Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Όλγα

Στην όχθη της λίμνης καθόταν με τους αστράγαλους της μέσα στο νερό.
Ένα βιβλίο δίπλα της κι ένα πακέτο τσιγάρα.
Ο άντρας που μάθαινε στις αγριόχηνες πως να ησυχάζουν από την νευρική τους ιδιοσυγκρασία, την πρόσεξε καθώς ερχόταν από μακριά.
Την χτεσινή νύχτα το φεγγάρι ήταν γεμάτο ασημόγκριζες κραυγές, τώρα επικρατούσε ένας μικρός του απόηχος.
Την πλησίασε τόσο ώστε να παρατηρήσει την μορφή ...της, ήταν σαν ένα σενάριο Αναγέννησης. Έβγαλε το μπλοκ του κι άρχισε να σχηματίζει γραμμές με το μολύβι.
Η εξοχή της Γαλλίας ρουφούσε ήλιο.
Αυτός πρόσεξε την άκρη του λαιμού της, μαζεμένα μαλλιά επάνω με ένα μικρό ασημένιο χτενάκι.
Ο λαιμός της ήταν ένα ποίημα, μακρύς και λεπτός σαν μια πικρή ειρωνεία, πως κάτι ήταν ψεύτικο μέσα σε τόση ομορφιά.
Τον είδε, (δεν με ενοχλείτε αλλά μην μου μιλήσετε), είπε αυτή κι έβγαλε το ένα πόδι από το νερό.
Της χαμογέλασε...
Κι όλη του η προσοχή στάθηκε σε εκείνο το γόνατο.
Ο ήλιος το στραφτάλιζε αδρανοποιώντας μέσα του τις τεχνικές ελέγχου.

Ενα γόνατο λεπτό και ανυπάκουο στα μάτια του. Η επιδερμίδα του τον τραβούσε σαν δίνη. Μαζί με τον λαιμό της.
Τόσο εύθραστα, τόσο ευάλωτα μα και τόσο δυνατά, αντίθετες δυνάμεις.
Την ζωγράφιζε με την καρδιά του, είχε καιρό να αφεθεί σε κάτι ώστε να το νιώσει με την καρδιά του..
Κι αυτή η ίδια εύθραστη σαν ένα κλαράκι αλλά και τόσο δυνατή σαν αιωνόβιο δέντρο.
(Ζωγραφίστε με αλλά μην μου μιλήσετε), ξανάπε αυτή κοιτώντας τον με κάποιο ξάφνιασμα.
(Δεν θέλω να μιλήσω, θέλω να σας αποκαλύψω στο χαρτί).
Καμμιά απάντηση από μέρους της...
Το γόνατο ένα μετάξι να σκεπάζει τα οστά του.
Κι ο λαιμός ένα λίκνισμα χάρης και δυνάμεων.
Θα ήθελε να τα χαιδέψει, να τα κάνει να ριγήσουν από ευχαρίστηση, να τους αφοσιωθεί για ώρες.
Αλλά τον κράτησε η ευγένεια της σκέψης, δεν μπορούσε να παραβιάσει την ησυχία της, δεν ήθελε τα χάδια του αλλά ήταν τόσο καλή και γλυκιά που τον άφησε να την ζωγραφίσει.
Ξαναβύθισε τους αστραγάλους της μέσα στο νερό.
Τα γόνατα ξάπλωσαν κι έμειναν ακίνητα σαν θεραπευτικά χάδια στην ματιά του.
Ξέχασε πως ήταν δυστροπος.
Μετά ξέχασε κι αυτήν κι αφοσιώθηκε στον λαιμό και στο δεξί της γόνατο.
ΖΩΓΡΆΦΙΖΕ με μανία.
Αυτά που τον άφηναν να τα αντιληφθεί με την καρδιά του.

Όταν τελείωσε έγραψε στην άκρη του χαρτιού το όνομα Όλγα, ήταν ένα σχέδιο πικρόγλυκο που έκαιγε από ομορφιά.
Σηκώθηκε και πριν φύγει την ρώτησε ( Θα μπορούσα να ξέρω μόνο το όνομα σας;)
(Όλγα), του είπε και χαμογέλασε.
ΚΙ αυτός παραιτημένος από την ζωή εδώ και χρόνια κίνησε ξανά να βρει τις αγριόχηνες.
Κι όλες τις φώναζε Όλγα, Όλγα, Όλγα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου