Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016


Το Καλοκαίρι είχα έναν πατέρα, τον Χειμώνα μια μητέρα, ενδιάμεσα είχα εμένα, με έψαχνα παντού, κρυμμένη πίσω από την πόρτα της ντουλάπας, παίζοντας μόνη μου κούκλες που είχαν ρόλους δραματικούς, με τραβούσε το δράμα, ακόμη με τραβάει, με πίεζε προς τα επάνω, έψαχνα να βρω κάποιο ανάστημα, με πίεζε η αυλή και το υπόγειο, κοιτούσα για ουρανό, κοιτούσα πως θα ξεφύγω από τις μικρές ανόητες ιστορίες της γειτονιάς, κοιτούσα το Καλοκαίρι τα γιατσέντα και τα κρινάκια της άμμου στο νησί κι έβρισκα ανάστημα, ο θείος ο καπετάνιος, είχε φέρει ένα κουτί που όταν το άνοιγες γύριζε γύρω γύρω μια μπαλαρίνα κι ακουγόταν μουσική, είχε φέρει κασετίνες που κι αυτές τις άνοιγες κι έπαιζε μουσική, δεν μου άρεσε αυτή η μουσική, εμένα με τραβούσαν τα δράματα, ο πατέρας που ζητούσε την μητέρα, το ζήτημα του αναγκαστικού χωρισμού, με πονούσε και με κέντριζε, έψαχνα όλα τα κατατρεγμένα πλάσματα και τα έκανα φίλους, ήθελα να τους δώσω ανάστημα καταλαβαίνεις, αυτό έψαχνα, ήθελα ανάστημα, όταν πέφτεις πολύ κάτω είσαι έτοιμος να ανέβεις ψηλά, μισούσα τις γιορτές και τις παρελάσεις, λάτρευα τα κραγιόν στις θεατρίνες, λάτρευα την μυρωδιά στα θέατρα, τις παύσεις στους διαλόγους, τα ρούχα, το ημίφως, την βροχή έξω, να ακούγεται ροκανίζοντας τα τζάμια, ήμουν αλλού, με ρουφούσαν τα πάντα, σε όλα έψαχνα εμένα, εσένα, έψαχνα να ξεφύγω από τον πατέρα και την μητέρα, ζωγράφιζα μαύρα σκίτσα, γελούσα κι έκλαιγα με σπαραγμό, έχεις γελάσει με σπαραγμό, ξέρεις τι είναι να μην θέλεις να ξημερώσει η άλλη ημέρα για να κρατήσεις μέσα σου λίγη ομορφιά, από τότε αποφάνθηκα για εμένα , πως δεν θα με έβρισκα ποτέ, τώρα κάτι ξεθαρρεύει, αλλά το ζώο που κατοικεί κάτω από την σάρκα μου, δεν μου αφήνει παρά ελάχιστα, έτσι θα ζήσω, έτσι θα γίνω, γυρεύοντας ένα ανάστημα που το είδα ελάχιστες φορές, ελάχιστες στιγμές, τσουλήθρες στα σύννεφα, αντισυμβάσεις, πέταλα λουλουδιών που ανοιγοκλείνουν, όπως τα πόδια μια γυναίκας, σκύλοι που χαμογελούν στον δρόμο, άνθρωποι μουντοί και μαραμένοι, εγώ στα νεκρολούλουδα, εγώ στο αίμα, στον δρόμο με τις ορτανσίες, με μια γκέισα, με έναν σαμουράι, με μύθους, στίχους, απορίες κι ακροβασίες στο ελάχιστο... -χωρίς ανάσα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου