Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Παλεύω να αποθαρρύνω εκείνον τον πικρόγλυκο εαυτό μου, παλεύω να τον πείσω να μην μπαίνει ανάμεσα μας, να θυμάται πόσο λαμπερή μπορεί να είναι η ζωή, ενίοτε συμβαίνει και να είναι και σκιώδης, να κρατά χίλια φίδια στον κόρφο της και να σε δαγκώνει ύπουλα με το στόμα τους, συμβαίνει η θεά τύχη να αγνοεί την ύπαρξη σου, μα να, χιλιάδες πουλιά κρυμμένα στα δέντρα φωνάζουν γλυκά τα βράδια, η βροχή χρωματίζει το χώμα, η καρδιά μου ανοίγει, μιμείται μια βεντάλια χρωμάτων του ουράνιου τόξου, βλέπει την δική σου, παίζουν ένα ιδιαίτερα ωραίο παιχνίδι, ναι, μελαγχολώ κάθε ημέρα, ναι, παίρνω τον πόνο των άλλων εύκολα μαζί μου, ναι, πληγώνομαι εύκολα, αυτό, αυτό δεν θα αλλάξει, όμως αυτό το μικρό θαύμα, να κοιμάσαι την νύχτα κάνοντας μια πρόβα θανάτου-ο ύπνος πρόβα του θανάτου είναι- και την επόμενη καθώς ξυπνάς διαπιστώνεις πως ακόμα ζεις, όπως τότε, που δεν θυμάσαι, πως να θυμάσαι πως από όλα τα σπερματοζωάρια επικράτησες εσύ, μετά μπήκες σε ένα μικρό γαλάζιο σπίτι από ζελατίνα, που να θυμάσαι, όμως θυμάσαι τους έρωτες που σε μαχαίρωσαν, κι εσύ μαχαίρωσες γιατί πάντα έτσι γίνεται, θυμάσαι τα παιδικά καλοκαίρια που κυνήγαγες τον τζίτζικα
γιατί ήθελες να δεις πως τραγουδάει, θυμάσαι και αγαπάς, να, αυτό μου συμβαίνει, γεμίζω ολόκληρη ευγνωμοσύνη γιατί υπάρχω, κρεμιέμαι με συνέπεια από μια κλωστή αιωρούμενη στο σύμπαν, κινώ τα δάχτυλα μου και γράφω, σαν δεν βαριέμαι μιλάω, μα να, αυτό μου συμβαίνει, έρχεται εκείνος ο άλλος εαυτός ο απέραντα εγωιστής που βρίσκει ηδονή στην λύπη, στον πόνο, φωλιάζει μέσα σε ένα κουκούλι από αίμα, και μου λέει, μου λέει πως τίποτε δεν αξίζει, όλα είναι γνωστά και προκαθορισμένα, πως δεν έχει ελπίδα το ζώο άνθρωπος, συμφωνώ παίρνοντας όλες τις τραγικές εκδοχές υπόψη μου, μα γεμίζω σκοτάδι, με ακινητοποιεί, με κάνει σκλαβάκι του, ίσως και να διασκεδάζει, παλεύω και του ξεφεύγω, θέλω να ρθω να σε αγκαλιάσω, θέλω φορές φορές να αγκαλιάσω κι όλον τον κόσμο, όχι δεν είναι κάτι γλυκερό, είναι κάτι που έχει μέσα του απέραντο φως, σαν στάχυα στα χωράφια, σαν θάλασσα από χρυσάφι στο μυαλό μου, μια αίσθηση πως απλώνομαι παντού, πως προεκτείνομαι, πως ενώνομαι με όλους, πως χωράμε όλοι χωρίς ιδιοτέλειες, ναρκισσιστικές υποτέλειες, του ξεφεύγω και έρχομαι και σε βρίσκω τα βράδια και τα ήσυχα μεσημέρια , την ώρα που μια γάτα στην απέναντι ταράτσα τεντώνεται, την νιώθω, είναι ο ήλιος που την ζεσταίνει, να ένα ακόμη στοιχείο που μας ενώνει, ανθρώπους ζώα, χαιδεύω τα μαλλιά σου και καταπίνω μια γεύση αγάπης, ε΄χει γεύση η αγάπη, έχει την πιο δυνατή γεύση και αφή, και αυτός ο εαυτός τότε με ξεχνάει, τον ξεχνάω κι εγώ, τι ωραία αυτή η άπνοια μνήμης, περπατώ με τα χέρια στις τσέπες σαν χαμίνι κι άλλοτε προβάρω ρόλους μιας παλιάς ντίβας μέσα μου, περπατώ στον δρόμο με το βήμα της, διασκεδάζω με τα βλέμματα των άλλων, τι άλλαξε και ξαφνικά με κοιτάξαν περπατούσα σαν χαμίνι, λίγο σκυφτή, έχει πλάκα, έχει ενδιαφέρον, μόνο αυτός ο εαυτός με φοβίζει, αλλά πάλι για σκέψου, ίσως να πρέπει να υπάρχει κι αυτός,ίσως να πρέπει να υπάρχει , ίσως μια ισορροπία όμως μεταξύ μας, μα υπάρχει κι ο άλλος ο εαυτός, εκείνος που με κοιτάει όλες τις ώρες, παρατηρεί επικρίνει κατακρίνει, αυτός ο αυτολογοκριτής, με κουράζει, ναι, πιο πολύ αυτός με συναρπάζει, αυτός ο εαυτός που ξέρει πως κάθε ύπνος είναι πρόβα θανάτου και ευγνωμονεί που ζει ακόμη, αυτός που έχει έρωτα και αγάπη και τεράστιο ενδιαφέρον για όσα είναι αθώα και περιέχουν ομορφιά, αυτή είναι η λάμψη της ζωής, η ομορφιά....

Αγαπώντας και χαρίζοντας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου