Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2014


Είμαστε αυτά που ζήσαμε κι όσα θελήσαμε να ζήσουμε και δεν μπορέσαμε. Είμαστε ο απόηχος ενός όπλου στο μυαλό μας, ιδέες, αισθήματα και αισθήσεις. Μικρές, τρεμάμενες φλόγες στο απέραντο σύμπαν. Κυνηγούμε χίμαιρες κι άλλοι κυνηγούν ένα συρτάρι να τακτοποιήσουν σκέψεις και πράξεις σαν να ήταν λογαριασμοί. Και αυτή η άδικη μεταχείριση των ανθρώπων από άλλους, μετατοπίζει συνειδήσεις και χύνει λάβα και θειάφι. Δώρα χωρίς να περιμένουν αντίδωρα στέκονται στις κλειστές μας πόρτες .Κι εμείς τα κοιτάμε δύσπιστα, τα προσπερνάμε, τα πατάμε.. Μας εκτόπισε ο αιώνας, μένει μέσα στην χρονοσκόνη η φράση του Άμλετ <<καταστρέφεις την νύχτα>>. Ο Οιδίποδας τυφλός είναι απέναντι στον ολοφώτεινο Απόλλωνα, ώσπου τυφλός αρχίζει να ακούει τις λέξεις και να βλέπει. Η γνώση αφαιρεί την τύφλωση . Ο Ζιντ όμως ,είπε, με τις ιδέες δεν γράφονται τα βιβλία. Είμαστε αυτό που είμαστε, αυτό που έμεινε μέσα στην μάχη με τον χρόνο. Μπορούμε να φορέσουμε ένα ρούχο λαμπερό που θα έχει σιωπή και να τυφλώνουμε τους άλλους με το χρυσοκέντημα του.. Η Ελλάδα έχει έναν περίεργο λαό. Τούτη την στιγμή που είμαστε μέσα στο μάτι του κυκλώνα και ζούμε την τραγωδία όπως την έφτιαξαν αιώνες πριν καρδιές αετών, τούτη την στιγμή ακριβώς ούτε δρούμε, ούτε ακούμε. Ούτε καν θίασος, ούτε χορός είμαστε .Γιατί δεν είμαστε μαζί.Ο Καθένας είναι στον κόσμο του. Πάντως διψάμε για αλήθεια και αγάπη. Και κάτι χρειάζεται να κάνουμε για αυτό. -Ύπνος-;

Καθώς η Ηλέκτρα, αναδύεται μέσα από τον Ωκεανό των ανέραστων και φοβισμένων εραστών της, πενθεί ξανά τον Έρωτα. Διατηρεί φαινομενικά την εσωτερική της ισορροπία ενώ ετοιμάζεται να διατηρήσει την σιωπή της. Πνιγμένη μέσα στο πάθος της, συναντά την Μήδεια, της εξιστορεί τις άθλιες ιστορίες ενός κόσμου όπου κινείτο σαν λόχος όπου αφοπλίζεται το στόμα της αλήθειας και για τις δυο τους. Η αλήθεια μοιάζει με την σφίγγα, σφίγγει γερά τον σφυγμό της καρδιάς τους. Η Ηλέκτρα κι η Μήδεια παραπατώντας σαν μεθυσμένες γονατίζουν στον βωμό της θυσίας. Τον εαυτό τους θα θυσιάσουν , όχι τον Έρωτα.. Φοβηθείτε τις για το μεγαλείο της πράξης τους ,ή ,αποφασίσετε να τις λατρέψετε εσείς, παιδιά της αμφιβολίας Παιδιά των σχεδιασμένων αφορμών.. -Δικαίωμα

Το να ζω με τις χίμαιρες μου είναι ζωτικό. Δεν μπορώ τα τακτοποιημένα πράγματα, τα αποστειρωμένα. Στην ζωή μου θέλω αλήθειες που ανοίγουν πληγές ή άπειρα ψέματα, ειπωμένα με μαγεία. Πιστεύω πως για ένα δημιουργικό έργο χρειάζεται ο δημιουργός να διαθέτει την αγωνία και τον ενθουσιασμό του εφήβου, να υπάρχει δηλαδή μια <<χύμα>> κατάσταση, να μην υπάρχει αγωνία για το αποτέλεσμα και την κρίση των τρίτων. Από την στιγμή που θα μπει στο πλάνο η αγωνία για το αποτέλεσμα η εκρηκτική δημιουργία έχει τελειώσει. Ο δημιουργός θα είναι κλειδωμένος σε κάποιο ντουλάπι. Ο έρωτας είναι η καταλυτική μορφή τέχνης. Το να ζεις ερωτικά όλη σου την ζωή είναι η υψηλότερη μορφή τέχνης. Για να διατηρήσεις ακέραια την γενναιότητα και το πάθος σου χρειάζεται να αποφεύγεις τους μεγαλόστομους, τους ματαιόδοξους τα ψώνια και γενικά αυτούς που δεν έχουν καύλα για ζωή αλλά έννοια για μια απλή επιβίωση. Ερωτικοί άνθρωποι δεν γίνονται, γεννιούνται.. -εκ του μικρού μου παρατηρητηρίου - υγ σκέψεις που ήρθαν μετά από μια συζήτηση με αγαπημένο μου πρόσωπο

Σήμερα, θα σου μιλήσω για ένα γεγονός που συνέβη όταν ήμουν κάπου στην τρίτη γυμνασίου άγνωστε φίλε μου. Τότε που ο Νικολαΐδης κατέκλυσε την ζωή μου με τις ταινίες του κι άρχισα να αντιλαμβάνομαι λίγο τι είναι η γλυκιά συμμορία. Πολλά χρόνια πριν, η Ροκ είχε εισβάλει στο πρώτο μου στερεοφωνικό και έτρεχα σε όλες τις περιοχές της Αττικής για να μου μεταφράζουν στίχους φίλοι , πολλές φορές είχα απογοητευτεί με κάτι στροφές του στυλ <<μωρό μου ήρθα, είμαι κατάκοπος γιατί δούλευα όλη μέρα και θέλω να σου κάνω έρωτα>> ναι, κάτι μπλουζ ήταν, αλλά όλες τις φορές έπεφτα σε έκσταση από τον Μόρρισον και τους Φλόυντ , τον Ντύλαν και τόσους άλλους που δεν θα τελειώνουμε να ονοματίζουμε. Η γλυκιά συμμορία λοιπόν, περιλάμβανε για μένα τους φίλους μου και τον πρώτο μεγάλο μου έρωτα με έναν άντρα-ψάρι που έπαιζε εκπληκτική ηλεκτρική κιθάρα αλλά δεν πίστευε στον εαυτό του. Ας μην γελιόμαστε, ούτε εγώ πίστευα κι ίσως και τώρα δεν πιστεύω. Σημασία για μένα έχει σημασία να αρπάζεις την ζωή και να ρίχνεσαι στην φωτιά ή στο παγωμένο νερό με όλη την δυναμική της καρδιάς σου .Γι αυτό δεν χρειάζεται να πιστεύω σε τίποτε παραπάνω από αυτό, <<θέλουμε τον κόσμο και τον θέλουμε τώρα>>, ακριβώς αυτή η ανάγκη μου για ζωή με έφερε σε έναν κόσμο γεμάτο περιπέτειες που δεν μετάνιωσα παρά για απολύτως ελάχιστες και πάντως όχι αυτές που αφορούν εκείνο το χρωματιστό μου ρον εντ ρολλ ένδοξο παρελθόν.. Έχω σε σημειώσεις και στην μνήμη μου έναν γεμάτο μαγεία κόσμο, τα εγkόνια μου δεν θα προλάβουν να βαρεθούν να ακούνε και οι φίλοι μου επίσης.. Στην δική μου γλυκιά συμμορία λοιπόν ανήκε η Β. ο Π. η Κ. η Τ. κι ο Α.. Φυσικά το εννοούσα και το εννοώ πως θα μπορούσα να δώσω την ζωή μου για αυτούς. Μέσα στην τάξη λοιπόν, τα δυο πιο αντιδραστικά κορίτσια ήταν η Κ. κι εγώ. Η Κ. φορούσε αμέτρητα βραχιόλια σαν την Τζόπλιν, είχε ακριβώς τα μαλλιά της και θα λεγα πως ξοδευόταν με γελοίους έρωτες, ερχόταν στο σχολείο με μαύρους κύκλους από τα ξενύχτια στα αγαπημένα μας << ροκ υπόγεια>> και φορούσε καστόρινα σακάκια πάνω από την γελοία ποδιά την οποία σαφώς βγάζαμε καθώς περνούσαμε την πόρτα του σχολείου-φυλακής με τα ψηλα κάγκελα και χυνόμασταν στο Π. όπου χανόμαστε σε συζητήσεις με μπητ ποιητές, πιο πολύ εγώ, η Κ. βαριόταν, μιλούσαμε για μουσική και ταινίες και φυσικά για τα στέκια. Σε πολλούς όφειλα κάποιες γνώσεις που πήρα παραπάνω από αυτά που άκουγαν και διάβαζαν.. Με την Κ. είχαμε ξεκαθαρίσει την θέση μας με τους όλους, δεν ανήκαμε ούτε γουστάραμε να ανήκουμε στους όλους. Τότε, ή μάλλον δυό χρόνια πριν κατακλύσουν στο Rebember στην Πλάκα οι κονκάρδες εγώ είχα ήδη φτιάξει την δικιά μου με τον Μόρρισον, αυτοσχέδια κονκάρδα που έχασα μαζί με άλλα σε μια μετακόμιση. Η Κ. <<έλεγε>> απλά στους καθηγητές το μάθημα της κι όποτε της έλεγαν μπράβο γιατί εκείνη δεν διάβαζε, τα έπαιρνε από την διδασκαλία , τους έλεγε γιατί πράγμα μπράβο; Συμπαθούσε τον Π. τον αγαπημένο μου που έμοιαζε πάρα πολύ με τον Γκάλλαχερ και γενικά ήταν η πιο αγαπημένη μου όλων. Ήταν γνήσια, ήταν άνθρωπος που μπορούσες να πιστέψεις και να στηριχτείς.. Μια μέρα λοιπόν ανακαλύψαμε τα λευκώματα, αυτά τα τετράδια που σε ρωτούσαν τι είναι φιλία, τι είναι έρωτας και απαντούσαν με ψευδώνυμα, εμείς ήδη είχαμε τα δικά μας σαν παρατσούκλια,πολύ πριν, κάνοντας τις νυχτερινές ροκ διαδρομές μας. Γράφαμε λοιπόν και πέφταμε κάτω από κάτι απαντήσεις που μας θύμιζαν παιδαριώδεις καταστάσεις.. Κάποια στιγμή ένιωσα την Κ. μου να πέφτει σε μεγάλη μελαγχολία και να κάνει συνέχεια κοπάνες από το σχολείο. Τα μάτια της έμοιαζαν άδεια και το γεμάτο σάρκα στόμα της δεν άνοιγε σε χαμόγελα. Μην νομίζεις κι εγώ έτσι ήμουν, από παιδί κωλοχαρακτήρας ήμουν, υπερευαίσθηστη και σαν να ήμουν συνέχεια αλλού, και κουβαλούσα συνέχεια λύπη.. Αλλά η Κ. δεν ήταν έτσι. Μιλώντας λοιπόν μαζί της στο Πρόμπλεμ κι αφού είχαμε χορέψει Στόουνς αγκαλιάζοντας ο ένας τον άλλον και κάνοντας κύκλο στην πίστα, εκείνο ακριβώς το βράδυ που είδα στην τουαλέτα να σουτάρει ο Πρίγκιπας και τα έπαιξα, μου είπε πως τελευταία είχε αρχίσει να παίρνει χάπια, Μαντράξ, Αρνταν και δεν θυμάμαι τι άλλο. Δεν τα πήγαινα καλά με τις ουσίες, δεν ήθελα να φτιαχτώ έτσι, είχα την μουσική τα βιβλία και τις ταινίες για να φτιάχνομαι και να <<φεύγω>>. Επίσης αυτό το φεύγω- έρχομαι με τον έρωτα μου τον Π. με έφτιαχνε, δεν στο κρύβω ,πολύ. Η Κ. λοιπόν άρχισε να κυλάει. Να φεύγει.. Και τότε, ένα ηλιόλουστο μεσημέρι που καμπουριασμένη πίσω πίσω , τελευταίο θρανίο,διάβαζα Ποπ και Ροκ (αχ Νταλούκα και Πετρίδη), τότε ακριβώς που έβλεπα ξανά άδεια την θέση της μου στειλαν ξανά να γράψω σε ένα γελοίο λεύκωμα χέρι με χέρι. Και τότε, η γλυκιά συμμορία μου έδωσε μια υπέροχη έμπνευση Θα χρησιμοποιούσα τον μοναδικό λόγο που με αγαπούσαν οι καθηγητές μου, το μάθημα της έκθεσης , ναι, θα έγραφα σαν άντρας και θα υπέγραφα σαν Τζόνυ. Θα έκανα κάποιο σχόλιο στα λεγόμενα της και θα της έλεγα πως είναι ένας πανέμορφος τύπος αρκετά ιδιόρυθμος, πως τον ξέρω αλλά είναι απλησίαστος και συχνάζει όπου πάμε κι εμείς. Έγραψα κάτι καυστικό κάτω από την απάντηση της και πήγα σπίτι της. Τα άδεια μάτια της λίγο έλαμψαν, της είχα παρακινήσει την περιέργεια της. Της μίλησα έντονα για τα χάπια, της μίλησα για την μουσική, πήγαμε στο σαλόνι και βάλαμε Σούπερτραμπ, με ρώτησε για τον Τζόνι, της παρουσίασα ότι είχα στο κεφάλι μου . Απάντησε στο σχόλιο του, σχόλιο μου. Την άλλη ημέρα ήρθε σχολείο. Πιο ζωηρή , πιο ευχάριστη, πιο αντιδραστική. Πήρα το λεύκωμα, υποτίθεται το πήγα στον φίλο μου Τζόνυ, της απάντησε. Η Κ. συνέχισε να έρχεται σχολείο, όλη η Φωκίωνος έπαιρνε χάπια, το σχολείο χαπακωνόταν. Και ξαφνικά έπρεπε να γίνω άντρας. Άντρας που θα έπειθε την Κ. να σταματήσει τα χάπια γιατί το φτιάξιμο αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά στον έρωτα και την μουσική. Πήρα καρδιά, συκώτια, πνευμόνια, τα έβαλα στο χαρτί και έγινα άντρας. Η αγάπη μου γι αυτήν και η ευκολία να γράψω ερωτικά ,μας οδήγησε σε μια αλληλογραφία που ο ταχυδρόμος ήμουν εγώ. Το βράδυ την ερωτευόμουνα, την παρατηρούσα, άκουγα τις σκέψεις της, ξυπνούσα τις αισθήσεις της, της μιλούσα για έναν άλλο κόσμο όπου εκείνη δέσποζε με το πορτρέτο της. Το πορτρέτο της με μάτωνε, η σχέση αυτή με μάτωνε, με μάτωνε που οι λέξεις είχαν τόση δύναμη επάνω της, οι δικές του λέξεις,οι λέξεις ενός άγνωστου κι όχι οι δικές μου, της φίλης της, του μέλους της γλυκιάς συμμορίας μας.. Αυτό κράτησε γύρω στους επτά μήνες, μια μέρα ήρθε και μου είπε πως πολύ πιθανόν έτσι όπως τον περιέγραφα να τον είδε την προηγούμενη νύχτα στο Πρόμπλεμ. Ήταν λέει καθισμένος απέναντι της , είχε πράσινα μάτια και ξανθές μπούκλες και την κοιτούσε όλο το βράδυ. Ναι, την βεβαίωσε ο Τζόνυ την επομενη μέρα, εγώ ήμουν και σε έβλεπα. Η Κ. πετούσε, ήταν ξανά το δραστήριο λαμπερό μου πλάσμα, μέλος της καρδιάς μου, μέλος της αγάπης και κομμάτι της. Ξεπέρασα την ανόητη ζήλια μου για τις λέξεις. Απολάμβανα την ευεργετική τους δύναμη επάνω της αλλά και ευγνωμονούσα την μαγεία τους καθώς με μεταμόρφωναν σε κάτι άλλο. Εξερεύνησα για πρώτη φορά την αντρική φύση και την γυναικεία μαζί γράφοντας της.. Και κάποια στιγμή ερωτεύτηκε στα αλήθεια όταν<< φυγάδευσα>> τον Τζόνυ στο εξωτερικό για σπουδές. Αυτό που έμεινε ήταν σελίδες που μύριζαν πατσουλί.. Μεγαλώσαμε. Μετά παντρευτήκαμε και χαθήκαμε. Και πολύ πολύ μετά, βρεθήκαμε στο σπίτι της. Και καθώς πίναμε ποτάκια με ρώτησε( αλήθεια, είχες νέα από τον Τζόνι); (Ο Τζόνυ είναι καλά κι είναι μπροστά σου), της είπα γελώντας. Και γύρισα πίσω σε κείνες τις μέρες και της διηγήθηκα τα πάντα. Σκέψεις, συναισθήματα, ρέανε μαζί με μουσική, μαζί με αγάπη, αγάπη, αγάπη, άγνωστε φίλε μου. Η Κ. πέθανε, ο Π. πέθανε, οι άλλοι έφυγαν σιγά σιγά. Από τότε ψάχνω την γλυκιά μου συμμορία. Κάτι φανερώνεται και υπάρχει. Και ζω. Χωρίς να πιστεύω σε μένα. Στις συμμορίες πιστεύω. Να πάνε να γαμηθούν όλα τα άλλα. Μερικά πράγματα υπαγορεύουν την ύπαρξη μου, την ύπαρξη σας. Βρείτε τα, μόνο μην φοβάστε να ζήσετε όπως είστε, τρωτοί, λεκιασμένοι, μοιραίοι αλλά υπέροχα ωραίοι. -Μια εξομολόγηση μου αυστηρά προσωπική, η δικιά μου γλυκιά συμμορία- Υγ η φωτο μου, ανήκει σε εκείνη την εποχή, την εποχή της τρυφερότητας...

Ο Φθινόπωρος , μελίρρυτος, απαλός σαν τον αέρα που μπαίνει στο δωμάτιο από τις μισάνοιχτες κουρτίνες. Νομίζεις πως τα έχεις δει όλα. Αλλά δεν είδες αυτόν. Που κινείται επάνω σε κίτρινα, μοβ, κόκκινα φύλλα, μυρίζει σαν υάκινθος , δεν αγαπά τις εκκλησίες παρά μόνο για την μεσημεριάτικη ησυχία τους , όπως εγώ. Κουλουριάζεται σαν το έμβρυο τις νύχτες και το χέρι του είναι κάτω από το μαξιλάρι του. Έχει τρυφερές αδυναμίες, έχει μελαγχολικές μεταπτώσεις και κάποτε νιώθει σαν να ναι γέρος, σαν πεύκος που έζησε έναν αιώνα. Πες μου, έχεις παρακολουθήσει τον αγώνα που κάνει ένας άνθρωπος για να μένει άνθρωπος; Πόσες φωτιές έζησε, πόσα ποτάμια κολύμπησε, πόσες πόρνες ανακάλυψε κάτω από μελό παραστάσεις, πες μου ξέρεις; Ξέρεις πως ποτέ δεν βιάστηκε να ξεπουλήσει; Όταν συναντήσω τον Φθινόπωρο θα καθίσω δίπλα του και δεν θα μιλώ. Αυτά που αξίζει να ειπωθούν έχουν ήδη συμβεί και τα προβάλλει η σιωπή μας.. Αμέτρητα πουλιά πετούν στην καρδιά μου. Η τρυφερότητα βλαστίζει. Γιατί στο κάδρο του κόσμου δεν είσαι μόνος σου.. -Φθινόπωρος

Κινείται ανάμεσα στα κενά κτίρια χωρίς βιασύνη ,τα χέρια του είναι στις τσέπες,έχει μια ματιά που αρμόζει σε αυτόν που κινείται με μια λεπτή γνώση επάνω σε τεντωμένο σχοινί. Ξέρει τον κίνδυνο και συνήθως τον αποφεύγει, ανάλογα την περίσταση σαφώς, γιατί αν ο κίνδυνος έχει ερωτικό κλειδί τότε θα γίνει ο ίδιος η πόρτα κι η κλειδαριά. Τα μάτια του έχουν μια πληγωμένη φλόγα, μια φιληδονία κρατά τους τόνους της σε ψηλό επίπεδο, έχει ανάγκη τον έρωτα, θέλει να ερωτευτεί αλλά ψάχνει βαθιά, μπαίνει σε βυθούς από κόκκινο και τυρκουάζ και ψάχνει μια γυναίκα που θα κινείται σαν αυτόν. Πολύ τελευταία τον έχει εντοπίσει μια γυναίκα καλά εκπαιδευμένη στην λύπη και στην χαρά. Ο έρωτας γι αυτήν είναι σαν την αναπνοή, χρειάζεται πνεύμονα και αίμα για να αφεθεί να σαρωθεί. Πιστεύει πως κατά βάθος την φοβάται αλλά και κάτι την σπρώχνει να πιστεύει το αντίθετο. Επίσης κάτι την σπρώχνει να τον κοιτάζει, πέραν του πόθου νιώθει σαν να τους συνδέει μια κοινή κλωστή, όχι δεν ανήκει σε αυτούς που χρειάζονται κάποιον που τους μοιάζει , όμως κάτι μέσα της της λέει πως ίσως έχουν κοινές ιστορίες. Πλαγιομετωπικές κροταφικές απολήξεις. Πληγές. Αγάπη. Έρωτα. Τώρα κοιτάζει τα μαλλιά του, θα ήθελε να χώσει τα δάχτυλα της ανάμεσα στα μαλλιά του. Θέλει να του πει να πάνε στο λούνα παρκ και να μπουν μέσα στα συγκρουόμενα αυτοκίνητα. Θέλει να τον γητέψει και να γητευτεί κι αυτή. Θέλει να του αποδείξει πως είναι το ίδιο φετιχιστές, κι αυτή συγκρατεί μυρωδιές και αφές. Θέλει να του πει πως τα μάτια του αποτελούν ένα λαμπρό φετίχ στην καρδιά της, στην σάρκα της. Πως όταν τον σκέφτεται γράφει σημειώσεις που γίνονται κόκκινες και μπλε. Σημειώνει λέξεις του παλιού κόσμου, αυτές οι σημειώσεις ανήκουν στον παλιό κόσμο. Κι αυτός ο άντρας μοιάζει να είναι κομμάτι αυτού του παλιού κόσμου. Το παζλ των σημειώσεων απλώνει. Κι ύστερα η γυναίκα, βουλιάζει στην θάλασσα, μαζί του. Και κολυμπάει δίπλα του.. -Σημειώσεις-

Οι πέντε αισθήσεις Στα πέντε μου όταν έτρωγα ζεστό ψωμί στον φούρνο στο Μπραχάμι Στα πέντε όταν είδα εκείνο το αγόρι στο νηπιαγωγείο και ερωτεύτηκα για πρώτη φορά Όταν μύριζα το άρωμα της πρώτης μου αγάπης (όταν μυρίζω ακόμη αυτό το άρωμα στον δρόμο, γυρίζω και κοιτάζω χωρίς να το θέλω τον άντρα που το <<φορά>> Στα δεκαπέντε, όταν ήμουν ξαπλωμένη στην κόκκινη φλοκάτη και άκουγα την θεική φωνή του Robert Plant Στα έξι μου όταν άγγιξα γάτα
Θα σου χαρίσει κάτι από το δέρμα της, κρούστες του αρώματος της θα σε τυλίξουν σαν χάδι, δεν θα υπάρχει κάτι άλλο κάτω από τις υποσχέσεις της. Έμαθες πια πως μερικοί άνθρωποι δεν φταίνε αλλά είναι η φτιαξιά τους έτσι, μοιάζουν ολόκληροι σαν υποσχέσεις, σαν μαγικές υποσχέσεις. Θα σου χαιδέψει τον λαιμό με χέρια κύκνου, τα μάτια της μοιάζουν σαν αστραπές κεντημένες με αστέρια, θα ρθει πίσω σου, εκεί που είσαι καθισμένος και ο ήλιος θα την φωτίζει από το ανοιχτό παράθυρο, λαμπρές στιβάδες φωτός θα τρυπούν το κεχριμπάρι της επιδερμίδας της. Θα σου δοθεί άνευ όρων αν έτσι έχει αποφασίσει. Θα σε δοξάσει και θα σε κάνει να γίνεις κομμάτι των χαμένων Ωκεανών. Το αίμα σου θα γυρίζει μέσα στο σώμα σαν μεθυσμένο, σαν ζαλισμένο γλυκά από μια θύελλα που έρχεται υπόγεια, άπειρες φορές θα σου κλείσει το στόμα με φιλιά που θα έχουν κάτι από τους αδέσποτους σκύλους για να μην πεις <<σε αγαπώ>>. Να μην πεις αυτήν την λέξη που αιώνες τώρα δοκιμάζεται σαν χώρα που πολιορκείται. Έχει την δύναμη που διαθέτει ένα μυθικό ζώο, ένα λευκό άγριο άλογο που χύνεται λεύτερο σε κοιλάδες ανθισμένες με πασχαλιές. Θα σε κοιμίσει με τα πόδια της γύρω από την μέση σου τραγουδώντας σου λέξεις του Νότου. Δεν είναι απλά μια ερωμένη. Είναι η γυναίκα. Θέλει να την ζήσεις και να σε ζήσει. Αλλά εσύ ,ενώ έξω από το σπίτι σου θα πέφτει μια άγρια βροχή , ενώ θα ακούς ένα μοβ και κόκκινο μπλουζ, εσύ θα αποφασίσεις να το βάλεις στα πόδια. Δεν θα συνεχίσεις να μαθαίνεις τι υπάρχει μέσα στο πλάσμα που λέγεται έρωτας. Γιατί ο έρωτας είναι ένα πλάσμα εδώ που τα λέμε που τσαλακώνει. Δεν σηκώνει βερμπαλισμούς υποκρισίας, χρειάζεται να βγάλεις τα ρούχα σου και να βγεις γυμνός έξω στον δρόμο. Αλλά εσύ φοβάσαι, χρόνια τώρα φοβάσαι. Γι αυτό ,όταν τον βρίσκεις τον ματώνεις με την άρνηση σου,πριν προλάβει να σε ματώσει, ζεις με το κατά συνθήκη ψεύδος σου. Φύγε ξανά, θα δει την σκιά σου στον τοίχο και θα καταλάβει. Απλά θα σε καταλάβει. Και θα σε συγχωρέσει. Είναι γυναίκα, δεν είναι απλά μια ερωμένη... -Άτιτλος

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΕΠΟΧΕΣ 1. Η Άνοιξη 'Όταν σε συνάντησα, τα ηφαίστεια του κόσμου, έβρεχαν φωτιές Οι κομιστές του θανάτου παρέδιδαν πτώματα Εσύ μασούσες πέτρες , όχι όπως ο αρχαίος, ήθελες με αυτές, να ανοίξεις στο σώμα σου πληγές Να πέσεις στην θάλασσα σαν ένα βαρύ πακέτο Μιλήσαμε και έπαψες Σου έδειξα πως μιλούν στις γάτες, πως οι σκύλοι μπορούν να σου χαρίσουν χαμόγελο Χορέψαμε με τον ποιητή στο κίτρινο βιβλίο του, χορέψαμε με την φράση του πως η Ευρώπη είναι η συνέχεια του Βαραββά Κάναμε κουράγιο 2. Το Φθινόπωρο Είχες πάψει πια ,να θέλεις να εκδικηθείς τον εαυτό σου, μέσα από τους άλλους Είχες πει, αλλοίμονο σε αυτόν που θα μου ξυπνήσει τον θυμό μου Κάτι με έκανε να σκιαχτώ, αλλά ήταν μεγάλη η δίψα για ζωή κι αγάπη, αυτό πίστευα πως κι εσένα σου ήταν αρκετό Φυσούσαμε τα φύλλα από τα παγκάκια και ανάβαμε φωτιές στους άστεγους να ζεσταθούν Ατέλειωτη η ερημιά της πόλης γύρω μας Ο Λυκαβηττός έκλαιγε , έψαχνα πευκοβελόνες του νησιού να βάλω στα μάτια μου να μην βλέπω τα δάκρυα Μετά, σε στέκια μοβ και κόκκινα τραγουδούσαμε μαζί με την Μπίλλυ Γελούσαμε πικρά για όλους εκείνους που μετανάστευαν αλλού, πέρα από τον Νότο, ξέρναγαν χολή μέσα από φυλλάδες Αποικιοκρατών για την έρημη, κουτσή χώρα μας, το στήθος μας πλημμύριζε από αίμα μαύρο, αυτούς, το μόνο που τους ένοιαζε ήταν ένα γραφείο.. Μαζεύαμε πόνο και τον κάναμε χαμόγελα 3. Ο Χειμώνας Τον Χειμώνα, τον ονόμασα δεύτερη εποχή Έγραφες ακούραστα κι αγόγγυστα ποιήματα, τα διάβαζες σε αίθουσες ,που πολύ εύκολα, θα ονόμαζα ψυγεία πτωμάτων Άρχισα να σε βλέπω σαν νεκρό κι εσένα Κίτρινος σαν το θειάφι ,από φιλοδοξίες που με επιμέλεια έκρυβες κάτω από μια νωθρή ντροπαλότητα Τι μάταια όλα τούτα σκεφτόμουν, ζητούσα να διαβάσω ποιήματα των καταραμένων πίνοντας και καπνίζοντας Τότε άρχισες να μιλάς για τον Χριστό Σου μίλησα για τον Διάβολο του Μπωντλαίρ Αλλά εσύ άρχισες να μεταμορφώνεσαι σε ένα άμορφο πλάσμα , πνιγμένος στο θειάφι,και στριμωγμένος στις εκκλησίες, ταυτόχρονα άρχισες να απενοχοποιείς την ηδονή, μόνο για να σε βοηθήσει να γράψεις την λέξη μουνί, την λέξη πούτσος Τίποτε από τις ηδονές δεν ένιωσες Κατά βάθος μισούσες την γυναίκα Κι ήρθε η μέρα που σου είπα θα φύγω, θα πάω πιο Νότια, στα ελληνόφωνα χωριά της Σικελίας, να πιώ λιαστό κρασί και να μιλήσω με τις ρυτίδες των γερόντων Και τότε άρχισες να μασάς ξανά πέτρες.. 4. Το Καλοκαίρι Όταν άρχισα να τσουλάω επάνω στην θάλασσα, η ευεργεσία της γης, μου άνοιξε τα σπλάχνα Γινόμουν πάλι παιδί και γελούσα με τους γάτους και τους σκύλους Ταυτόχρονα έμαθα να κάθομαι στις καρέκλες όπως τα αηδόνια Είχα μάθει την γλώσσα των πουλιών συνομιλώντας με τους γέροντες , ήξεραν αυτοί γιατί ήταν πιο κοντά στον θάνατο Μασούσα τροφές που τους περίσσευε η αγάπη, έπινα κρασί που το χε φτιάξει με τέχνη ο ήλιος στα αμπέλια Τότε, μια μέρα που ήμουν μέσα στην θάλασσα, κι είχα ξεχάσει τον πόλεμο, τον Χριστό, την Ευρώπη, τον Βαραββά, ήρθε και με βρήκε ένα αηδόνι, μίλησα με την γλώσσα του ,μετά έκανα επισκεπτήριο απογευματινό στο κοιμητήριο των προγόνων μου, ήταν ηλιοβασίλεμα γλυκό, χυμένο πίσω από τα βουνά. Στο κοιμητήριο με βρήκε το αηδόνι κι άρχισε να μου θυμίζει τι είναι ο πόνος Πως πέτρες έριξες σε ότι αγάπησα προσπαθώντας να σκοτώσεις μου είπε, έτσι άνανδρα, έτσι όπως ένα φίδι τινάζει το δηλητήριο από το δόντι του, έτσι προσπάθησες να σκοτώσεις, ότι στην πραγματικότητα με στήριζε, ότι μου θύμιζε την δύναμη των δέντρων, ότι μου άπλωνε δύναμη να αντέξω τον ανίερο πόλεμο Με όπλα κι εσύ Με όπλα Οι νεκροί γύρω μου φώναζαν, τον Βαραββά, τον Βαραββά Τίποτε δεν άκουγα κι έπειτα έπαψαν, το ίδιο απότομα όπως ξεκίνησαν. Εκεί σε έθαψα Μαζί με τις πέτρες σου και τα ποιήματα σου Έπειτα σε έκαψα, χωρίς τελετές, χωρίς συγκινήσεις , σε σκόρπισα στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Κι είπα να σε συγχωρέσει η άβυσσος και το κενό Ο Πλούτωνας κι οι Καρυάτιδες Μα ξαναθυμήθηκα χωρίς να θέλω, αυτός ήταν ο πόνος που μου χάρισες, πως ο άνθρωπος είναι μόνο σκατά, αίμα και υγρά Πότε πότε δανείζεται κάτι από τους αγγέλους, μα είναι τόσο ενοχικός από την φύση του που και τους αγγέλους τους ονομάζει μύθους Ας είναι. Έζησα. Μέσα στον πόλεμο επέζησα. Και κάνω τον πόνο λιβάνια και λέξεις και ρόδα με φύλλα εκατό Και γιατρεύτηκα...
Αυτόν θα τον πούμε Νόρμαν κι εκείνη Κατρίνα (όπου Ν και Κ αντίστοιχα) Κάθονται στην όχθη μιας λίμνης μιας σκανδιναβικής χώρας και μιλούν Στην αρχή, ατάραχα κι οι δυό Ν. Ήθελα να σε ρωτήσω, αλήθεια, δεν έχεις βαρεθεί να κάνεις παρέα με τους ίδιους ανθρώπους; Κ. Αρκετές φορές, όμως αυτά που μου αρέσουν δεν μπορώ παρά να τα μοιραστώ μόνο με αυτούς, απλά τυχαίνει να μας αρέσουν τα ίδια πράγματα.. Ν. Είναι δηλαδή μόνο θέμα των ίδιων ενδιαφερόντων; Κ. Ναι, αποκλειστικά, βλέπεις δεν μπορώ να μιλάω για βιβλία, μουσική και κινηματογράφο με την μάνα μου , ούτε την ξαδέλφη μου. Ν. Κατανοητό αυτό, αλλά το θέμα της αλήθειας δεν σε αγγίζει; Θέλω να πω πως οι περισσότεροι από αυτούς ζουν σε μια φούσκα. Κ. Τι ακριβώς θέλεις να πεις με αυτό; Ν. Θέλω να πω πως μιλώντας για ποίηση ή κινηματογράφο , επιδεικνύοντας τις γνώσεις τους, καλύπτουν από κάτω την άδεια τους ψυχή. Ποιος από αυτούς γάμησε έτσι που η γυναίκα τον θυμόταν για καιρό; Ποια χύθηκε πάνω του σαν φωτιά; Αν κάποιος έκανε έρωτα σε μια ολοκληρωμένη γυναίκα και κρατούσε αυτό για καιρό και συνέβαινε το τέλος τότε αυτός σαν ξελιγωμένος θα προσπαθούσε να της κάνει κακό ή θα έπεφτε αμέσως σε μια άλλη για να ξεχάσει και θα τα έκανε σκατά, Θα γινόταν πολύ χειρότερα. Κ. Αυτά όλα, πως τα συμπεραίνεις ; Και γιατί δεν μου μιλάς για τις γυναίκες κι έπιασες μόνο την σκοπιά του άντρα; Μήπως είσαι λίγο ανταγωνιστής; (Τα μάγουλα της ανάβουν και καπνίζει με μανία) Ν. Το πιο εύκολο πράγμα είναι να σου πω πως τους παρατηρώ καιρό τώρα, αλλά δεν είναι έτσι, αυτός που έχει ζήσει τόσο έντονα όπως εδώ βλέπει με την μια αυτούς που δεν έχουν ζήσει παρά μόνο στην φαντασία τους.. Κ. Ακόμη κι έτσι, πρέπει να ξέρεις, πως έχουν υπάρξει γίγαντες της τέχνης, που ότι δημιούργησαν. ήταν καθαρά γέννημα της φαντασίας τους κι όχι μια βιωματική περιγραφή. Δεν μου είπες όμως για την γυναίκα, πως την βλέπεις , μίλησες μόνο για τον άντρα. Ν. Οι γίγαντες που λες γλυκιά μου, ήταν πράγματι έτσι ,γιατί ήταν μεγαλοφυείς, πολλοί από αυτούς, είχαν το είδος της τρέλας που σε τινάζει έξω από τον περιορισμένο όγκο της σκέψης και ξεσκεπάζει άλλα τοπία, αθέατα στο μάτι. Όσο για τις γυναίκες που λες ,αυτές δυστυχισμένες, κάνουν έρωτα με ότι φαντάζονται κι όχι ότι υπάρχει. Κι επειδή όλοι αυτοί αντιγράφουν στην ουσία, ακόμη ποιο φρικτό, πηδιούνται με αντιγραφές κι όχι πάντα πιστές. Στο τέλος αναρωτιούνται ποιόν ακριβώς ερωτεύτηκαν. Κ. Τι θέλεις; Αρχίζεις να με εκνευρίζεις, δεν μου είναι ωραίο να ακούω για τους φίλους μου τα χειρότερα. (Πολύ εκνευρισμένη, σηκώνεται επάνω. Την ακολουθεί κι αυτός ενώ αρχίζει και περπατάει ). Ν. Δεν θέλω κάτι δύσκολο, καιρό τώρα παρατηρώ τα μάτια σου πόσο καίνε από ζωή και ανάγκη για έρωτα, μου έχεις κάνει εντύπωση ακριβώς γι αυτό και κινδυνεύω να σε ερωτευτώ, για σένα έρχομαι σε αυτά τα φρικτά μονότονα, ανέραστα φιλολογικά σαλόνια. Κ. Τότε κι εσύ κινδυνεύεις να ερωτευτείς μια εντύπωση και μόνο, όχι μια γυναίκα ολόκληρη ,οχι εμένα, απλά την εντύπωση Σαν τις γυναίκες που είπες πριν, αυτές που ερωτεύονται τις αντιγραφές των ποιημάτων... Και ήδη νιώθω πως είμαι πολύ τολμηρή που συνεχίζω να μιλάω μαζί σου με αυτόν τον τρόπο, ίσως να μην αργήσω να έχω ενοχές αργότερα γι αυτό... Ν. Για μένα οι ενοχές είναι αναπόσπαστο κομμάτι της πραγματικής απόλαυσης. (Της πιάνει το χέρι, την τραβάει επάνω του και την αναγκάζει να σταματήσει). Άκου, θέλω κάτι από εσένα, η λίμνη αυτόν τον καιρό δεν είναι παγωμένη ιδιαίτερα, θέλω να πετάξουμε τα ρούχα μας και να κολυμπήσουμε μαζί. (Αυτή, σχεδόν μένει ακίνητη, τότε αυτός βγάζει τα ρούχα του ένα ένα και τα πετάει μακριά του, μένει γυμνός, το σώμα του αναδύει μια χλομάδα και μια έντονη αρρενωπότητα, την κοιτάζει) Ν. Έλα Κατρίνα, απόδειξε μου πως είσαι ζωντανή, πως είσαι γυναίκα, πως είσαι αυτή που ξέρω κι όχι αυτό που φαντάζομαι. Δεν θα χαθούμε σε μια αγάπη που θυμίζει δεινόσαυρο, δεν θα θυσιαστούμε σαν μικρά ζώα σε βωμούς αγάπης, δεν θα σε χαιδέψω με στοργή για να σε εγκλωβίσω σε ατσάλινες φυλακές, θέλω να σου θυμίσω πόσο αληθινή είσαι. θέλω να σε αγαπήσω όπως αξίζει σε μια πραγματική γυναίκα. Θέλω να με λιώσεις χωρίς προειδοποίηση. Θέλω να δεις πως είναι να ζεις έξω από ένα νεκρό όνειρο, όλα που είναι γύρω σου είναι ένα νεκρό όνειρο... Θέλω να ζήσω, να γευτώ την αλήθεια σου. (Εκείνης τα μάτια θαμπώνουν, κοιτάζει το σώμα του κι αργά αργά νιώθει να ελκύεται από αυτόν ώσπου να γίνεται τυφώνας... Βγάζει τα ρούχα της σιγά σιγά και πιάνει το χέρι του.) Κ. Σαν δυο ελεύθερα ζώα, αυτό θέλω να γίνουμε, δυο ελεύθερα ζώα.. Μπαίνουν τρέχοντας στην λίμνη... υγ, στην φωτογραφία ο Άντονι Πέρκινς ως Νόρμαν Μπέητς στην ταινία <<ψυχώ>>. Άσχετο και καμία συσχέτιση να μην υπάρξει
Τελευταία ,γίνεται πολύς λόγος για την αγάπη, γι αυτό, φορέστε παλτό και βγάλτε από μέσα σας τον κρύο αέρα, στην πραγματικότητα εκείνο που είναι απαραίτητη προυπόθεση της αγάπης είναι να ξέρει κανείς να αγαπάει τον εαυτό του. Έπειτα θα μπορεί να αγαπήσει τους άλλους... Αυτό γίνεται με τρυφερές ή απότομες ενδοσκοπήσεις, δοκιμασίες αλλά και μια βόλτα στην <<πιάτσα>>.. Αν μετά από τεράστιες πτώσεις στο κενό και μετά από χτυπήματα κάτω από την μέση μπορείς να γελάς, χωρίς να σε τρώνε οι τοξίνες μιας εκδικητικότητας, ναι, τότε αγάπα τον εαυτό σου. Έτσι θα μπορείς να αγαπήσεις και να αγαπηθείς.. Μην μασάς, άστους να μιλούν για την αγάπη, τώρα ξέρεις καλά πως όλα είναι θέμα εντυπώσεων. ...ποιος θα κερδίσει από την εντύπωση και όχι από την ουσία.. Γιατί η αγάπη είναι η ουσία... Εκ του μικρού μου παρατηρητηρίου
Η μάνα μου, ζούσε στις πέτρες, όπως ο πατέρας μου, μόνο που ο πατέρας μου έβλεπε και θάλασσα, η διαφορά τους ήταν, πως η μάνα μου όταν φύλαγε τα πρόβατα, δέκα χρονών, ένας λύκος της έφαγε τα δυό , στην καταμέτρηση λοιπόν, αντί για εκατό, τα πρόβατα ήταν ενενήντα οκτώ, τότε ο πατέρας της την έβαλε τιμωρία, μια μέρα νηστεία, κι από τα εννιά αδέλφια της, ο ένας, ο αδελφός της, της έφερε κρυφά να φάει. Μα από τότε η μάνα μου γίνηκε λύκος.. Και κανείς δεν το κατάλαβε, ούτε αδέλφια, ούτε τα ξαδέλφια μου ποτές, ίσως στουςτελευταίους, σε ένα γεύμα που θα ρέει ο οίνος άφθονος θα τους το εμπιστευτώ, μα κι αυτά, λύκους έχουν για γονείς, αφού τους έθρεψαν λύκοι, δεν ξέρω αν είναι η φτώχια μόνο, κάτι μέσα στην καρδιά μου, μού λέει πως δεν είναι μονάχα αυτό, ίσως μια κατάρα που σέρνεται σαν φίδι, ίσως είναι άσεμνο να το πω αυτό, αλλά αυτό μαρτυρά η παιδική μου ηλικία, έτσι λοιπόν ξεχώρισα τον πατέρα μου γιατί έκλαψε μπροστά μου, πράγμα πίστεψε με, ανυπέρβλητο, ίσως σαν του λιβανιού η γαλήνη , μα να, όσο μεγαλώνει η μάνα μου, ναι, τίποτε δεν της συγχωρώ, μα σήμερα, σε ένα γεύμα οικογενειακό που έκανε εκείνη, το είδα το βλέμμα το λυπημένο , σαν κουτάβι ήταν, πως δεν της πέτυχε η τυρόπιτα, αν ξέρεις, οι η Ηπειρώτισσες φημίζονται για τις πίττες τους, σιγανά το είπε, πως δεν μου πέτυχε σήμερα, και θυμήθηκα τον λύκο , και πίστεψε με, ξανά λυπήθηκα, από όσα της είπα κάποτε , ποτέ δεν πήρε αυτό το κουταβίσιο βλέμμα, όλα αυτά που αφορούσαν την λύπη που μου δώρισε γενναιόδωρα, έτσι μόλις στο δικό μου σπίτι έφτασα έφαγα όλη την τυρόπιτα , να καταλάβω γιατί αυτή η λύπη, και μου ήρθαν πέτρες στον λαιμό και γύρεψα ξανά τον πατέρα μου, ξέρω καλά, οι πέτρες κάνουν σκληρούς ή επιπόλαια σκληρούς τους ανθρώπους, τώρα σε ποια μεριά ανήκει η μάνα μου, δεν θα στο πω, 'ηδη πολλά σου είπα, φτάνει ο λύκος που είναι μέσα μου, τον ακούς; φωνάζει... Μα του δίνω μέλι και ξεχνιέται... -Της μάνας οι πέτρες
Εκείνη η παλιά ,δερμάτινη μπερζέρα , κρύβει κάτω από την βουλιαγμένη μεριά της ,όλα τα άγρια μυστικά μου. Καθόσουν βαθιά, και το βλέμμα σου επάνω μου, έπαιρνε τις ντροπές μου και τις μετέτρεπε σε οδύνες κι ηδονές. Καθόσουν βαθιά, και τα χέρια σου ήταν ποτάμια και απάτητες κορυφές. Όλα τα μικρά αγρίμια που φιλοξενούσα χωρίς να το ξέρω μέσα μου, όλα, πήραν δρόμο για την έξοδο. Κι όποτε εκεί καθόσουν, κι εγώ επάνω σου, τότε εκεί συνέβαινε και κάποιο καινούργιο φιλί να ξεπηδήσει από έναν άλλο κόσμο. Κι όποτε εκεί καθόσουν, νέο δέρμα έβγαινε από την σάρκα μου, ίσως να σε σκεπάσει προσπαθούσε για να μην κρυώνεις από την ασχήμια των ανθρώπων. Κι έτσι έμαθα πως αντέχω, πως αντέχω να ζω έξω από εμένα, να ζω μονάχα για εσένα. Κι ήρθε η στιγμή, να γνωρίσω μέσα από εσένα, πολλές ηρωίδες, τις χρειαζόμουν για να μην πέσεις στην ανία και την ρουτίνα μιας ερωτικής επανάληψης. Κάποτε ήρθε η ώρα να φύγεις, δεν προλάβαμε να βαρεθούμε. Κι εγώ για μήνες κοιτούσα εκείνη την παλιά, δερμάτινη μπερζέρα. Την άγγιζα και νόμιζα πως άγγιζα το ανάγλυφο του σώματος σου, το ανάγλυφο σχήμα των φιλιών σου, την ύπαρξη σου ολόκληρη μέσα σε αυτήν την γωνία στο σαλόνι. Πέρασαν τα χρόνια κι η μπερζέρα δεν μετακινήθηκε ποτέ. Θα υπάρχει εκεί για να θυμάμαι πως κάποτε καθόσουν σε αυτήν. Κι ένας ερωδιός θα μου τραγουδάει πάντα ερωτικά όταν σε θυμάμαι.. 6-8-1980 Η παλιά, δερμάτινη μπερζέρα

Η γραφή, είναι μια από τις διεγερτικές διαδικασίες, που βοηθούν τον γράφοντα, να φύγει ουσιαστικά από το σώμα του, να απεμπλακεί από τις πληγές ή τις ανθοφόρες πεδιάδες όπου κάποτε συνάντησε η σάρκα του, το φως, ή το σκοτάδι. Εξιστορεί ουσιαστικά όλα αυτά που μπορεί να συνάντησε με το σώμα του-,θα ορίσω εδώ το σώμα ως κομμάτι του χρόνου- αλλά ταυτόχρονα εξιστορεί κι όλα αυτά που ορίζει η φαντασία, -θα ορίσω εδώ την φαντασία ως άχρονη ως θα όφειλα να κάνω μια και το πιστεύω-. Η γραφή, μοιάζει με εκείνη την ευεργετική και <<θεία>> συνεύρεση των σωμάτων, εκεί που ψυχή και σώμα συναντώνται σε μια τεράστια και μοναδικής ομορφιάς αίθουσα και αυτή η μοναδικότητα της συνάντησης δεν ορίζεται από τον χρόνο αλλά από την απελευθέρωση της φαντασίας που γίνεται κοινός τόπος κι αυτός ο τόπος οδηγεί στην έξοδο από το σώμα καθώς κι ορίζει σαφώς τον χρόνο ως άκυρο. Ο έρωτας κι η γραφή σαφώς είναι άχρονα.. Η ευεργεσία τους είναι γεμάτη καμπύλες και ποτέ ευθείες.. Το να αγαπηθεί ένα κείμενο από τους άλλους σαφώς δίνει ΄χαρά κι ευτυχία στον γράφοντα, αλλά καθώς το κείμενο-παιδί ουσιαστικά του δημιουργού τελείωσε έχει φύγει από τα χέρια του, ανήκει πια στον χρόνο,εδώ υπόκειται ο χρόνος πια,, Κι ίσως κι υπό μια έννοια καθώς αγαπιέται, μελετάται, βοηθά τους αναγνώστες στο να κάνουν ένα προσωπικό ταξίδι έξω από το σώμα τους , με αυτήν την έννοια ανήκει σε αυτούς. Η γραφή δεν είναι μανία, είναι ανάγκη, είναι αυτή η ανάγκη να φεύγεις από αυτό που πολύ περιορισμένα έχουν εκπαιδεύσει την μάζα οι υπηρέτες του συστήματος των δήθεν αξιών ως πραγματικότητα. Η γραφή, είναι ο καθημερινός τρόπος που βλέπει κανείς την ζωή. Είναι αγάπη και μόχθος και πλήρης ευδαιμονία. Μα χρειάζεται ζωή και εμπειρίες εκτός των λεξικών για να μπορέσει κάποιος αυτήν την ανάγκη να την κάνει γραφή , να την κάνει έργο, -Ο Προυστ και πολλοί λίγοι, δεν είχαν αυτήν την ανάγκη-, να ωθήσει τον αναγνώστη να ανυψωθεί πνευματικά και να αντιληφθεί με διαφορετικούς τρόπους την ζωή , οι <<μεγάλοι>> συγγραφείς δε, αυτήν την αντίληψη περί ζωής, ωθούν, άθελα τους, τον αναγνώστη να την αλλάξει.. Κι ότι αλλάζει χρειάζεται κίνηση, κι η κίνηση είναι ζωή.. Η γραφή είναι μια διαρκής μεταμόρφωση, ένας επιτηδευμένος ή ένας <<σπουδασμένος λόγος μέσα σε μια πληρότητα λέξεων>> χωρίς ψυχή, θα φανεί , όπως και θα φανεί και όταν υπάρχει σε ένα έργο μονάχα μια αφήγηση συναισθημάτων σε ένα στουμπωμένο πιάτο, αυτό δε, θα ξεχαστεί στον χρόνο, κι ούτε ο τίτλος του θα υπάρχει στην μνήμη... Επίσης η ματαιοδοξία και το ψώνιο των μοναχικών ψυχών φαίνεται με ευκολία. Πληρώστε τους εκδότες! Κάντε ραδιόφωνα! Γράψτε σε περιοδικά, έντυπα ή ηλεκτρονικά! Κάντε τα βαριά πεπόνια μέσω των ιστότοπων επικοινωνίας .Κάντε τις ντίβες. Παίξτε ρόλους...Αλλάξτε τις φωτογραφίες σας, ρετουσάρετε ρυτίδες. Κάντε την περσόνα σας υπερπαραγωγή.. Κάντε χιλιάδες παρουσιάσεις βιβλίων ντυμένοι χλιδάτα σε μια πάμφτωχη χώρα.. Ένα μόνο δεν θα μπορέσετε. ΝΑ ΞΕΓΕΛΑΣΕΤΕ ΤΟΝ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ. Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΕΊΝΑΙ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΟΥ ΘΑ ΟΠΛΙΣΕΙ. ΚΙ Η ΣΦΑΙΡΑ ΤΟΥ ΘΑ ΣΑΣ ΒΡΕΙ ΚΑΤΑΣΤΗΘΑ.. Γιατί ο αληθινός αναγνώστης -κι όχι αυτός, ο κατά περίσταση- έχει αφιερώσει χιλιάδες ώρες στην ανάγνωση των βιβλίων από παιδί. Γιατί κάτι τον οδηγούσε να βγει από το σώμα του από παιδί. Κάτι βαθύ τον οδηγούσε στον άχρονο χρόνο.. Τα βιβλία έχουν ψυχή.. -Εκ του μικρού μου παρατηρητηρίου-

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014


Λευτερώστε κύριε Πασκάλ τα πουλιά, ήμουν μέσα σε ένα βαγόνι τρένου και κοιτούσα ένα κορίτσι να κάθεται απέναντι μου, ήταν μια Κυριακή που τα σύννεφα στέκονταν βαριά πάνω από τα δέντρα, οι άνθρωποι κρατούσαν ομπρέλες, κι είχαν ανάμεσα στα φρύδια, ζάρες ,από μια αόριστη ενόχληση, το κορίτσι ήταν χλομό, μύριζε λουλούδια του Βαν Γκογκ, μου χαμογέλασε κι ενώ διασχίζαμε με μικρή ταχύτητα τους σταθμούς αρχίσαμε να μιλούμε ακατάπαυστα για πολλά διαφορετικά ζητήματα, μιλήσαμε για όλους τους παλιούς ζωγράφους, τους ποιητές και λογοτέχνες που είχαν περάσει από κάποιο ψυχιατρικό ίδρυμα, ή αλλιώς ίδρυμα σωφρονισμού της ψυχής, το κορίτσι το έλεγαν Αλίκη, συμφωνήσαμε πως λατρεύαμε όλους αυτούς τους ανθρώπους που υπέφεραν από κατάθλιψη ή όπως αλλιώς θέλετε να το πείτε, λατρεύαμε όλους αυτούς τους ανθρώπους που αγαπούσαν τα μουσεία και τα κοιμητήρια, αγαπούσαμε την μυρωδιά του κάθε ανθρώπου και όλων των χώρων, όπως σινεμά, θέατρο, σε κείνη την αχλή ατμόσφαιρα πάντα δεσπόζει ένα άρωμα, αγαπούσαμε τα αδέσποτα ζώα που περπατούν με αυτό το θλιμμένο βλέμμα πάνω σε ένα βρεγμένο πεζοδρόμιο, τότε, τότε συνέβη να μου μιλήσει για τον Τζόνι, εκείνο το άθλιο αγόρι που επειδή του είπε να χωρίσουν την εκδικήθηκε σφάζοντας τον αγαπημένο της παπαγάλο, αντιπαθούσε τον εαυτό της γιατί δεν άκουσε το πρώτο της ένστικτο σαν γνώρισε τον Τζόνι, αυτήν την αόρατη φωνή που της έλεγε πως αυτός ο τύπος έκρυβε με μαεστρία κάτω από τους καπνούς της λύπης του μια βάρβαρη ψυχή, μια ψυχή που είχε κομματιαστεί πριν, επιδέξια και με χειρουργικές λεπτομέρειες από μια σακατεμένη ψυχικά μητέρα , μια μητέρα που όριζε την ζωή και τις πράξεις του ενώ ο ευνουχισμένος Τζόνι της το επέτρεπε, μου είπε χωρίς δάκρυα στα μάτια πως δεν θα συγχωρούσε ποτέ τον εαυτό της που δεν άκουσε αυτήν την αλάνθαστη φωνή, τότε εγώ της είπα πόσο κυνικά άδειος θα ήταν και βαρετός ετούτος ο κόσμος χωρίς <<Τζόνιδες>>, πως θα βαριόταν κι η ίδια τον εαυτό της αν το μόνο που έκανε στην ζωή της θα ήταν πράξεις χωρίς λάθη, ίσως αυτό θα ήταν κι απάνθρωπο, εξάλλου ο άνθρωπος είναι κλωστές από λάθη, συμφώνησε γλυκά κι ήρθε κοντά μου, τότε άρχισε να βρέχει κι ανοίξαμε το παράθυρο στο βαγόνι, άρχισε να μπαίνει η βροχή και να γλείφει το πρόσωπο μας, να βρέχονται σιγά σιγά τα ρούχα μας, το κορίτσι μύριζε εκείνα τα λουλούδια του Βαν Γκογκ, την χάιδεψα στα μαλλιά, τα μαλλιά της ήταν ένα ξανθοκόκκινο λούστρο από μετάξι, κόλλησα το στόμα μου στο δικό της, το στόμα της έλιωνε μαζί με την βροχή κι εκείνον τον αργόσυρτο ήχο του τρένου πάνω στις ράγες, κράτησα το χέρι της στο δικό μου, ω, πόσο λεπτό κι όμορφο ,πόσο περίτεχνα ήταν καμωμένα τα δάχτυλα, τα νύχια σαν πέταλα ανθών, τα ρούφηξα τρυφερά, την άκουσα να βογκάει μαλακά, της μίλησα πόσο γλυκιά είναι η νύχτα σε ένα καταγώγιο όπου γκέισες χορεύουν στην παλιά Σαγκάη προχωρημένα μπλουζ κάτω από ένα μπράτσο κάποιου κοιλαρά αστού που φορούσε ακριβά παπούτσια από κροκόδειλο, της είπα πως στο σπίτι στην εξοχή είχα ένα δωμάτιο με πολλούς παπαγάλους, πως αυτό το σπίτι ήταν στον τερματικό σταθμό του τρένου, τότε είπε, τότε είπε με ένα στόμα σαν ζαλισμένο από μια χαρά λύτρωσης, κύριε Πασκάλ θα λευτερώσουμε μαζί όλους τους παπαγάλους, με ρώτησε κι εγώ κοιτούσα τα δόντια της σαν μαργαριτάρια να με κοιτούν, ναι, φυσικά της είπα, αρκεί πριν να τους μάθουμε πως να επιβιώσουν μόνοι τους, δεν χρειάζεται μου είπε και ακούμπησε το πυρόξανθο κεφάλι της στον ώμο, δεν χρειάζεται αυτά ξέρουν βαθιά μέσα τους πως θα ζήσουν όσο κι αν έχει παρέμβει ο άνθρωπος επάνω τους, είναι σαν εκείνη την φωνή που σας έλεγα, αυτήν που δεν άκουσα για όσα μου έλεγε για τον Τζόνι, αυτή η φωνή που λέγεται ένστικτο, συμφώνησα σιωπηλά, τίποτε δεν ήθελα να διακόψει αυτήν την αίσθηση από το κεφάλι της στον ώμο μου, τον ήχο του τρένου, την βροχή και την μυρωδιά από την βρεγμένη γη που έμπαινε από το παράθυρο, αυτό που λεγόταν απομόνωση από τον βρόμικο κόσμο κάπου εκεί έξω, αυτό που θα νιωθαν σε λίγο όλοι οι παπαγάλοι, τι σύμπτωση θα έλεγε κανείς, να μας συνδέσει μια ιστορία με έναν νεκρό παπαγάλο, τώρα πενήντα λεύτεροι παπαγάλοι θα ζωντάνευαν τον έναν, τώρα ο Τζόνι γρήγορα θα γινόταν ένα τίποτε, καμμιά μνήμη δεν θα έφερνε ξανά στην επιφάνεια την βαρβαρότητα της εσωτερικότητας του, κι ενώ σκεφτόμουν αυτά η Αλίκη έβαλε το μικρό της χέρι μέσα στην τσέπη του σακακιού μου κι εγώ γινόμουν ένας άντρας χωρίς μελωδικές ονειροπολήσεις, απλά ήμουν κομμάτια ευτυχίας απλωμένα μέσα κι έξω από το τρένο... -Η Αλίκη, το πυρόξανθο κορίτσι μέσα στο τρένο-

Ο καταιγισμός των δακρύων ,ένα πικρό θάμπωμα στην εκβολή της καρδιάς Εσύ που έβγαζες άλογα, νότες και χρώματα, τώρα είσαι ένα τρελό σύννεφο Σε βλέπω Σε αισθάνομαι, κάθε φορά που οι παλμοί μου πέφτουν στην ανία κι η προδοσία ανοίγει του Αιόλου τους ασκούς Κουβαλώ ακούραστα, μέσα σε αόρατα καύκαλα χελώνας τον δράκο της ψυχής σου Το ποτέ δεν θα πεθάνουμε εμείς κουφάλες Πέθανες πρώτη, μα τι λέξη! Ανίσχυρη να διώξει την ευγνωμοσύνη της αγάπης, ανίσχυρη να με κάνει να ξεχάσω εκείνη την ζωή μας Σημαντικό αυτό, τρελό μου σύννεφο να μένω ζωντανή ενώ γύρω μου χορεύει η παράνοια κι η λήθη.. Σημαντικό αυτό να θυμάμαι πως κάπου είχα μια αφετηρία δίχως τέλος.. Σε θυμάμαι Σε θυμάμαι 26-9 2014 Στο τρελό σύννεφο Αφιερωμένο στον Θάνο και την Κατερίνα
Κάποτε, υπήρχε μια παράγκα ,ακουμπισμένη δίπλα στις άλλες, φτιαγμένη από ντενεκέδες, τα σκυλιά κι οι γάτες, είχαν περίπου υιοθετήσει την συμπεριφορά των ανθρώπων και κυκλοφορούσαν άτακτα και λεύτερα, η βρομιά κι η λάσπη δεν ήταν δυνατόν να εξαφανιστούν τελείως κι όταν έβρεχε από το ανύπαρκτο σκαλάκι μπροστά στην πόρτα έμπαιναν μέσα στο ρημαδιασμένο σπίτι. Η παραγκούπολη ,είχε γύρω της ένα τοίχος ώστε να φυλάσσεται η αστική τάξη από την βρομιά και τις αρρώστιες, που πολλές φορές, έριχναν κάτω τους χλομιασμένους κάτοικους , είχαν μάθει τα παιδιά από νωρίς, πως όλος ο κόσμος τους, ήταν εκεί, σε εκείνη την άθλια παραγκούπολη, τα όνειρα τους περιορίζονταν στο γέμισμα του φεγγαριού, στο κλότσημα μιας κονσέρβας και στο κουβεντολόι τους τις νύχτες κάτω από τα άστρα που έλαμπαν με μια ευεργετική όρεξη στις καρδιές τους.. Μια ηλιόλουστη ημέρα, έξω από την παραγκούπολη ακούστηκαν τα τανκς, ριπές από σφαίρες εκσφεδονίζονταν στον αέρα κι η ατμόσφαιρα άρχισε να μυρίζει επικίνδυνα. Ο Χ. , ένας νέος που το αίμα του κόχλαζε και έμοιαζε στα μάτια των παιδιών σαν λιοντάρι, λόγω της σωματικής του δύναμης, ανέβηκε προσεκτικά το τοίχος και είδε τους μαυροντυμένους νέους με τον αγκυλωτό σταυρό στο μπράτσο να πετάνε χαρτιά με συνθήματα, να καίνε τα πάντα στο πέρασμα τους και να ρίχνουν σφαίρες στον αέρα. Είχε ακούσει γι αυτούς, πέρα από την παραγκούπολη και κατάλαβε πως μια μαύρη ημέρα ξημέρωσε και τίποτε δεν θα ήταν το ίδιο. Οι φωνές κι οι σφαίρες σταμάτησαν απότομα και μια βαριά μελαγχολία σκέπασε τις παράγκες καθώς ο Χ. τους εξηγούσε τι σημαίνει φασισμός, ο Χ. κάποτε είχε βρει στην χωματερή ένα μικρό ραδιόφωνο, έτσι, πολλές ήταν οι φορές που άκουγε τι γίνεται πίσω από το τοίχος, ήξερε πως η αστική τάξη ήταν πολιτισμός και πρόοδος κι αυτοί που έμεναν στις παράγκες κάποτε θα θανατώνονταν από αυτήν για να μην παραγκωνίσουν την πρόοδο και την εικόνα της πόλης, ήξερε από καιρό πως το τοίχος θα έπεφτε και όλοι θα ισοπεδώνονταν. Τα παιδιά κατάλαβαν τα πάντα και μεγάλωσαν απότομα, οι μητέρες λούφαξαν ενώ μοιρολογούσαν από μέσα τους κι οι άντρες ετοιμάστηκαν ψυχικά για την παράδοση τους στον θάνατο. Ακόμη και τα ζώα σταμάτησαν να τσακώνονται και ξάπλωναν τις κοιλιές τους στον ήλιο ή γύρευαν απεγνωσμένα χάδια... Κι ενώ από την επόμενη μέρα συμφώνησαν να ζουν σαν να είναι η τελευταία, εξαιτίας της παραδοχής ακριβώς αυτής, πως κάθε ημέρα μπορεί να είναι η τελευταία, οι αισθήσεις τους κι η αντίληψη τους για την ζωή πλάτυνε απότομα, οι μικρές χαρές της ζωής τους γίνονταν μεγάλες και κάθε γραμμάριο αέρα χύνονταν στα πνευμόνια τους με ευγνωμοσύνη. Έγιναν μεταξύ τους μια σφιχτή γροθιά και τίποτε δεν μπορούσε να τους πάρει αυτήν την πρωτόγνωρη δύναμη κι αυτήν την ατέλειωτη ευγνωμοσύνη που ζούσαν ακόμη κι ήταν όλοι μαζί. Στο μεταξύ καθώς η καρδιά τους ανέβηκε το κορμί υπάκουσε στο γάργαρο νερό της χαράς κι οι αρρώστιες σταμάτησαν ξαφνικά.. Ένα μεσημέρι, άνοιξε ο ουρανός, η βροχή έπεφτε σαν ποτάμια από τον ουρανό,το χώμα που και που υποχωρούσε κάτω από την υποτιθέμενη πλατεία, όπου μαζεύονταν μικροί μεγάλοι τα ήσυχα απογεύματα,και δυο παράγκες άρχιζαν να ξεφλουδίζουν κάτω από την εμπρόσθια όψη τους, οι σκεπές από ντενεκέδες τραγουδούσαν δαιμονισμένα και πρώτα τα παιδιά έκπληκτα, είδαν την αρχαία τοιχογραφία, στην αρχή έμειναν έκπληκτα αλλά περισσότερο ένιωσαν την αξία παρά ήξεραν αυτής της τοιχογραφίας, ένιωσαν πως αιώνες πριν είχαν φτιαχτεί τούτα τα σχέδια με τα φανταστικά χρώματα από ανθρώπινα χέρια, ένιωσαν με τους παλμούς της καρδιάς τους πως τέτοιες τοιχογραφίες βοηθούσαν να φαντάζεται κανείς πως είναι να ζει λεύτερος και πως είναι να εξυμνεί με αγάπη την ομορφιά της ζωής και την ομορφιά που κρύβει κάθε μυαλό και ψυχή στον άσχημο μοιρασμένο σε στρατόπεδα κόσμο.. Φώναξαν τον Χ., που σαν έφτασε μπροστά στην αποκάλυψη των τοίχων, γονάτισε κι έπιασε το κεφάλι του ενώ άρχισε να κλαίει, ήξερε βαθιά μέσα του πως δεν ήταν τυχαία αυτή η ανακάλυψη μα κι ούτε η στιγμή που βρέθηκε μπροστά τους, σε αυτό το άθλιο μέρος, μια φωνή από τον αρχαίο κόσμο, έκλαψε και φώναξε δίνοντας οδηγίες πως θα έβαζαν προστατευτικά νάυλον επάνω στους τοίχους κι όταν αυτό έγινε η βροχή έπαψε κι ένας ήλιος έσκασε σαν πυροτέχνημα επάνω τους.. Τα παιδιά, από εκείνη την ημέρα μαζί με τα σκυλιά και τις γάτες προστάτευαν εκείνους τους τοίχους ενώ οι κάτοικοι εκείνων των παραγκών έμειναν μαζί με άλλους.. Ένα γλυκό μεσημέρι, που μια καθαρή ατμόσφαιρα τους άφηνε να ακούνε και να βλέπουν με την φαντασία τους τι γίνεται πίσω από εκείνο το τοίχος, πρώτος ο Χ. άκουσε φωνές και τα τανκς να σέρνουν τα απειλητικά τους δόντια στον δρόμο και κατάλαβε πως ήταν πολύ κοντά...κατάλαβε πως ήταν πίσω ακριβώς από την μεριά που χώριζε αυτόν τον κόσμο στα δυο. ΠΡιν προλάβουν να ακούσουν όλοι τους τριγμούς των τανκς και την πρόσκρουση επάνω στον τοίχο της παραγκούπολης, όλοι μαζί στάθηκαν τρέχοντας μπροστά στην τοιχογραφία, έπιασαν κλαίγοντας ο ένας το χέρι του άλλου κι άρχισαν να τραγουδάνε τραγούδια που είχαν φτιάξει για έναν άλλο κόσμο.. Σφιχτά σαν πέτρες τα σώματα ενωμένα και μια καρδιά που έφτανε το πλάτωμα του ουρανού. Παιδιά, μεσήλικοι, ξεδοντιασμένοι γέροι και γριές μπροστά σε εκείνη την τοιχογραφία που ταίριαζε με την ζωή που ήθελαν να ζήσουν, την ζωή που ήθελαν να δώσουν σαν παράδειγμα στους άλλους, την ζωή που έπρεπε να σώσουν για να την δουν οι επόμενοι. Οι μαυροντυμένοι νέοι με κόκκινα μάτια σαν των εκπαιδευμένων σκύλων τους που τους άφησαν από τις αλυσίδες κι έπεσαν επάνω στους άμοιρους σκίζοντας σάρκες, οι σκύλοι της παραγκούπολης που έπεφταν επάνω στα εχθρικά σκυλιά προσπαθώντας να σώσουν κάποιον από τους αγαπημένους τους κι έπεφταν κάτω αφήνοντας την τελευταία τους πνοή, οι αγκυλωτοί σταυροί στα μπράτσα που γρήγορα εντόπισαν την τοιχογραφία, τα όπλα τους που άρχισαν να βροντάνε αίμα και θάνατο και αίμα, τα τανκς που έριξαν το τοίχος κι οι άμοιροι που έπεφταν τραγουδώντας μπροστά σε εκείνη την τοιχογραφία με ένα χαμόγελο στα χείλη που έκανε τους φασίστες να χτυπούν ακόμη πιο λυσσασμένα. Και το τραγούδι τους πια σταματούσε πια καθώς μια κόκκινη γραμμή πτωμάτων σχηματίστηκε μπροστά σε εκείνη την μικρή ζωγραφιστή με λαμπερά κάποτε χρώματα τοιχογραφία. Ο Χ, ξαφνικά, παραμερίζοντας με τα πόδια του τα πτώματα,στάθηκε μπροστά στα έκπληκτα μάτια των φασιστών που ήταν ποτισμένα μέσα στο μίσος, είδε αυτό το μίσος και κατάλαβε πολλά που πριν δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν τους είχε δει από κοντά ποτέ, κατάλαβε όλα αυτά που λαθραία ψιθύριζαν μέσα στο μικρό εκείνο ραδιόφωνο και σήκωσε την γροθιά του στον ουρανό με μάτια που τίναζαν κεραυνούς δεξιά κι αριστερά του, <<Καταργείστε τους σκλάβους, κάτω ο φασισμός>>, φώναξε ενώ μια σφαίρα περνούσε τον λαιμό του και το αίμα του άφησε το στίγμα της σε εκείνη την τοιχογραφία.. Ήταν εκατό, σώθηκε μόνο ένας, ήταν ένα αγόρι 8 χρονών που ξέφυγε κάτω από τα μάτια των Χιτλερικών θηρίων, βρέθηκε και περπάτησε έξω από το τοίχος και μεγαλώνοντας , παλεύοντας με δόντια και σπλάχνα μέσα στην ζωή για να επιβιώσει, κατάλαβε πολλά. Αυτά είπε αργότερα στην κόρη του. <<Ο πόλεμος παιδί μου, των ανθρώπων, γίνεται από την θεοποίηση της μόρφωσης, την μάχη των θρησκειών και την μάχη των αγορών, ποτέ μην γίνεις μέρος τους εσύ, εσύ να είσαι ο εαυτός σου κι άσε τους άλλους να είναι ο δικός τους εαυτός>>.. Κι η κοπέλα έζησε φωνάζοντας <<ΚΑΤΑΡΓΕΙΣΤΕ ΤΟΥΣ ΣΚΛΑΒΟΥΣ>> ΚΑΤΑΡΓΕΙΣΤΕ ΤΟΥΣ ΣΚΛΑΒΟΥΣ υγ το δικό μου παραμύθι για τον ΦΑΣΙΣΜΟ και την παραγκούπολη.....

Ο άντρας κοιτούσε έξω από το παράθυρο του δωματίου, τα γυαλιά του, ήταν ακουμπισμένα στο γραφείο, τα σεντόνια στο κρεβάτι ήταν ξέστρωτα, και πολλές σελίδες γραμμένες πυκνά, βρίσκονταν σκόρπιες στο πάτωμα, και κάπου πιο δίπλα από τα γυαλιά του. Το δωμάτιο κολυμπούσε στην σιωπή και την ακινησία, μια σιωπή που θα έλεγε κανείς πως είχε το δικό της ύφος, ήταν μπλε και αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα σαν την προσμονή της βροχής, σαν την προσμονή μιας γέννας.. Ο άντρας που κοιτούσε έξω από το παράθυρο, στο χτεσινοβραδινό όνειρο του, είχε δει,ερωτικά συμπλέγματα κι έναν φόνο που τον ανάγκαζαν να προσπαθεί να θυμηθεί τα ονόματα των πρωταγωνιστών του μα ήταν αδύνατον να τα προσδιορίσει. Η επιμελής αμνησία τον βασάνιζε τον τελευταίο καιρό, σιγά σιγά άρχισε να μην θυμάται ολόκληρα κομμάτια της ζωής του. Αυτό που θυμόταν σίγουρα , ήταν πως αυτά τα κομμάτια, τα είχε βαπτίσει με χρώματα όπως ο αγαπημένος του διάσημος ζωγράφος που άλλαξε την οπτική της ζωγραφικής, ο ίδιος ξεχώριζε μέσα του την μπλε περίοδο, όμως δεν ήξερε το γιατί. Κοίταξε τον μεγάλο παπαγάλο που στεκόταν στο κλουβί ανάποδα, μόλις ο παπαγάλος ένιωσε πως τον κοίταζε άρχισε να κινείται νευρικά και να φωνάζει <<Χέρμαν, Χέρμαν>>. Τότε θυμήθηκε πως τον έλεγαν Χέρμαν και ζήλεψε τον παπαγάλο που ανήκε στα ζώα, γιατί τα ζώα δεν είχαν συνείδηση του χρόνου που περνούσε. Αν ο χρόνος δεν ήταν συνειδητός, σκέφτηκε, δεν θα με ένοιαζαν οι ρυτίδες, δεν θα είχα ηλικία, δεν θα βάπτιζα την ζωή μου σε μπλε, κόκκινη, κίτρινη περίοδο. Η σιωπή κι η ακινησία στο δωμάτιο έγιναν πιο βαριές. Καθώς είδε ένα παιδί κάτω από το παράθυρο να παίζει μπάλα μόνο του και να φωνάζει, θυμήθηκε τον φόνο στο όνειρο, είχε σκοτώσει ο ίδιος τον πατέρα του όταν ήταν πολύ νέος.. Σηκώθηκε με ένα βαρύ συναίσθημα και πήγε στην μικρή κουζίνα. Καθώς έφτιαχνε καφέ οι κουρτίνες του χρόνου άνοιξαν διάπλατα κάνοντας έναν απαίσιο, σχεδόν ηφαιστειογενή θόρυβο μέσα στο κεφάλι του. Μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα, θυμήθηκε πως είχε σκοτώσει τον πατέρα του όταν ανακάλυψε πως ήταν υπεύθυνος μαζί με άλλους φασίστες για την εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων Εβραίων στον δεύτερο ντροπιαστικό πόλεμο. Όταν τον σκότωσε έφυγε μέσα στην νύχτα αλλάζοντας τρένα και αεροπλάνα και βρέθηκε εδώ. Εκείνη η περίοδος ήταν η μαύρη περίοδος της ζωής του.... Λυτρωτικά δάκρυα χάραξαν τα μάγουλα του και το στήθος του άρχισε να πάλλεται σαν να δεχόταν σφαίρες, αόρατο αίμα γέμισε τα μάτια του κι άρχισε να τρέμει ολόκληρος. Ο παπαγάλος τώρα, φώναζε πηγαίνοντας ζωηρά πάνω κάτω, <<Χέρμαν, Χέρμαν>>, μετά πηδούσε δαγκώνοντας τα κάγκελα με μανία κι άρχισε να λέει <<Φασίστες, φασίστες>>, σπόροι τινάζονταν στο πάτωμα και το κλουβί άνοιξε απότομα καθώς ο παπαγάλος είχε μάθει να ανοίγει την πόρτα και ήρθε και κάθισε επάνω στο γραφείο. Ο άντρας ήρθε μέσα στο δωμάτιο κι εντελώς ξαφνικά κι αιφνίδια η μνήμη έμεινε ακίνητη, ο παπαγάλος σταμάτησε κι αυτός και το δωμάτιο γέμισε σιωπή. Ο άντρας κοίταξε τον μπλε παπαγάλο και κατάλαβε πως αυτή ήταν η μπλε περίοδος της ζωής του.. Το πουλί τον παρατηρούσε με την άκρη του ματιού του. Καθώς ο άντρας έγειρε το κεφάλι στο στήθος του για τελευταία φορά προδομένος από την καρδιά του, ο παπαγάλος φώναξε ξανά <<Χέρμαν, Χέρμαν>> μα τίποτε δεν μπορούσε να τον ξαναφέρει πίσω στην ζωή. Οι ένοικοι του διπλανού διαμερίσματος ανησύχησαν τη τρίτη ημέρα από την απουσία του άντρα και μπήκαν με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, μέσα στο βουβό δωμάτιο . Εκεί βρήκαν τον άντρα παγωμένο επάνω στην καρέκλα και το μπλε πουλί πεσμένο κάτω και νεκρό. Ο Χέρμαν δεν ήξερε πως τα ζώα δεν έχουν αντίληψη του χρόνου αλλά έχουν πλήρη συναίσθηση του θανάτου των αγαπημένων τους που τα φροντίζουν. Τώρα κι ο παπαγάλος είχε ολοκληρώσει με τον δικό του τρόπο, την <<μπλε περίοδο>> της ζωής του Χέρμαν... -Η μπλε περίοδος της ζωής του Χέρμαν-

Η κυρία Χ. περπατούσε στην πόλη, έχοντας στο κεφάλι της μια αόρατη χορωδία, κρουστά, πνευστά και κιθάρες, ταίριαζαν ανάλαφρα σε ότι έβλεπε με τα μάτια της καρδιάς της. Η καρδιά της, την βοηθούσε να γυρίζει την άθλια στάσιμη εικόνα της πόλης σε μια μικρή πτήση σε όλες τις μεριές του πλανήτη και σε όλους τους ενδιαφέροντες χαρακτήρες που θα γέμιζαν με έκσταση το πνεύμα της. Η κυρία Χ. θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μετάξι, έκρυβε μέσα στους κόσμους της ενδοχώρας της αίθουσες με φως, χρώματα κι αγάπη. Η αγάπη αυτή ήταν μικρά θραύσματα ενός διαθλαστικού καθρέφτη κι ο έρωτας ήταν η βασική τροφή για την ανάπτυξη αυτού του παράξενου εσωτερικού κόσμου. Έμπαινε στο μετρό, και έβλεπε πίσω από τα μάτια των ανθρώπων, ένα χλομό φως στα μάτια του άντρα που καθόταν απέναντι της, της έδινε να καταλάβει ,πόσο πολύ βαριόταν τις ερωμένες του γιατί βασικά βαριόταν τον εαυτό του. Επίσης, αυτός ο εσωτερικός κόσμος της καρδιάς της,την βοηθούσε να ακούσει το θρόισμα των ρούχων που έπεφταν στο πάτωμα, καθώς αυτός ο άντρας αγάπησε για ώρες ,κάποτε,μια μελαχρινή γυναίκα με μελαχρινούς βοστρύχους που χάιδευαν τον λαιμό της, τα χέρια τους που ήταν ενωμένα, κι οι παλάμες έκαιγαν από την θέρμη ,καθώς έμπαινε μέσα της και διέσχιζε τις καυτές κοιλάδες, μπορούσε να ακούσει την αγωνία του καθώς αυτή η γυναίκα ήταν η μοναδική που τον έκανε να ακούει με αγωνία την αρχή και το τέλος του κόσμου, καθώς αυτή η γυναίκα του γνώριζε με τις φωνές του κορμιού της τον πραγματικό κόσμο που υπήρχε πίσω από τον τρισδιάστατο τρόπο αντίληψης του σύμπαντος. Ο άντρας αυτός, κατάλαβε για πρώτη φορά, πως μαζί της υπήρχε μια βαθιά και γλυκιά βραδύτητα στην αντίληψη και στις αισθήσεις του, εκείνη που δεν ήταν παρά μια ακόμη γυναίκα, ένας ακόμη άνθρωπος, ένα τίποτε μέσα στην ατέλειωτη ανθρωπομάζα ήταν τα πάντα. Γι αυτόν τον λόγο φοβήθηκε και την βοήθησε να δώσει ένα τέλος από μόνη της, και καθώς αυτή η γυναίκα ήξερε να φεύγει από μικρή, απομακρύνθηκε από κοντά του μια γλυκόπικρη αυγή, φορώντας το καμηλό παλτό της και καπνίζοντας ένα τσιγάρο, όταν βρέθηκε έξω στον δρόμο που μικρές νιφάδες χιονιού στροβιλίζονταν γύρω της ,παγώνοντας για λίγο τα καυτά της δάκρυα. Αυτή η γυναίκα ήταν η κυρία Χ., κι ο άντρας, ήταν καθισμένος ακριβώς απέναντι της, έχοντας αυτό το χλομό φως στα μάτια του... Δεν την αναγνώρισε γιατί είχε βάψει κόκκινα τα μαλλιά της και φορούσε μαύρα γυαλιά. Όμως την μύρισε και την κοίταξε . Τότε εκείνη σηκώθηκε και έφυγε στην επόμενη στάση. Η αόρατη χορωδία στο κεφάλι της, τώρα έπαιζε ένα ρέκβιεμ. Ένα γενναία λυπημένο ρέκβιεμ, με νότες που έμοιαζαν σαν κόρες μαυροντυμένες Καρυάτιδες... Αυτές οι Καρυάτιδες τώρα υπήρχαν στο κεφάλι του άντρα μέσα στο μετρό, καθώς η κυρία Χ, έτρεχε σαν κυνηγημένη μακριά από στο σταθμό του μετρό κι έμπαινε στον χώρο του Ζαππείου, εκείνη την στιγμή ο άντρας κατάλαβε ποια ήταν αυτή η γυναίκα. Ήταν το μετάξι που κυλούσε κάποτε ανάμεσα στα χείλια και τα δάχτυλα του. Κι όμως! Αυτοί οι δυο άνθρωποι δεν υπήρξαν ποτέ σαν εραστές... . Απλά ήξεραν να ακούνε αυτήν την αόρατη χορωδία της καρδιάς τους κι ήξεραν, πως τίποτε δεν υπάρχει , μόνο, σε τρεις διαστάσεις.. Και μόνο η σκέψη ΄του ενός για τον άλλον αρκούσε για να χωρέσουν σε αυτόν τον κρύο, αποξενωμένο, άνυδρο κόσμο... -Η χορωδία της καρδιάς-

Οι μέρες περνούν πατέρα, στον κόρφο μας άγρια περιστέρια γυρεύουν λίγο φως, σε γυρεύω πατέρα, πίσω από την αμμουδιά ,όταν αποχωρεί ο ήλιος, σε ψάχνω πίσω από τις μυρωδιές σε ένα άλλο μαραγκούδικο αυτό που δεν είναι το δικό σου,, πίσω από άλλα παρατσούκλια ,αυτά που δεν μοιάζουν με το δικό σου, ψάχνω επιμελώς το άγριο γέλιο σου,ψάχνω αυτά που υπάρχουν πίσω από την απώλεια σου, μα ξέρω, είναι η παρουσία σου σε έναν κόσμο που μοιάζει πιο άγριος από ποτέ, πιο ειρωνικός μέσα στην παρουσία της απουσίας του, σέπιες από το πρόσωπο σου έρχονται μπροστά μου όταν ακούσια παραδίνομαι στα σκοτάδια, χέρια δυνατά με υψώνουν όταν πέφτω στο πηγάδι της λήθης, όταν αγγίζω τα χείλη της αβύσσου, οι μέρες περνούν πατέρα, ένα πρωί ξαφνικά ενώ κοιτάς το πρόσωπο σου στον καθρέφτη, βλέπεις μια ενήλικη γυναίκα να σε κοιτά, μα εγώ δεν θέλω πατέρα, εγώ θέλω να σου γυρίζω το λευκό μακό μπλουζάκι σου στα γερά σου μπράτσα δυό εκατοστά επάνω, θέλω να κυλιόμαστε στο πάτωμα, να με πηγαίνεις στην θάλασσα την Κυριακή και να με μαθαίνεις να κολυμπάω, να με γεμίζεις αγάπη κι αυτοπεποίθηση, πως όλος ο κόσμος είναι δικός μου και πως του ανήκω, να βάζουμε τον Μάρκο τα Κυριακάτικα απογεύματα και να μου εξηγείς πως κάπνιζες το <<χόρτο>> κάτω από τις γέφυρες, να μου μιλάς για τα πάθη σου, να αναγνωρίζω μέσα από αυτά τα δικά μου, οι μέρες περνούν πατέρα, και τα χρόνια κυλούν σαν λευκές τρίχες που πέφτουν στο πάτωμα, δεν πρόλαβες να γεράσεις πατέρα, δεν ξέρω αν θα προλάβω να γεράσω κι εγώ, αυτό φυσικά δεν έχει σημασία, κάποτε τσακωθήκαμε άγρια πατέρα, σαν άλογα που δάγκωναν κατάσαρκα το ένα το άλλο, κάναμε χρόνια να μιλήσουμε, παρίστανα πως αυτό δεν με επηρεάζει κι ολότελα, συνήθισα δηλαδή στην απουσία σου ,ολότελα μικρόμυαλη, πως γίνεται να μην έχεις ήλιο και να λες πως βλέπεις φως, μετά βρεθήκαμε σε εκείνο το νοσοκομείο, μήνες ολάκερους ξαναγνωριζόμασταν από την αρχή, ακόμη κι οι εκείνες οι δύσκολες, οι τραγικές ώρες του πόνου σου, πως τις πιάναμε και τις κάναμε γέλιο, θυμάσαι; θα με φάει το καρκινάκι ; αναρωτιόσουν πατέρα, σε έφαγε, αλλά δεν μας στέρησε το δικαίωμα να ξανααγαπηθούμε, εμείς που τα Καλοκαίρια μας στο νησί τα φτιάχναμε οάσεις στην ερημιά της πόλης μου, εσύ στο νησί, εγώ στην Αθήνα, ήθελες πάντα να είμαι δυνατή, δεν το απαιτούσες, μου έδειχνες πως γίνεται, εσύ που έκρυβες με τόση επιμέλεια τις πληγές σου, δεν τα καταφέρνω πάντα πατέρα, ξέρω πως νευριάζεις με τις ξεροκεφαλιές μου, τα ζητήματα που αφορούν την καρδιά, τις ηλίθιες επιλογές μου, τις άνοστες συγνώμες, ναι, είναι άνοστες κάποιες συγνώμες πατέρα, ξέρεις εσύ, εσύ που για μένα ήσουν σαν ένα ζαρκάδι που τρέχει στο μαγεμένο δάσος, εσύ που σου άρεσε να διαβάζω τα εξωσχολικά βιβλία, μου έφερες από μια οικοδομή ένα παλιό παραμύθι που βρήκες στα ερείπια, θεέ μου, το <<άδειασα>> σε λίγες ώρες, σε ψάχνω πατέρα, την κολώνια που φορούσες τις Κυριακές, οι Κυριακές που ήταν οι δικές μας, τις άλλες στο μαραγκούδικο με ένα τσιγάρο στο αυτί μετρούσες ξύλα κι εγώ μάζευα το πριονίδι, πάντα χαιρετούσες τους άλλους σαν περνούσαν έξω από την ανοιχτή πόρτα, γεια σου <<Σερέτη>>, σου έλεγαν, μοιάζουμε πατέρα, πόσο μοιάζουμε, δεν δείχνουμε τις παρυφές του πόνου μας, έμαθα από εσένα να μην δείχνομαι όταν αδικούμαι, όταν πατήθηκα κάτω από άγριες σόλες παιδί, μα και τώρα πατέρα, αλλά αυτή η περηφάνια έχει τίμημα πατέρα, έχει μεγάλο τίμημα, οι άλλοι λένε, αυτός αντέχει, κι όσο αντέχεις σε χτυπάνε, τα θύματα την γλυτώνουν εδώ που τα λέμε, ίσως δεν βρίσκουν οι άλλοι ηδονή στο να χτυπάνε τα γεννημένα θύματα, να βρίσκουν ηδονή στο να σπέρνουν πόνο σε ότι είναι όρθιο και περήφανο, αλλά δεν βαριέσαι πατέρα, τι σημασία έχει, αυτό που έχει για μένα σημασία είναι πως με έμαθες να αγαπάω, να σε αγαπάω, δεν έχει καμία σημασία που χτες το μεσημέρι πήρα στην αγκαλιά μου το κασελάκι με τα οστά σου, και εκείνα του παππού, σας έβγαλα λίγο στον ήλιο πατέρα, μεσημέρι Σεπτέμβρη κι ο ήλιος έκαιγε, αυτό που έχει σημασία είναι πως μου λείπεις πατέρα, δεν πρόλαβες να γεράσεις, μα τι τύχη! Πρόλαβα να σου πω πως σε αγαπώ, εκεί στο μακάβριο κι άθλιο νοσοκομείο, έχω για πάντα στην μύτη μου την μυρωδιά του, αλλά έχω και τα λόγια σου, την ευχή σου και την απουσία σου, την βαθιά και βαριά σου απώλεια, πατέρα; πολύ τελευταία δεν είμαι τόσο δυνατή, ενθαρρύνω τον εαυτό μου να το αποδεχτεί και να τελειώνουμε με αυτό το ζήτημα, είμαι ευαίσθητη κι ευάλωτη πως να το κάνουμε, μου λείπεις πατέρα, πάντα μου λείπεις, πάντα θα μου λείπεις ..χαμηλώνω τα μάτια από ντροπή αφού υπέκυψα στην μεγάλη έκθεση συναισθημάτων, αλλά πως να κάνω αλλιώς, δεν μπορούσα να μην στο πω.. -Η απώλεια του πατέρα, είναι η πλήρης απουσία