Δευτέρα, 21 Μαρτίου 2016


Με 99 κλωστές, με κέντησε η γιαγιά μου πίσω από τα χαλάσματα, πίσω από το πεσμένο βάρος των πέτρινων σπιτιών, εκεί που γοργόφτερες αλανιάρες φορούσαν πεταλούδες στα μαλλιά. Δεν είδα όταν γεννήθηκα ,ανθισμένους κρεμαστούς κήπους, κρεμασμένους ανθρώπους είδα ,κυνηγημένους από την εξόριστη πατρίδα. Έμαθα γρήγορα, πως υπάρχουν πολλοί θάνατοι, ο ένας είναι να γράφεις κι ο άλλος να σε κοιτάζει ο εαυτός σου στον καθρέφτη επιτημητικά, γιατί άφησες τους άλλους να σε κλαδέψουν επάνω στην πιο ωραία Άνοιξη. Όπως έμαθα πως υπάρχουν και πολλές ζωές κι ότι πιό άγριο να φαντάζει ωραίο ,ότι δεν έζησες. Οι σπηλιές που κρύφτηκα πάντα είχαν παρέα, ιστορίες παλαιών ανθρώπων και μοιραίων. <<Ποιός να είναι πιο μοιραίος, αυτός που είναι μοιραίος για τον εαυτό του ή για τους άλλους>>, αναρωτήθηκα φωναχτά. Και συνεχίζω φωναχτά να αναρωτιέμαι για ποιον λόγο να υπάρχουν τόσα ακρωτηριασμένα μέλη. Με 99 κλωστές με κέντησε η γιαγιά μου, όταν βρω την τελευταία και την χαράξω στο κορμί μου θα κλείσω έναν αιώνα. Άσκεπη, κάτω από το βάρος των αστεριών κι ορφανή από πατέρα και μητέρα. Όσο οι στέγες των σπιτιών θα με βαραίνουν, τόσο η θάλασσα θα με ελαφραίνει. Πριν έρθω εδώ να ζήσω, βαθιά μέσα μου το ξέρω, το κοιμητήριο μου στην θάλασσα ήταν.... -Ο χορός των 99 κλωστών

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου