Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016


¨{ Η Όλγα των χρησμών} 'η Όλγα των σιωπών, του φωτός και του ερέβους, κατάπινε πεταλούδες που είχαν σκοτώσει τις κάμπιες, οι πεταλούδες γίνονταν χρησμοί, μια χαραμάδα στον χρόνο, την άφηνε να δει αυτά που θα συνέβαιναν, αυτά που έβλεπε γίνονταν σύννεφα , τα ξεδιάλυνε και τα έλεγε στους άλλους, ένας χρησμός αφορούσε την ίδια, μα είχαν περάσει χρόνια πολλά, χρόνια είκοσι, ο χρησμός μιλούσε για έναν άντρα με όμορφα δυνατά μάτια, με δέρμα που το ζέσταινε ο ήλιος, με χέρια αφαιρετικά, με μνήμη που χάιδευε το μακρινό χτες, θα περπατούσαν για χρόνια στους ίδιους δρόμους, θα περνούσε εκείνη λίγη ώρα πριν από εκείνον στο ίδιο σημείο, θα είχαν γεννηθεί στην ίδια θάλασσα, θα γεύονταν και θα έβλεπαν τα ίδια μα δεν θα συναντιόντουσαν παρά μόνο όταν θα είχαν βρεθεί στο σημείο μηδέν, μηδέν πάει να πει μπορείς να πεις ναι στον θάνατο, μπορει και να πει ,το κοντέρ της αντοχής σου έσπασε, συναντήθηκαν μέσα σε μια οθόνη που αφορούσε γενικά την τέχνη, η Όλγα των χρησμών δάκρυσε, τον ονόμασε γιατσέντο, εκείνος την ονομάτισε αγάπη, εκείνη διαμαρτυρήθηκε, δεν τον πίστεψε, έπειτα άρχισε να καταλαβαίνει, όμως εκείνος ήταν μακριά της, τους χώριζε και τους ένωνε η θάλασσα, ο χρησμός της έσπασε, έγινε και άλλος, όλα της έλεγαν πως θα έφευγε από τον κοινό τους τόπο και θα πήγαινε κάπου που ξανά θα βρεχόταν από θάλασσα, έπρεπε να ζήσει, να επιβιώσει , η ΌΛγα έσπασε σε χιλιάδες κρύσταλλα, ήταν σαν να της μιλούσε το α΄λλο μισό του εαυτού της, όταν τον σκεφτόταν τον ένιωθε δίπλα της, να της αγγίζει τα μαλλιά, να της μιλάει με λόγια παρηγορητικά, να γίνεται φωτιά της, ήταν τόσο σπάνιο για εκείνην που είχε διασχίσει εκατοντάδες τοπία των ανθρώπων , που είχε κατασταλάξει υποτίθεται σε μια διαδικασία σιωπής, καμιάς προσμονής, καμιάς επείγουσας ανάγκης πέραν της χρησιμότητας της στους άλλους, τον ήξερε και δεν τον είχε αγγίξει, την ήξερε και δεν την είχε δει, έπειτα τα έβαλε με την μοίρα της, υπέφερε, έγινε έρεβος και σελήνη, λούφαξε σαν πληγωμένος σκύλος, ύστερα μίλησε στην φίλη που την έλεγε αδελφή της, πλάσμα μαγικό κι ανώτερο, διάβηκαν μαζί την κοιλάδα του πόνου, την βοήθησε να βγάλει στο φως την πληγή της πριν κακοφορμίσει, ύστερα οι οδύνες έγιναν ευγνωμοσύνη, έγιναν άνθη ενός κήπου όπου βασίλευε η γενναιοδωρία των ανθρώπων , ευχήθηκε ολόψυχα μέσα της εκείνος να ζήσει όπως του αξίζει και γύρισε το κεφάλι της στο φως, ύστερα οι πεταλούδες έγιναν ξανά κάμπιες κι οι χρησμοί θα έμπλεκαν με το φως, ο χρόνος θα μεταδιδόταν με τα ρολόγια και το ημερολόγιο αλλά η μαγεία δεν θα σταματούσε ποτέ... έτσι είναι για κάποιους

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου