Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014


Εξόχως παρασιτικοί ήταν οι καλεσμένοι ενός επαγγελματία κοσμοπολίτη, ανακατευόμουν ανάμεσα τους, κρατώντας ένα ποτήρι με κόκκινο κρασί, μιλούσαν με μια γλώσσα επιτηδευμένη σε σημείο γέλωτος, κρατούσα θυμάμαι τα χέρια μου ακίνητα ώστε να μην φανερώσουν τον εκνευρισμό μου, σκεφτόμουν πόσες άδειες ώρες γέμισαν καταβροχθίζοντας λεξικά που η μόνη χρήση τους ήταν στο να τους βοηθούν να κάνουν μια δήθεν ενδοσκόπηση της ανθρωπότητας. Μιλούσαν με τον στόμφο ενός δικηγόρου ή ενός βουλευτή σε παραλήρημα, κυλούσα δίπλα τους τραβώντας τα βλέμματα τους, άκουγα το σάλιο τους να μένει στην άκρη των χειλιών τους και μέσα μου έλεγα έλεος, έλεος, ποιος θα μας απαλλάξει από αυτήν την κακορφομισμένη πνευματική μούχλα, ύστερα βγήκα στην βεράντα, κοίταξα τα κρεμασμένα αστέρια και η ψυχή μου άρχισε να γαληνεύει. Ένα αντρικό χέρι ακούμπησε στον ώμο μου κι ένα βαρύ άρωμα πεύκου γέμισε την μύτη μου, (Δεν περνάτε καλά, μήπως θα θέλατε να είστε κάπου αλλού); Ρώτησε και διέκρινα στο ζωντανό του πορτρέτο έναν γνήσιο αναζητητή των απολαύσεων. Τα μάτια του ήταν ζωντανά, θα έλεγες πως έκαιγαν, το στόμα του πλούσιο σαρκώδες, τυπικό δείγμα της Μεσογείου. (Θα ήθελα να ήμουν σε ένα χωριό ερειπωμένο, μόλις πέντε σπίτια ξαναχτίστηκαν σε αυτό, από την αρχή). Του είπα και ξαναγύρισα στον ουρανό το βλέμμα μου. (Που είναι αυτό το χωριό); Ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον. (Στην Αμοργό, είναι το χωριό που γεννήθηκε ο πατέρας μου και το μέρος που όλα δείχνουν πως έγινε η σύλληψη μου), του απάντησα και τον άφησα να μου ανάψει το τσιγάρο που μόλις είχα βγάλει από το πακέτο μου. (Αύριο κιόλας, πείτε μου την μέρα που θέλετε να πάμε, θα μου επιτρέψετε να θέλω να πάμε μαζί).. Κοίταξα αυτόν τον μελαχρινό άντρα, αισθάνθηκα σαν να ήταν ο πιο λυπημένος άντρας στον κόσμο κι ας μην έδειχνε η ομορφιά του την αιτία αυτής της λύπης... Το βλέμμα του έδειχνε πως είχε κάποιο μεγάλο ταλέντο χωρίς την συνοδεία της έπαρσης. Αυτό με γοήτευε φοβερά.. (Με τι ασχολείστε αν επιτρέπετε; Και λυπάμαι για την τόσο κοινότοπη ερώτηση αλλά δεν είναι θέμα ερμηνείας σας , πάρτε το σαν γνήσιο ενδιαφέρον)..Ρώτησα και καρφώθηκα στα χείλια του. (Συγγραφέας, είμαι ένας ερασιτέχνης αλιεύς μαργαριταριών ). (Και τι ζητάτε εδώ πέρα); (ότι κι εσείς,,παρατηρώ τους ηλιθίους, ξέρετε ο κόσμος κρέμεται από μια κλωστή, δυστυχώς το ψαλίδι το κρατούν οι ηλίθιοι κι όχι οι λαοί, αυτοί πάλι έχουν καθυποταχτεί σε αυτούς χωρίς να ξέρουν το γιατί).. (Πάρτε με αύριο στο τηλέφωνο να κανονίσουμε πότε θα μπούμε στο καράβι), είπα κι έγραψα σε ένα χαρτάκι τον αριθμό μου. Του έδωσα το χέρι με το χαρτάκι, αυτός το κράτησε δυνατά και μου είπε. (έχω ξαναπάει στην Αμοργό κι έχω επισκεφτεί τον Στρούμπο, ίσως μαζί να δούμε λίγο διαφορετικά το τοπίο). (Δεν μου αρέσουν οι σίγουροι άνθρωποι), απάντησα και πρόλαβα να τον δω να χαμογελάει. (Ούτε εμένα, εγώ τρελαίνομαι για τους ανασφαλείς όπως εσείς), φώναξε πίσω από την πλάτη μου. Σκέφτηκα πως ήταν ένας αληθινά γοητευτικός και ευφυής άνθρωπος, χαιρέτησα όλους ,άνοιξα την πόρτα κι έφυγα. Πίσω μου τα παράσιτα και τα ψώνια ,΄έμοιαζαν σαν ένας όχλος από κατσαρίδες... (Αθήνα-Στρούμπος 2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου