Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016


Θάλασσα αγκαλιάζει, άνθρωπος χάνεται, δέχεται όπου υπάρχει φως, μολύβι, πέτρα και αλάτι. Άνθρωποι και λουλούδια στεγνά από δροσιά. Η εκκλησία ακούει την καμπάνα της . Η πλατεία λουφάζει τον ΣΕπτέμβρη. Είμαστε μικροί, παλεύουμε με τους δαίμονες μας, μέρα νύχτα, νύχτα μέρα. Τα ζώα υπομονετικά στεκουν ενώ σιγά σιγά σκοτεινιάζει, περνούν τα σύννεφα και πυκνώνουν, μια αχλή ατμόσφαιρα στο βάθος καίγεται. Καίγομαι με τους νεκρούς μου και το τσιγάρο. Ένας πειρατής λιβανίζει στο βάθος μιας σπηλιάς, ενώ εμείς κοιτάζουμε αθώα, δίχως έπαρση, με την αθωότητα ενός βρέφους. Χωριό ανέμελο στην χάση της ημέρας. Χωριά που καίνε τους ανέμελους ανθρώπους . Κάποιος κοιτάζει, κάποιος τρυπιέται από το δέρμα της επιθυμίας. Είμαστε μικροί κι άλλοτε είμαστε γίγαντες που βαστούν στην πλάτη τους τον ουρανό. Κι είναι στιγμές που είμαστε εδώλια που αγκαλιάζουν τρυφερά τον εαυτό τους νομίζω τα είχα ξαναδεί όταν ήμουν αγρίμι, με τα αγρίμια χόρευα, με τους λύκους μιλούσα, έλεγα, (Αφήστε τα δόντια σας κάτω από τον λαιμό μιας καθυστερημένης λύπης). Στο καφενείο, ένας καθυστερημένος νοητικά, ρωτάει πότε θα ξαναχτυπήσει η καμπάνα. Εμείς κοιτάζουμε τα σύννεφα και λέμε ( θεέ μου, πότε θα βρέξει; πότε θα βρέξει); Αμοργός ( ημερολόγιο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου