Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Ο άντρας, με το λευκό πουκάμισο, ήταν χωμάτινος κι ας έσερνε γύρω του φωτιά. Ένα χαμόγελο άνοιγε σαν βεντάλια στο πρόσωπο, δίπλα στο στόμα γραμμές έντονες, τα χέρια μονίμως κινητικά και με αδιόρατες πικρόγλυκες ρυτίδες αισθησιασμού στις παλάμες.
Η γυναίκα έκαιγε από καιρό.
Είχε θάψει από καιρό τις πλάνες και τις ήττες τους.
Μόνο οι τελευταίες είχαν αφήσει λίγες κουκίδες λύπης γύρω από τις κόρες τω...ν ματιών της αλλά είχαν εκτοξεύσει και μικρούς πίδακες χαράς γιατί καμμία ευτυχία δεν χτίζεται από πλάνες τυφλές και άχαρες.
Είδε τα μάτια του που έκαιγαν.Μαύρες καταγίδες πριν την νηνεμία.
Το χαμόγελο.
Το λευκό πουκάμισο.
Την παιδική του αφέλεια και την αντρική μελωδία.
Είδε πως κάτω από τα σπλάγχνα του έκρυβε κι αυτός πληγές.
Εκείνο το χαμόγελο τις έκρυβε απαλά, τους είδε δώσει ένα μικρό καταφύγιο να κρύβονται και να μην τον ξυπνούν.
Τον κάλεσε στο νυχτερινό της όνειρο.
Έτσι έκανε πριν δοθεί σε κάποιον, πριν αφεθεί στο ερωτικό κάλεσμα.
Κι αυτός την είδε εκείνο το βράδυ, είχε πέσει ζαλισμένος στα σεντόνια του από το αλκοόλ και κάτι μνήμες που του έσκιζαν το στήθος.
Είχαν μεταμορφοθεί σε δράκους.
Ριγμένοι σε μια κόκκινη έρημο με ένα φεγγάρι που σου σκιζε την ψυχή από το ουρλιαχτό του.
Στην αρχή αναμετρήθηκαν στο ένα μέτρο απόσταση.
Εκείνη αντιλήφθηκε τις πληγές του, του έδειξε τις δικές της χωρίς καθυστέρηση.
Μισοί άνθρωποι, μισοί δράκοι.
Άρχισαν να γλείφουν ο ένας τις πληγές του άλλου.
Οι ανάσες τους ζέσταιναν τα βουνά γύρω από την έρημο.
Καθώς η γλώσσα κινούνταν ενδοδερμικά οι φολίδες τους έκαναν έναν κροταλισό ρυθμικό θόρυβο.
Το φεγγάρι έτριζε.
ΣΙΓΆ σιγά καθώς ο πόνος της παλιάς πληγής απομακρυνόταν άρχισαν να παίρνουν μορφή ανθρώπινη.
Κεφάλι,
Ώμοι.
Χέρια.
Κοιλιά.
Γεννητικά όργανα.
Μόνο τα πόδια κι οι ουρές έμειναν μεταμορφωμένες.
Αλλά ο πόνος είχε φύγει.
Η οδύνη γινόταν έρωτας.
Ενωμένοι πια με φύλα και στόμα χτυπούσαν τις ουρές τους με θόρυβο και ένταση.
Γύριζαν σε μια ρουφήχτρα πάνω από την άβυσσο.
Μπλε κεραυνοί τράβαγαν κάθετες γραμμές ηλεκτρικές στον ουρανό.
Ο έρωτας πάντα ξαφνιάζει.
Οι κεραυνοί σχημάτισαν ένα γράμμα. Το Γ κι ύστερα ένα Ο.
Το Ο, αυτός ο κύκλος της τελειοποίησης.Της ένωσης .
Το Γ σαν μισή πόρτα.
Εκείνη ήταν ολόκληρη , η γυναίκα ήξερε τις μεταμορφώσεις.
Αυτός ,καθώς έμπαινε μέσα της και σπαρταρούσε πέρα από τα ανθρώπινα όρια, αυτός, της έλεγε στο αυτί,
( Μάγεψε με, κάνε μου μάγια όπως εσύ ξέρεις, όμως μόνο σε μένα).
Κι εκείνη δεν τον άφησε στιγμή να καταλάβει πως όλα αυτά γίνονταν σε ένα 'ονειρο.
όταν τελείωσαν σπαραχτικά από την ένταση σαν να λιωσαν τα σπλάγχνα τους και σαν να πήρε φωτιά και το μυαλό τους, τότε μια μπάλλα ενεργειακή κύλισε γύρω από το κρεβάτι τους, ήταν λευκή και παλλόμενη, στάθηκε λίγο δίπλα τους και μετά εξαφανίστηκε.
Δεν χρειαζόταν προστασία.
Ο έρωτας είναι μια δύναμη σπαρακτική.
Ξύπνησαν κι οι δυό σε έναν υγρό κόσμο.
καθένας μακριά από τον άλλο...
Έξω από αυτούς χάραξε το Φθινόπωρο.
Κι εκείνη τον ονόμασε έτσι, ο Φθινόπωρος.
Ήταν από χώμα κι εκείνη καιγόταν από καιρό.
Κι οι δυό καίγονταν καιρό τώρα...
Η ευδαιμονία πάλευε να απλώσει την καρδιά τους.
Δεν άργησε πολύ...

( Ο Φθινόπωρος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου