Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Ήμουν έξω από το σπίτι μου, είχα τα κλειδιά στο χέρι, έτοιμη να ανοιξω για να μπω
όταν ένα φρικτό κρώξιμο έσκισε τον ουρανό πάνω από το κεφάλι μου.
Λευκά βαμβάκια από ΄συννεφα ταξίδευαν άτακτα κι η λάμψη του ήλιου, εδώ στις Κυκλάδες, για λίγο με τύφλωσε.
Μόλις τα μάτια μου συνήθισαν, αναζήτησα την πηγή της εφιαλτικής φωνής.
Ένα τεράστιο μαύρο πουλί με κίτρινο ράμφος έσκιζε τον ουρανό κρώζοντας.
Διέσχιζε τον ουρανό πιάνοντας έναν αρκετά μεγάλο όγκο και στο διάβα του τα σύννεφα άρχισαν να διαλύονται ώσπου ο ορίζοντας καθάρισε απότομα.
Το πουλί συνέχισε να πετά κι έδινε την αίσθηση ενός εχθρού, σαν στρατεύματα σταλμένα από την μυθική κόλαση να περνούσαν πάνω από την γη έχοντας για αρχηγό αυτό το κατάμαυρο πουλί.
Έβαλα τα χέρια μου γύρω μου φοβισμένη και ταραγμένη περιμένοντας την στιγμή που θα εξαφανιζόταν από το οπτικό μου πεδίο.
Στο μεταξύ γύρω μου όλα είχαν παγώσει από ήχο, πουλιά μικρά δεν ακούγονταν και τα τζιτζίκια απότομα είχαν πάψει. Μια νευρική ακινησία πριν το μεγάλο κακό. Κι άρχισα να περιμένω χωρίς να ξέρω τι.
Την στιγμή εκείνη, φάνηκε στον ουράνιο θόλο ένα μικρό λευκό πουλί που άρχισε να πετάει σαν να έχει χαρά. Μου μετέδωσε απότομα μια αίσθηση ελευθερίας και παιδικής αλήθειας, όλα αυτά σαν αισθήσεις έμπαιναν σιγά σιγά μέσα μου κι απλώνονταν στην καρδιά μου.
Το θαύμαζα κι είχα ξεχάσει το απαίσιο κατάμαυρο πουλί όταν ξαφνικά κι απότομα είδα τον μαύρο του όγκο να ξεχύνεται πάνω στην λευκή ράχη δαγκώνοντας το.
Το λευκό πουλί ξαφνιασμένο ούρλιαξε από τον πόνο κι άρχισε να πετά νευρικά προσπαθώντας να ελευθερωθεί από το φρικτό ράμφος και τα γαμψά νύχια.
Ένα μικρό άσπρο φτερό κατέληξε στα χέρια μου.
Θυμήθηκα τον πατέρα μου (πεθαμένος από χρόνια) κι
αρχισα να τον φωνάζω μήπως μπορέσουμε να βοηθήσουμε το άμοιρο πλάσμα που δεχόταν ολοένα πιό δυνατές επιθέσεις κι έδειχνε την απορία του.
Η απορία ήταν γαλάζια.
Ο πατέρας μου νεκρός.
(Πατέραααααααααααααααααααααααα(, φώναξα.
Κι ο πατέρας φάνηκε κουρασμένος στην πόρτα και μου είπε να σωπάσω.
Στο μεταξύ, άπειρα λευκά φτερά έπεφταν μπροστά στα πόδια μας και τα αυτιά μας γέμισαν από τους ήχους της πάλης, το μακάβριο κρώξιμο και το αθώο σαν παιδικό κλάμα του μικρού λευκού πουλιού.
Έπειτα σάρκες κάλυπταν το μικρό δρομάκι του σπιτιού μας από το φτερωτό πλάσμα.
Η μάχη ήταν άνιση.
(Πατέραααααααααααααα), φώναξα μα ο πατέρας μου μου θύμισε πως ήταν νεκρός και πως έτσι έπρεπε να γίνει.
Χτυπούσα με μανία στο πατωμα τα πόδια μου καθώς δεν ήθελα να δεχτώ τα λόγια του κι ενώ δεν μπορούσα να αντέχω να βλέπω, έμεινα εκεί κολλημένη περιμένοντας το φρικτό τέλος...
Τελευταίο μέλος από το μικρό πουλί που έπεσε με θόρυβο στα πόδια μου ήατν το πορτοκαλί του ράμφος.
Έπιασα να θρηνώ με μια μανία που πήγαζε πέρα από εμένα. Δεν ήμουν απλά ένα σώμα, ήμουν ένας θρήνος που έπρεπε να γίνει για να σταματήσει το απαίσιο πουλί άλλες πιθανόν επιθέσεις σε αθώα πουλιά που θα περνούσαν κοντά του.
Ο θρήνος μου περιείχε τους θανάτους που είχα δει πριν συμβούν και με έχουν σημαδέψει όχι μονάχα από το γεγονός του συμβάντος αλλά εξαιτίας της αδυναμίας μου να τους αποτρέψω.
Αυτά ήταν μαύρες σκιές επάνω από τα κεφάλια των ανθρώπων που τελικά πέθαναν, έβλεπα κάτι σαν την αύρα δηλαδή των αγίων στις εικόνες με την διαφορά πως γύρω από τα κεφάλια των χαμένων οι αυρες αυτές ήταν μαύρες.
Όποτε είδα αυτό το πράγμα, όχι στον ύπνο μου, μιλώντας ολοζώντανα με τον χαμένο, όχι σαν όραμα αλλά μέσα στην φυσική διάσταση των πραγμάτων συνέβη ο θάνατος.
Ο Μ. έπεσε με το αυτοκίνητο του στον γκρεμό, ακριβώς όπως είχα διαισθανθεί, (ναι, εδώ είχα διαισθανθεί και τον τρόπο που θα έφευγε), ο Γ. ο Π...
Αυτό το περίεργο πράγμα αλλά πιστεύω απόλυτα φυσικό, προέρχεται από κάποια γονίδια της γιαγιάς μου.
Δεν βλέπω μόνο το κακό, βλέπω και την φωτεινή πλευρά.
Έχω δει την προδοσία μου, έχω δει, διαισθανθεί δηλαδή την αγάπη στο πρόσωπο μου, γενικά είμαι χωρίς να θέλω ένας δέκτης που τώρα πια είμαι απολύτως εξοικιωμένη και δεν μου προκαλεί φόβο ή πανικό.
Αυτό που σου είπα για το μαύρο και το λευκό πουλί το είδα στον ύπνο μου, ξύπνησα ιδρωμένη και φωνάζοντας τον πατέρα μου να σώσουμε το αδικοχαμένο αθώο πλάσμα που τα κομμάτια του έπεσαν μπροστά μας...
Είμαι σίγουρη πως κάτι θα γίνει στον αέρα ξαφνικά και το τίμημα θα είναι το αίμα αθώων παιδιών.
Ήταν ένας εφιάλτης που ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ...
Είμαι αδύναμη γιατί δεν μπορώ να καταλάβω ,ούτε να εξηγήσω την μανία του ανθρώπου να σπέρνει θάνατο και να λαμβάνει εξουσία με την βία, αυτήν την ηδονή της καταστροφής ποτέ μου δεν μπόρεσα να εξηγήσω..
Κι είμαι αδύναμη γιατί πάντα είμαι στην πλευρά των αδυνάτων επειδή η μανία της εξουσίας δεν με γοητεύει, ούτε η δύναμη του παραλόγου...

(Ο εφιάλτης στις 6.40 το πρωί, ημέρα 4-9-2013)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου