Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

οι άγιοι καταραμένοι των λιμανιών

Οι λέξεις έπεφταν ζαλισμένες πάνω στο βρεγμένο δάπεδο, η βροχή την περασμένη νύχτα είχε ξεπλύνει όσα μπορούσε.
Υπάρχουν κι εκείνα που δεν πλένονται.
Επαναλαμβανόμενα μοτίβα, εισαγωγή, εξαγωγή ανθρώπων σαν να ήταν φρονιμίτες επάνω στην καρέκλα ενός γιατρού κουρασμένου από την βρομιά των ανοιχτών στομάτων.
Έχω μυρίσει τέτοιες βρόμες που έχουν έρθει από εσωτερικά στόματα.
Δεν με αποστείρωσα και δεν με φύλαξα όσο θα έπρεπε.
Και λοιπόν; Αμόλυντη βγήκα, μόνο στην αρχή λίγη κούραση κι έπειτα ένα πρωινό ξεκίνησα πάλι για το λιμάνι.
Στο λιμάνι, παίζουν μουσικοί μαύροι, τρομπέτες και σαξόφωνα .
Πίνουμε και καπνίζουμε. Ένα γυάλινο μάτι πάντα μας κοιτάζει σαν γάτος που αυτοτραυματίστηκε. Είναι του Μπάμπη. Γύρω στα εξήντα, έχει ξεχάσει τον αριθμό των γυναικών που πήγε. Και τι παράξενο, είναι από αυτούς που αγαπούν την γυναίκα. (Η γνήσια γυναίκα είναι σαν την καλή λογοτεχνία, ποτέ δεν την ξεχνάς, σε έχει σημαδέψει χωρίς κόπο), αυτά λέει κι εγώ ξαναπίνω με τους άλλους.
Είμαι πάντα νηφάλια. Μόνο μια νύχτα δεν ήμουν, τότε που μου είπαν πως πέθανες από την βελόνα. Οι λέξεις έπεφταν πάνω μου σαν τίγρεις, μου ξέσκιζαν την καρδιά και έκαναν την χολή μου λάσπη.
Ο Μπάμπης είχε πέσει πάνω μου και φώναζε, ( μην κάνεις έτσι κούκλα μου).
Τράβηξα το πένθος πάνω μου σαν μαγνήτης, πάντα το τραβούσα, είχα μια σαφή τάση στο δράμα από παιδί. Βασικά πενθούσα μέσα μου, ένα μαύρο σεντόνι είχε καλύψει τα πάντα. Δεν έβλεπα, δεν αισθανόμουν, μόνο άκουγα τους μαύρους μουσικούς να παίζουν και έβλεπα μπροστά μου φυτείες και σκλάβους. Και κάτι από μέσα μου έπιανε να ελαφραίνει.
Μετά κατάπινα βιβλία, είχα κολλήσει με τους καταραμένους, τους ξενύχταγα και τους έβαζα να πιούν. Ο Μπωντλαίρ ζητούσε όπιο και εγώ του χάιδευα μάτια. ( Κλάψε μαζί μου για όλα, εγώ για σένα κι εσύ για μένα), αυτά του έλεγα και ξαπλώναμε σε ένα ντιβάνι σαν αδέλφια.
Μια αλαφιασμένη νύχτα με έβαλε να πιω λίγο από το αίμα του.
Έτσι γίναμε αδέλφια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά κάποιες φορές συμβαίνει να υπάρχουν άνθρωποι που από παιδιά τραβούν τον πόνο σαν το μητρικό γάλα.
Μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια σε είδα στον ύπνο μου.
Ταραγμένο βλέμμα όπως πάντα κι όμορφος σαν διάφανος. ( Την Φέντερ την κράτησε αυτός ο γέρο τράγος ο ενεχυροδανειστής), μου είπες και μου χάιδεψες τα μαλλιά.
(Έχεις ανάγκη συνεχώς από αγάπη, θέλω να σε προσέχεις), αυτό είπες κι εγώ ράγισα.
Έχω, σκέφτηκα σαν ξύπνησα αλλά τώρα ξέρω.
Δεν χρειάζεται δα τόση προσπάθεια να την αποκτήσω, χρειάζεται προσπάθεια να την διατηρήσω..
Σαν ήρθε η νύχτα έβαλα στο στόμα μου το βυσσινί κραγιόν και τράβηξα στα μάτια μου μαύρο μολύβι.
Πήγαινα στο λιμάνι, στους γνωστούς αγαπημένους μουσικούς.
Χάρηκα τόσο που σε είδα στον ύπνο μου, είσαι πάντα η πρώτη μου αγάπη.
Μπήκα στο μαγαζί και με χαιρέτησε ο Μπάμπης. (Ωραίο κραγιόν), μου είπε γελώντας.
(Άθλιε, όλα τα προσέχεις), απάντησα και κάθισα δίπλα του.
Κανείς δεν μπορούσε να δει την λύπη μου, γελούσα και μιλούσα με όλους.
Δεν έκανα κάποιο ρόλο, όχι, απλά από παιδί έμαθα να κρύβω τον πόνο μου από τα μάτια τα αδηφάγα.
Στο λέω να το ξέρεις, στον πόνο των άλλων οι άνθρωποι έχουν μάτια αδηφάγα.
ίσως και λίγη ηδονή να πετά την φωτιά της σαν το σπίρτο στο οινόπνευμα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου