Κυριακή, 15 Μαρτίου 2015


Η Άνοιξη ήταν θολή, κάπου στο βάθος του ουρανού παιάνιζαν φούξια φρέζιες, όμως η Άνοιξη κοιμόταν, ακολουθούσε την ρότα του κόσμου σε αδράνεια,, είχε σφραγισμένα τα μάτια της και κανένα θρόισμα δεν ακουγόταν από το χρωματιστό της φόρεμα, μόνο μια υποψία της υπήρχε σαν αιώρηση. ..........Ένας σκύλος λευκός, φάνηκε στην έρημη παραλία, γαύγισε δυνατά και κοιτούσε συνέχεια μια βάρκα που βρισκόταν στην βρεγμένη άμμο, είχε μια μικρή σκαλίτσα στο πλαι της κι ήταν βαμμένη κόκκινη . Μια γυναίκα κι ένας άντρας ήταν καθισμένοι στην πλώρη, γλάροι πετούσαν δεξιά αριστερά τους, ο άντρας φώναξε δυνατά στον σκύλο να φύγει, αυτός υπάκουσε με κατεβασμένα αυτιά και καθώς έφευγε τους έριξε μια τελευταία πληγωμένη ματιά. ...........<<<<<>>>>>>>>........ Ο άντρας πέρασε το χέρι του στους μηρούς της γυναίκας ,χαιδεύοντας απαλά την βελούδινη επιφάνεια τους, εκείνη αναστέναξε βαθιά και ξάπλωσε κοιτώντας τον ουρανό, σύννεφα μαζεύονταν στο βάθος του ορίζοντα, μια μελένια ουσία χύθηκε στο αίμα της από τα χάδια του που είχαν πια καταλάβει ολόκληρο το σώμα της. <<Δεν θα σου δοθώ, θέλω απλά να με εξερευνήσεις>>, του είπε με την φωνή βραχνή και δύσκαμπτη. <<Κι εγώ αυτό θέλω>>, της είπε και συνέχισε φτάνοντας στο στήθος της, φίλησε τον λαιμό της κι έμεινε εκεί σαν επιτηρητής ακούγοντας την ανάσα της να προσπαθεί να δραπετεύσει από την στενότητα της σάρκας.. <<Γιατί τώρα; Τόσον καιρό με βλέπεις να πηγαινοέρχομαι στην δουλειά σου και ποτέ δεν μου είπες τίποτε, ποτέ δεν μου έδειξες ότι με θέλεις>>. <<Μην ρωτάς, δεν ξέρω, ίσως τώρα να είναι η συναστρία μας>>, της είπε και έπιασε στα χέρια του το πρόσωπο της, κοίταξε βαθιά τα μάτια της κι έντονες ριπές φωτιάς ήρθαν κι έμειναν στην κοιλιά του. Μια αστραπή φάνηκε στο βάθος κι έσκισε την θάλασσα διαπερνώντας την απαλά. <<Πέρασα πολύ καιρό, ψάχνοντας κάτω από τόσα αρσενικά ασπόνδυλα έναν άντρα>>, μουρμούρισε κι έμεινε στα μάτια του. Λεπτές σταγόνες βροχής άρχισαν να πέφτουν επάνω τους. Την αγκάλιασε και της πρότεινε να πάνε να πιούνε κρασί σε μια διπλανή ταβέρνα εκεί κοντά. Πήγαν ξυπόλητοι, ο πόθος πάντα ξύπνιος τους έγδερνε τον λαιμό και το σώμα. Ήπιαν πολύ, έπιναν κι έτρωγαν φρούτα της θάλασσας και άκουγαν λαικά. Η Ρίτα παιάνιζε εμβατήρια της καρδιάς μαζί με την Πόλυ, το κοντινό τους παρελθόν έμοιαζε σαν μια γοργόνα ντυμένη στα μαύρα που πνιγόταν στην μέση της θάλασσας.. Η γυναίκα σηκώθηκε κι άρχισε να χορεύει τον χορό για τους άντρες,,έτσι συνηθίζεται να λέγεται, ήξερε όμως φαινόταν καθαρά να τον υποστηρίξει με την παρουσία της και τα βήματα της.. Η βροχή είχε γίνει πια πολύ δυνατή, το νερό σφράγιζε τα πεινασμένα στόματα της γης κι ίσως ετοιμαζόταν να δεχτεί την Άνοιξη. Ο άντρας δεν άφηνε τα μάτια του από επάνω της.....<<<<<>>>>>>> Όταν ήρθε και κάθισε διπλα του της έπιασε το χέρι και το σφράγισε μέσα στο δικό του. Είχε πολύ καιρό να νιώσει τέτοια δύναμη από ένα ανθρώπινο πλάσμα.. <<Σε ξέρω, σε ξέρω πιο πριν,όμως μου αρέσει να σε εξερευνήσω για καιρό>>. Εκείνη τότε σκέφτηκε ότι εκτός των άλλων, άντρας ,είναι αυτός που μιλάει όταν χρειάζεται και λέει αυτά που αρκούν στην περίσταση, είχε πολύ κουραστεί από ηλίθιους φαφλατάδες και παιδιά της μάνας τους, ανόητα παιδάρια σε σώμα αντρικό.. Κάτι γέμισε μέσα της.. Τα μάτια της έλαμψαν, το δέρμα της σαν να ακολούθησε αυτήν την λάμψη, από τις ελάχιστες φορές της ζωής της που ένιωσε πως ήθελε να αφεθεί σε έναν άντρα. Εκείνος πλήρωσε και σηκώθηκαν ενώ πίσω τους η Τζένη γινόταν σκλάβα για κάποιον που σίγουρα τραγουδούσε για εκείνον.. ........Έτρεξαν στην βρεγμένη άμμο και λίγο μετά αυτός την έριξε μαλακά κάτω. <<Τι ζώο ήθελες να είσαι>>:την ρώτησε και τα μάτια του έμοιαζαν κάρβουνα. <<Γάτα, ίσως και άλογο>>, πρόλαβε να του πει ενώ εκείνος΄ την είχε ακινητοποιήσει με το βάρος του.. <<Εγώ διψασμένος αρκούδος>>, της είπε . Είχαν γίνει κι οι δυο μούσκεμα, ωστόσο ένα παράξενο παιχνίδι άρχιζε τώρα μεταξύ τους. Δεν ήταν μια απλή διέγερση, ήταν αυτό που έχει μέσα του ο έρωτας, ατέλειωτους μικρούς θανάτους.. -Μια παραλία που ζητά την Άνοιξη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου