Κυριακή, 26 Μαΐου 2013

Σύλβια

Οδηγεί μια παλιά μηχανή Χάρλευ, περνά δρόμους φιδογυριστούς, κολυμπά σε κρύα ποτάμια τα πρωινά που κοκκινόμαυρα πουλιά πετούνε ομαδικά σχηματίζοντας άτακτες γραμμές στον ουρανό.
********
Μαύρα μαλλιά με φίλντισι στο δέρμα.
Βυζιά Αφροδίτης και στόμα γεμάτο σάρκα κόκκινη.
Της αρέσει να <<ενδίδει>> στις αντρικές αγκαλιές και να απλώνει τα πόδια της στην μέση τους.
Μετά οι άντρες γίνονται αριθ...μοί. Δεν υπάρχει κάτι πέρα από τον πόθο της στιγμής ή του μήνα.
******
Της αρέσει να είναι ελεύθερη, καυχιέται πως κανείς ποτέ δεν της έκαψε τα φτερά της.
Αυτό δεν συμβαίνει στα αλήθεια.
Αυτό που συμβαίνει είναι πως προσπαθεί να βρει κάτι κάτω από την επιφάνεια.
Δηλαδή όταν είναι ενωμένη σε μια ταντρική στάση με κάποιον και τον κοιτά στα μάτια στην πραγματικότητα δεν αφήνεται σε αυτό.
Βουτά μέσα στα μάτια του άλλου ψάχνοντας κάτι εγκλωβίζοντας την στιγμή.
Η Σύλβια είναι ακόμη μια μπερδεμένη ψυχή.
Γιατί έμαθε από μικρή τα απλά να τα κάνει περίπλοκα.
Και γιατί ψάχνει κολυμπώντας στον βυθό το τίποτε.
Η πραγματικότητα είναι πως υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί χαρακτήρες.
********
Η Σύλβια προχτές φεύγοντας από έναν άντρα ΄τον είδε στον ύπνο της.
Κουνιόντουσαν μεθυστικά ο ένας μέσα στον άλλο.
Τότε αυτή του είπε, ( κοίτα, τώρα θα πετάξω).
Και άρχισε να τρέχει σαν να ήταν αεροπλάνο που ετοιμάζεται για την απογείωση.
Και αλήθεια πέταξε. Πέρασε πάνω από τους ωκεανούς και τα δάση και τις πόλεις.
Η αίσθηση αυτή του πετάγματος την σημάδεψε.
Κρατά την αίσθηση αυτή ακόμη μέσα της.
Κι ήταν όπως τότε που κατάπιε μια ψυχοτρόπα μεσκαλίνη γύρω στα 16.
Και τότε πέταξε, μόνο που μπορούσε να δει να σκάει σαν κύμα δίπλα της ένα τεράστιο ουράνιο τόξο.
*********
Και καθώς σκεφτόταν κι αισθανόταν την πτήση την προχτεσινή κατάλαβε πως μόνο μια φορά πέταξε ακόμη.
Πολλά χρόνια πριν ,κάνοντας έρωτα με έναν άντρα.
Αυτός ήταν ο μόνος που δεν την άφηνε να ψάχνει να βρει αυτά που δεν υπάρχουν κάτω από την επιφάνεια.
Είχε ζήσει τόσο πολλά και ήταν ένας αληθινός άντρας.
*********
Καθώς τον θυμήθηκε, χοντρά δάκρυα έσταξαν στα μάγουλα της.
Και ψιχάλες βροχής ξύπναγαν τον αμερικάνικο Νότο αυτομάτως.
Η βροχή ενωνόταν με τα δάκρυα της κι έπεφταν στο ποτάμι.
Ξάπλωσε ανάσκελα στο νερό πίνοντας τις ψιχάλες.
Ήθελε τόσο πολύ να ελευθερωθεί αγαπώντας κάποιον.
Αφέθηκε στο νερό και άρχισε να ταξιδεύει.
Απλωμένα μαύρα μαλλιά στο ποτάμι με την γνωστή στιλνότητα
Βυζιά που έκαιγαν .
Κι αυτό το ανικανοποίητο ζώο που την έτρωγε μέσα της.
Δεν θα αγαπούσε ποτέ ξανά και δεν θα αγαπιόταν;
κανείς δεν ήξερε.
Κανείς δεν ξέρει.
Απλά ελπίζει...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου