιρίζοντας στο δωμάτιο όποτε έφραζε ο βόθρος.
Εκεί που γεύτηκα τα φιλιά του έρωτα.
Κι ένιωσα πως μπορεί να είναι ο αληθινός έρωτας.
Μα η μοίρα θέλησε να μην γίνω ποτέ δική σας.
Είδα το τατουάζ στον λαιμό σας.
Ένα φίδι.
Η Βάλια μου είπε πως είσαστε ένας από αυτούς.
Πως αργά ή γρήγορα θα καταλήξετε στην θάλασσα με πέτρες στα πόδια.
Πως σας λένε Σνέικ.
Κι όχι Μακάρ.
Όμως εγώ ξέρω.
Μακάρ σας λένε.
Ω, Μακάρ! Πως έγιναν έτσι οι ζωές μας;
Φύγετε θησαυρέ μου!
Φως μου!
Φύγετε μακριά!
Για πάντα δικιά σας.
Δικιά σου.

Βάριενκα ή Βάνα.



υγ ( η επιστολή δεν έφτασε ποτέ. Ο τύπος που θα πήγαινε το γράμμα αυτό, τυλιγμένο σε έναν χοντρό σατινέ αρωματισμένο φάκελο, μέθυσε τόσο εκείνη την νύχτα που τον πήγαν σπίτι του κι αυτός ξέρναγε. Την άλλη μέρα δεν θυμόταν τίποτε, βρήκε κάτι τριμμένα κομμάτι στο πλυντήριο από το παντελόνι του, πήγε να θυμηθεί κάτι αλλά εκείνη την στιγμή χτύπησε το κινητό του.
Έπρεπε να πάει σε ένα άλλο μαγαζί νέο <<να συστηθεί>>.
Όταν τα παιρνε από τα μαγαζιά για προστασία ήταν νηφάλιος.
Έβλεπε καρτούν στην τηλεόραση μέχρι να ρθεί η ώρα για την <<σύσταση>>.....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου