Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2016


Ο εντεταλμένος της σιωπής , άρχισε να χορεύει πίσω από τα κλειστά παράθυρα. Κι έκανε τόσο θόρυβο η σιωπή του ,που πέσαμε στα γόνατα. Με χέρια που σφράγιζαν τα αυτιά. Πάψε τώρα, πάψε, λέγαμε γεμάτοι από αγανάκτηση. Κι έγινε φανερό σε όλους μας ,πως ανίκανοι σταθήκαμε να μιλήσουμε, να σιωπήσουμε, να ζήσουμε. Και έγινε νύχτα, μετά έγινε ημέρα, μα τίποτε δεν άλλαξε αυτήν μας την παράλυση.. Σαν κάποιος να μας δάγκωσε την γλώσσα. Μέσα στο πλήθος κι εγώ σκέφτηκα ,πως όλο αυτό με βόλευε, βλέπεις ,όποτε μίλαγα δεν κρατούσα τα προσχήματα, ούτε τα λεκτικά, ούτε τα χρονικά πλαίσια στον λόγο. Αυτό στάθηκε εμπόδιο σε όσους με πρώτο γνώριζαν, όσα πίστευα κι έζησα ,τα έλεγα αβίαστα , γρήγορα λοιπόν το έβαζαν στα πόδια. Εξάλλου τους γενναίους και τους άξιους για παρατήρηση ,γρήγορα η κοινότητα της σιωπής ,τους απομάκρυνε από τις εστίες της δράσης. Ετσι παντρεύτηκα την σιωπή κι απλά παρατηρούσα, μα τα κρατούσα για εμένα και τρεις φίλους καρδιάς. Οι ιστορίες των ανθρώπων γράφονται με αίμα, σπέρμα, σκατά και λέξεις που έγιναν πράξεις, έτσι σκεφτόμουν κι έτσι ήξερα. Αλλά έμαθα να ζω στην σιωπή απλά χωρίς να την κανακεύω

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου