Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015


Για πολλά χρόνια ,μπέρδευα τον πόθο με την αγάπη, ήταν που η μητέρα δούλευε από το πρωί ως το βράδυ, έτσι από την πρώτη δημοτικού γύριζα μόνη μου στο σπίτι, άφηνα την σάκα και άνοιγα την πόρτα κι έφευγα. Αυτό είχε σαν συνέπεια να κρυφακούω πίσω από τα κλειστά παντζούρια φωνές και ψιθύρους, να βλέπω μεσημεριάτικους εναγκαλισμούς και θωπείες υψίστης ερωτικής διαδικασίας εν εξελίξει στην Φωκίωνος Νέγρη, ερωτικές γραμμές που μπερδεύονταν στην δική μας τηλεφωνική γραμμή, παρατηρήσεις στις οικογενειακές συγκεντρώσεις και διαπιστώσεις περί της αποδοχής μου πως ο πατέρας θα έλειπε πάντα μακριά κι εγώ θα ήμουν μόνη μου. Ήξερα πως ο πατέρας έπινε, -όταν πήγε στο νησί όμως, σταμάτησε μετά από χρόνια-, εξάλλου εκείνη την βροχερή νύχτα που μάζεψε την βαλίτσα του , μου έλεγε πιωμένος να βάζω συνέχεια στο γραμμόφωνο το <<βρέχει φωτιά στην στράτα μου>>, έκλαιγε ρημαγμένος στην καρέκλα, έκλαιγα κι εγώ μαζί του, ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών, αλλά με τραυμάτιζε το γεγονός πως η μητέρα του είπε να φύγει, αυτός μου περιέγραφε πόσο την αγαπούσε, τα δάκρυα του ίσως να μούσκεψαν το γραμμόφωνο, αλλά το σίγουρο είναι πως ακόμη θυμάμαι την πόρτα να κλείνει πίσω του. Τότε, αντιπάθησα βαθιά την μητέρα κι όσους μισούσαν αυτούς που έπιναν, δεν με εξυπηρετούσε να θυμάμαι πως εκείνη είχε κάνει πολλές απόπειρες να τον βοηθήσει να ξεκόψει, όμως ας μείνουμε σε αυτό. Την στιγμή που έκλεισε εκείνη η πόρτα το μαξιλάρι μου βούλιαξε στα δάκρυα, του έδωσα ένα όνομα και του ψιθύριζα τον πόνο που με έτρωγε, τα καλοκαίρια που έβρισκα τον πατέρα ξεχνούσα αυτόν τον πόνο και δημιουργούσα άλλον, η δίψα του πατέρα για την μητέρα δεν ήταν μεταδοτική.. ΌΜως όσο η μητέρα εργαζόταν από το πρωί ως το βράδυ είχα όλη την ελευθερία να γυρίζω μόνη σε όλη την Κυψέλη και να παρατηρώ σχηματίζοντας ιστορίες. Όταν βαριόμουν, -μέναμε τότε σε ένα υπόγειο-, ερχόμουν σπίτι και έριχνα στην αυλή τις κούκλες μου επάνω σε μια κουρελού και έφτιαχνα ιστορίες. Οι κούκλες μιλούσαν για έρωτες και πάθη, για μίσος και αγάπη, ιερουργούσαμε μαζί στον δικό μας μυστικό δείπνο, πότε πότε σκουπίδια έπεφταν επάνω μου από κάποια απρόσεχτη συγκάτοικο που τίναζε το χαλί της από τα ψηλά δίχως να με προσέξει, -αχ, το καημένο δεν προσέχεις-, της είπε η διπλανή γειτόνισσα στην δράστη, -καημένο είστε εσείς-, της είπα με όση περιφρόνηση διέθετα και συνέχισα να παίζω. Πότε πότε κοίταζα ψηλά τον ουρανό, παρατηρούσα πόσο μακριά ήταν από την αυλή μου και πότε θα σουρούπωνε ώστε να μαζέψω τα πράγματα μου μέσα και να κάνω πως διαβάζω όταν επέστρεφε η μητέρα σπίτι.. Μεγάλωσα μόνη μου, σαν αγρίμι, χρωστάω όμως σε αυτήν την γυναίκα που υπήρξε μια καλλονή της εποχής, την αγάπη μου στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί για την μόρφωση και τι αποτελεί αυτήν την λέξη, τώρα ξέρω τις απαντήσεις. Πως μια γυναίκα που δεν είχε τελειώσει το Δημοτικό κι αυτό το έφερε βαρέως λες και θα μπορούσε, μια γυναίκα που δούλευε από 10 χρονών, είχε όλη την διάθεση να πηγαίνουμε σε παραστάσεις όση κούραση κι αν κρατούσε ήταν ένα φως στην μαυρίλα μου, μεγάλο φως και ανακούφιση. Με την φαντασία μου πήγαινα παντού, παρατηρούσα σαν τηλεσκόπιο υποβρυχίου τα πάντα και τα κατέγραφα, έτσι αναδυόμουν και καταδυόμουν με ευκολία σε κόσμους μαγικούς. Αλλά για χρόνια μπέρδευα την αγάπη με τον πόθο. Έτσι ήταν να γίνει, αυτό το μπέρδεμα ήταν επίσης μια κινητήρια δύναμη που με έσπρωξε στην λογοτεχνία, ο πατέρας της λογοτεχνίας μου ξεδιάλυνε πολλά από αυτό.. Κι αργότερα η ίδια η ζωή. Μεγάλωσα σχεδόν μόνη, σαν αγρίμι και σαν χαμίνι που η μητέρα έντυνε με πριγκιπικά ρούχα και παπούτσια από τον Μούγερ, μου μάθαινε τον πληθυντικό και πηγαίναμε σε πλούσια σπίτια όπου εκείνη φύλαγε τα παιδιά, τα παιδιά που αργότερα μάζευα στο δωμάτιο τους και τους έπαιζα θέατρο στα πάρτυ , ώρες πολλές, τόσες ώστε οι άλλες μητέρες να τα αναζητήσουν και να εκπλαγούν από το <<ταλέντο>> μου να τα κρατώ σιωπηλά και έκθαμβα. Τότε ήταν που ήθελα να γίνω ηθοποιός.. Η ζωή είναι σκαλοπάτια, τα κατεβαινεις και πας στην άβυσσο και μαθαίνεις τις δυνάμεις σου, τα ανεβαίνεις και φτάνεις στον ήλιο, εκεί που η αρμονία κι η ομορφιά είναι μέρος της ζωής σου.. Σε λίγο θα έχω ανεβοκατέβει 51 σκαλοπάτια, δεν ήταν εύκολα, τίποτε δεν είναι εύκολο.. Το <<παιχνίδι>> συνεχίζεται κι ελπίζω να συνεχιστεί για πολύ.. Υπάρχουν λίγα πράγματα που θυμάμαι σαν να τα ζω. Ένα από αυτά ήταν ο πόνος του πατέρα εκείνο το βροχερό βράδυ κι εκείνο το τραγούδι, ο κρότος μέσα μου που έγινε πόνος από την φυγή του.. Η αγάπη που υπάρχει τώρα στην μαμά μου που είναι σαν κυκλάμινα που διέρχονται από κάποιο μονοπάτι. Υπάρχουν κι άλλα αρκετά, αλλά το τραγούδι που μου είπε ο πρίγκιπας στην τουαλέτα στο Πρόμπλεμ είναι η μόνη αλήθεια, (όσο υπάρχει το παιδί, υπάρχει η ελπίδα), αυτό είναι που ξεκαθαρίζει πολλά.. Δεν μετάνιωσα που μεγάλωσα μόνη , εννοώ δεν θα το άλλαζα, αυτό που ήθελα να μπορούσα να αλλάξω ήταν άλλο.. Κι αυτό θα μείνει μεταξύ εμένα και του εαυτού μου.. -Τα 51 σκαλοπάτια- υγ, σε όσους κι ότι αγαπώ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου