Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Μια απροσδόκητη συνάντηση

Το σώμα έχει μνήμη όταν το αν'αγλυφο  του ενώνεται με κάποιου άλλου.
Όχι μια τυχαία συνεύρεση, όχι θωπείες δίχως εγκράτεια στο ημίφως κι άδειασμα των γεννητικών οργάνων στην χοάνη.
Μιλώ για το στόμα που ανοίγει την πόρτα, μπαίνεις μέσα σε αίθουσες χωρίς φρουρούς.
Στόμα με στόμα.
Σώμα μέσα στο σώμα.
Μάτια μέσα στα μάτια.
Οργανωμένες πτήσεις από το υποσυνείδητο, σύμπλεγμα σωμάτων στο ακίνητο τοπίο του χρόνου.
Ναι, τέτοιες στιγμές ο χρόνος αδειάζει μέσα σε μια απέραντη κοιλάδα.
Με τρυφερότητα.
Με πάθος που κανείς άλλος δεν κατοίκησε με τέτοιον τρόπο. Με μοναδικό τρόπο.
Δεν μπορεί κανείς παρά ελάχιστα να περιγράψει εκείνα τα συνταιριάσματα φωτός.
Κανείς δεν μπορεί να μεταφέρει το μελωμένο άδειασμα των αρτηριών, κανείς δεν μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια το τι συμβαίνει όταν επτά χρόνια δεν κουράστηκαν δυό σώματα το ένα το άλλο.
Και κανείς δεν μπορεί παρά ελάχιστα να καταλάβει γιατί έφυγε εκείνη από κοντά του.
Την είχε κουράσει η <<συνθήκη>>  τους, η αμοιβαία τους εξορία σε μια άλλη ζωή που προσποιόταν την αληθινή ζωή.
Μόνο όταν βρισκόντουσαν υπήρχε λόγος της αληθινής ύπαρξης.
Σαν βρύσες άδειαζαν ο ένας μέσα στον άλλο κόκκινο πυρ.
Σαν έβγαιναν στον δρόμο τα μέλη τους ήταν κομμένα στα δύο.
Μεταμορφωμένες πεταλούδες που έπαιζαν στο στενό του ξενοδοχείου.
Και μετά αλλού ο ένας, αλλού ο άλλος.
ΑΥτή δεν ήταν τόσο ψύχραιμη όπως εκείνος.
Όταν τον ζητούσε το σώμα της είχε πια πληγές.
Είχε δεσμευτεί από την ύπαρξη του και δεν κοιτούσε άλλα μάτια από τα δικά του.
Κι ήρθε η μέρα που δεν μπορούσε να αντέξει άλλο αυτήν την κατάκτηση.
Είχε σκεφτεί, ή μαζί ή χώρια..
Και βρήκε ένα υποκατάστατο και το ονόμασε το άλλο της μισό.
ΛΕς και υπάρχουν μισά από εδώ κι από εκεί, λες και κάθε ημέρα μπορεί να δει κάποιος τον ήλιο μέσα σε άλλα μάτια...
Ομύθος του άλλου μισού γρήγορα ξεπλύθηκε κι έφυγε σαν χάρτινη βαρκούλα.
Γιατί ποτέ το σώμα του δεν  πέταξε με το δικό της.
Είχε φύγει πολύ άκομψα, του είχε πετάξει κάτι ηλίθιες δικαιολογίες.
Ουσιαστικά πίστευε πως το πάθος υπήρχε στην γωνία.
Σαν εκείνο, των επτά χρόνων...
Που κοιτάζονταν και τα μάτια τους γίνονταν κόκκινες και διάφανες λίμνες..
Που χύνονταν στην θάλασσα.
Μπλε περιστροφή.
Κόκκινη.
Άδειασμα.
'ΟΛων των στοιχείων που απαρτίζουν την μνήμη.
Τα σώματα τους είχαν ενωθεί σε μία ίδια μνήμη.
Το πάθος...
Μην ακούς αυτούς που το κακίζουν, έχουν πέσει και δεν θεραπεύτηκαν ποτέ, σαν φοβισμένα ποντίκια τρέχουν στις παγίδες τους και μιλούν για την αγάπη, ενοχοποιούν το πάθος πως κάποτε τελειώνει...
Αστειότητες...
Μικρά γκρίζα ποντίκια...
Αλλά εκείνη έφυγε κι από το υποκατάστατο χωρίς να ξέρει πως το είχε βαπτίσει υποκατάστατο.
Δοκίμασε την ζωή της.
ΣχΈΣΕΙς.
Τρίμηνες, τετράμηνες, εξάμηνες, σαν τις δόσεις των δανείων.
Πόρτες και παράθυρα που ανοίγουν και κλείνουν με θόρυβο...
Το όνομα του θύμιζε ήλιο, αυτόν τον ήλιο που της είχε φορέσει στο κεφάλι της κι αυτή του το γύρισε με σκοτάδι...
Πέρασαν ΄΄εξι ολόκληρα χρόνια.
Τον σκεφτόταν συχνά.
Γιατί καμμιά αγκαλιά δεν ήταν η δική του.
Γιατί κανένα άλλο σώμα δεν είχε κοινή μνήμη με του δικού της..
Δάκρυα στα πάρκα.
Στα σφαγεία.
Στην θάλασσα.
Τ δάκρυα την 'επνιγαν.
Δεν είχε κατάθλιψη, είχε λύπη.
Μια βαριά απίστευτη λύπη..
Αν γυρίζαμε το πλάνο σε εκείνον θα βλέπαμε ακριβώς την ίδια λύπη, το ίδιο κενό.
Μόνο που αυτός δεν κυνήγησε άλλα σώματα.
Σαν να ήξερε πάντα πως δεν υπήρχε λόγος...
Το έριξε στην δουλειά.
Αυτή έγραφε και φωτογράφιζε.
Έκανε μια μικρή έκθεση και προχώρησε στην έκδοση δυό βιβλίων...
Και ζούσε στην <<συνθήκη>> της.
Αυτός ασχολιόταν με την γη. Καλλιεργούσε και πουλούσε μόνος του.
.................................................................................................
Πέρασαν έξι ολόκληρα χρόνια.
Όλη την ημέρα είχε μια προαίσθηση περίεργη.
Πως ενώ αργόσβηνε η ζωή της κάτι θα συνέβαινε σήμερα και θα ξανααισθανόταν τον ήλιο.
Περπάτησε τον ίδιο δρόμο που κάποτε μαζί είχαν περπατήσει.
Άδεια, σαν καταραμένη σκιά περπατούσε χωρίς να αισθάνεται.
Ήξερε πως ήταν καταραμένη, να μην ευτυχήσει ποτέ της.
Κι έγραφε για να ξεχνά τον θάνατο.
Κι ενώ περπατούσε τα μάτια της συνάντησαν τα δικά του.
Ήταν εκεί, μπήκε στα μελένια τους χρώματα.
Χύθηκε σαν αγρίμι μέσα τους..
-Αλίκη; Δεν μου μιλάς; Αυτό της είπε και στάθηκε μπροστά της .
Ψηλός και περήφανος πάντα.
Με υπόγεια κύματα από τα πόδια του μιας θερμότητας να τρέχουν στα δικά της.
Φιλήθηκαν στο μάγουλο.
Ο κόσμος έπαψε.
Ο χρόνος ξαναχύθηκε στην σιωπή.
-Με πλήγωσες αλλά δεν σε μίσησα ποτέ μου, πως θα μπορούσα άλλωστε;
Τον άκουγε και η πληγή άρχιζε να ανοίγει...
-Συγνώμη, ψέλλισε.
Κι έπειτα αυτός την ρώτησε γιατί ενώ ήταν τόσο όμορφη και γλυκιά όπως τότε είχε αυτήν την λύπη.
-Που την βλέπεις την λύπη; Του είπε και μπήκε στο αυτοκίνητο του για να την πάει όπου πήγαινε.
-Πίσω από τα μάτια σου, της είπε.
Όταν κάθισε δίπλα του της πήρε το χέρι και το φίλησε.
Τα μάτια του ήταν κάστανα με διαλυμμένο πράσινο, υγρά και έντονα.
Την έκαιγαν όπως τότε.
Άρχισε να την ρωτάει πως είναι.
Εκείνη απαντούσε αλλά τότε ακριβώς σκεφτόταν την πρωινή διαίσθηση της πως κάτι θα συνέβαινε.
Κι όταν άρχισε να περπατά στην αρχή του δρόμου πως κόμπιαζε σαν παιδί..
Κι είδε μπροστά της πως ήταν αυτός ο μόνος που την είχε στα αλήθεια αγαπήσει.
Οι άλλοι την ήθελαν γιατί ήταν πολύ ερωτική.
Κι ας μην είχαν κοινή μνήμη μαζί της...
Βούρκωσε.
Ένα δάκρυ σκούντηξε το μάγουλο της.
Έκλαιγε κι αυτός.Όταν της σκούπισε το δάκρυ το χέρι του έτρεμε..
................................................................................................
Ζούσαν στην <<συνθήκη>> τους όπως πάντα.
Αλλά τα επτά χρόνια ήταν πολύς καιρός.
Και τα έξι που άνοιξαν απότομα το στόμα τους κι άρχισαν να πεινάνε.
Τα φύλαξαν για λίγο...
-Μερικά πράγματα είναι καρμικά, της είπε κι οδηγούσε μαλακά.
ΘΥμήθηκε από πόσους γελοίους εραστές της είχε ακούσει αυτήν την φράση.
Και σκέφτηκε πως ετούτος ο άντρας που ζούσε στην γη και ζούσε από αυτήν είχε το μεγαλύτερο δικαίωμα να το πει αυτό από κάποιον που ζει σε ένα γραφείο.
Γιατί αυτός ήταν πιό κοντά στα αερικά των σύννεφων και του νερού από οποιονδήποτε άλλον.
Κι ίσως σκέφτεται πιό καθαρά από αυτόν που σκονίζει τις αισθήσεις του μέσα στα χαρτιά.
Γιατί συνήθως αυτά που διαβάζει τα καταπ'ινει και δεν ακούει τις αισθήσεις του μέσα στις γνώσεις..
..........................................................................................................
Ήταν μια παροσδόκητη συνάντηση.
Ήταν καρμική ίσως ίσως και να ήταν θέμα τύχης και μόνον...
Αλλά το σατόρι εκείνη την στιγμή, "της άνοιξε την ψυχή της.
Δεν έχουν όλα τα σώματα την ίδια μνήμη...


΄Σατόρι (βουδιστικός όρος για την φώτιση στο Ζεν.Είναι η κατανόηση. Μια βαθιά κατάσταση φώτισης...
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου