Πέμπτη, 7 Ιανουαρίου 2016


Βρεθήκαμε στα δρακόσπιτα, από ένα ύψος του βουνού ,μας κοίταζε ένα αστέρι, φυγάδευσα το εγώ μου, μέσα σε κλαδιά μπερδεμένα, που μιλούσαν όλες τις γλώσσες του ανθρώπου, αυτό νόμιζα πως κατάλαβες ,όταν μου έπιασες το χέρι. Και μια μαγεία ντύθηκε το τοπίο κι εμείς. Μα ύστερα, μια σαύρα μας επιτέθηκε που ήταν πράσινη, δεν μπορέσαμε να αρθρώσουμε λέξη μπρος στον κίνδυνο, καθώς οπλισμένη ήταν η γλώσσα της με αφιόνι. Δεν ήταν που μας πόνεσε το υγρό της, ήταν που μας χάλασε την μαγική στιγμή. Κι όλες οι γλώσσες του ανθρώπου χάθηκαν και μιλήσαμε την μία, αυτή που για όλους είναι κοινή.. Αυτήν που χρησιμοποιούν για τα απαραίτητα της συμβίωσης και της επιβίωσης. Φόρεσα ένα παλιό ρούχο, τρύπιο κάπου κάπου, από τον καιρό. Αυτό, που με κρατούσε σε επαφή με τον παλιό κόσμο. Κι αφού λυγίσαμε, ο καθένας για τους λόγους του, έφυγα τρέχοντας ,προσπαθώντας στις πτυχές του ρούχου μου, κάτι από την μαγεία να κρατήσω. Έτσι μισόγυμνα τα χέρια μου, έπιαναν τα μάτια μου, τους φώναζαν κοίτα, μα τα μάτια κουρασμένα ήταν από όλες τις εικόνες. Κι έφυγα από τα δρακόσπιτα, καπνίζοντας , όσο αντέξω είπα, μαγεία ζήτησα κι όχι κανόνες επιβολής ή υπομονής.. Κανείς να μην λυπάται τον άνθρωπο που διαλέγει την μοναχικότητα, είναι η μαγεία που τον κρατάει ακόμη στην ζωή, αυτήν ζητάει να κρατήσει όρθια. Ορφανός από ανθρώπους, κάποιος μπορεί να ζει, όχι όμως χωρίς αυτό, που τον κρατάει όρθιο και έκθαμβο από την ομορφιά. Η ομορφιά λιτή κι απέραντη είναι, το ρούχο μου να κρατήσω, όσο πάει θα μείνω, ώσπου το φιτίλι που με κρατάει να καεί... -Παραμυθοποιήματα της ανάβασης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου