Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Δεν μπορούσα να ξέρω τι σκέφτονται αυτοί που χτενίζουν τα μαλλιά τους αιώνια με τον ίδιο τρόπο αλλά πολλές φορές αναλογιζόμουν, αν ήταν ο ίδιος τρόπος που χρησιμοποιούν το στόμα τους για να φιλήσουν, αν ήταν ίδιος ο τρόπος που προσέγγιζαν το ταίρι τους, αν ήταν μια ρουτίνα όλη τους η ζωή.Αυτό το πράγμα είναι σχεδόν θνησιμότητα... Είναι άσχημο να περνάς τις μέρες και τις ώρες σου μέσα σε μια ίδια καθημερινότητα, να σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο που σκεφτόσουν πριν χρόνια.. Με άδολη αγάπη προσέγγιζα αντρικά πορτρέτα, έγραφα γι αυτά όταν φάνηκε εκείνος, ήταν ψηλός, με μια φράντζα μελαχρινή να πέφτει στο δεξί του μάτι, έσταζε θάλασσα και κάθισε απέναντι μου , σε ένα νησιώτικο ουζερί. Οι γλάροι μιλούσαν φευγαλέα μεταξύ τους και τα ποτήρια τα τσούγκριζαν τουρίστες φερμένοι από τον Βορρά. Μετά αρχίσαμε να κάνουμε τις ίδιες κινήσεις. Μόλις άναψα τσιγάρο εγώ αμέσως άναψε κι εκείνος, έπινα ούζο εγώ, έπινε κι εκείνος, παρήγγειλα εγώ , παράγγειλε τα ίδια κι εκείνος. Ήταν όμορφη αυτή η τελετουργία, έκλεισα το τετράδιο και ξέχασα το πορτρέτο αυτού που χτενιζόταν με τον ίδιο αιώνια τρόπο.. Σηκώσαμε τα ποτήρια εις υγείαν ψελλίζοντας απλώς τις λέξεις, υπόγεια ρεύματα θερμών συναισθημάτων άρχισαν να μας σαρώνουν. Τα μάτια του κάρφωναν τα δικά μου σαν το καρφί στον σταυρό. Τόση ήταν η ένταση.. Και τότε κατάλαβα πως δοκιμάζαμε ακούσια τις δυνάμεις μας , πως δοκιμάζαμε συντονισμένα αόρατες συμφωνίες μη χαλιναγώγησης συναισθημάτων. Παραφέρομαι, σκέφτηκα ζεστή από το ποτό κι εκείνον απέναντι μου. Κύλησαν οι ώρες ακούραστα.. Έφτασε το σούρουπο όταν ήρθε κοντά μου. Μυρίζαμε ούζο και τσιγάρα και κάτι άγριο και ιερό που υπήρχε εκεί για εμάς.. Έβγαλε από την τσέπη του ένα γιατσέντο και μου το έδωσε να το μυρίσω. (έχω μια βάρκα κάπου πιο κάτω, θα ανεβείς μαζί μου, σήμερα έχει το πιο μεγάλο φεγγάρι του χρόνου), είπε. Τον ακολούθησα περπατώντας στην ζεστή ακόμη άμμο. Κάπου παρακάτω πέταξα σε έναν κάδο το τετράδιο που έγραφα για κάποια αντρικά πορτρέτα. Δεν ήθελα να μπω στον πειρασμό να γράψω γι αυτόν, σίγουρα αυτό θα έκανα αν το κρατούσα επάνω μου.. Καθώς φτάναμε στην βάρκα ένας σκύλος πετάχτηκε από μέσα της κι ήρθε κοντά μας.. (Καλώς την μπέμπα), της είπε και την χάιδεψε τρυφερά. (Είναι προστατευμένη από τον άγιο των ζώων), μου είπε και παραξενεύτηκα. (Υπάρχει τέτοιος άγιος); Ρώτησα απορημένη. (Υπάρχει , τον λένε άγιο Μάμα), απάντησε , με βοήθησε να ανέβω στην βάρκα και έβαλε μπροστά την μηχανή. (Πως σε λένε); Ρώτησα. (Σήμερα δεν θα έχουμε ονόματα, απλά θα είμαστε αυτό που θέλουμε κι αυτό που μας βγαίνει, μπορούμε να λέμε ο ένας τον άλλο Αύγουστο). Έβαλα τα πόδια μου στην θάλασσα, η βάρκα κυλούσε απαλά σαν χαρτί στο νερό, η θάλασσα έσταζε ένα ασημένιο φεγγάρι κι από το ασήμι τρώγαμε κι εμείς με τα μάτια μας ανοιχτά σαν να περιπολούσαμε τον ουρανό. Ξέχασα ποια είμαι και πως με λένε και δεν ήξερα που ακριβώς πήγαινα. Από εκείνη την ημέρα όλα μέσα μου άλλαξαν, σαν να με καθόριζε μια αόρατη πυξίδα.. Ήταν Αύγουστος.. -Αύγουστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου