Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός μέσα στο κουκούλι

Την πήρε μαζί του σε μια γωνία του δρόμου που σύχναζαν ανθρώπινες πεταλούδες.
Βγήκε έξω και της άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, αυτό αυτόματα την έκανε να νιώσει όμορφα, αυτός το ήξερε, της είπε να διαλέξει μόνη της μουσική.
Αυτή έψαξε νευρικά. Φορούσε ένα στενό μαύρο φόρεμα και καθώς ήταν καθισμένη βαθιά στο κάθισμα, οι μηροί της αχνοφαίνονταν στο φως των φαναριών, ήταν σαν χυμένο κεχριμπάρι.
Τα στήθη της μικρά σαν έφηβης.
Καθώς την κοιτούσε στο πλάι πότε πότε, είδε μια ηρεμία πάνω της που δεν ταίριαζε στο επάγγελμα της. Τα μαλλιά της ήταν κόκκινα, ίδια ακριβώς σαν της Άννας, της γυναίκας που άφησε να του φύγει από την ζωή του έτσι παράξενα, έτσι όπως κάνουν οι δειλιασμένοι.
Είχαν κυλήσει δυό δεκαετίες αλλά αυτό δεν άλλαζε τίποτε. Ήταν ένας δειλός εγωιστής, όταν πήγε στο Παρίσι για σπουδές, του είπε πως θα τον περιμένει.
Όμως αυτός απλά έφυγε. Δεν ήθελε δεσμεύσεις και δεν ήθελε να φτάνει στο σημείο να δικαιολογείται.
Πήγαινε με το μετρό σε ένα προάστιο του Παρισιού στο Πανεπιστήμιο και κάθε βράδυ κοιμόταν με κόκκινα χείλια από το μπορντό κρασί. Μονμάρτη, σαν πριγκίπισσα πόρνη.
Του άρεσαν τα μαθήματα. Την απόφαση να γίνει ψυχολόγος την πήρε γύρω στα δέκα.
Ήταν την μέρα που για άλλη μια φορά,   ένας γνωστός ζωγράφος, κλεινόταν με τον πατέρα του πίσω από τις συρόμενες γυάλινες πόρτες του γραφείου.Έφτιαχνε το πορτρέτο του.
Διάβαζε στο διπλανό δωμάτιο, όταν κάποιες πνιγμένες φωνές ακούστηκαν, κάτι σαν δυνατοί ψίθυροι.
Η παιδική περιέργεια μαζί με έναν απροσδιόριστο φόβο τον έσπρωξαν να κοιτάξει πίσω από την κλειδαρότρυπα. Το ανθρώπινο γυμνό αγκαλιασμένο σύμπλεγμα τον έκανε να τρέξει σχεδόν πρός τα πίσω.
Δεν τον άκουσαν.
Μόνο ο γάτος του ήρθε σαν να κατάλαβε, και άρχισε να τρίβεται στα πόδια του.
Η καρδιά του έφυγε από το στήθος του κι άρχισε να βουίζει στα αυτιά του. 'Ολοι της οι χτύποι βρίσκονταν τώρα στα αυτιά του. Το αίμα του στριφογύριζε στα μηνίγγια μανιασμένα. Άρχισε να ρίχνει γροθιές στα μαξιλάρια του.
Αυτό κράτησε κάμποση ώρα, ώσπου ήρθε η μητέρα του να του πεί να ρθεί να φάνε.
Κάθε μεσημέρι έτρωγαν κι οι τρείς. Πάνω από το τραπέζι το ρολόι κούκος έσπαγε την παγερή σιωπή.
Ο πατέρας ήταν γιατρός, όταν έμπαινε στο σπίτι έπλενε τα χέρια του σχεδόν όλη την ημέρα.
Η μητέρα του τον κοίταξε σκεπτική.
( Εσύ κάτι έχεις), του είπε και άφησε κάτω το πηρούνι της κοιτώντας τον εξεταστικά.
(Τι να έχει, κουρασμένος είναι από το σχολείο), είπε ο πατέρας του επικριτικά.
( Ναι, αυτό είναι), έκανε μουδιασμένα και προσπάθησε να φάει, όσο μπορούσε γιατί το στομάχι του γύριζε σαν τρελό, κράτησε τον εμετό του κι όταν τέλειωσαν πήγε στην τουαλέττα και άδειασε όλο του σχεδόν το στομάχι.
Την μητέρα του την λάτρευε.
Από τότε την λάτρευε και μαζί ήθελε να την προστατέψει.
Διάβαζε σαν τρελός, είχε στόχο πια, θα πήγαινε στην Γαλλία, θα γινόταν ψυχολόγος.
Θα ξεκλείδωνε τα μυστήρια της ψυχής. Θα γινόταν <<ένας γιατρός των ψυχών>>....
...............................................
Μετά από δυό χρόνια από εκείνο το περιστατικό που του άλλαξε τον κόσμο, συνέβη κάτι που απλά του αποτέλειωσε όλα εκείνα που τον έκαναν να χαμογελάει και να κρατά την ζωή από τα χέρια.
Ήταν μεσημέρι. Από το πρωί ένα πένθιμο συναίσθημα βούλιαζε την καρδιά του. καλημέρισε την μητέρα του και της έσφιξε τα χέρια, (πρόσεχε ), της είπε και εκείνη χαμογέλασε σαν ένα ντροπαλό φεγγάρι.
..............................................
Όταν γύρισε μπήκε στο δωμάτιο του να αφήσει την σάκα.
ΜιΑ σκιά κουνιόταν από την οροφή της σάλας, πέρα δώθε, πέρα δώθε.
Πριν λιποθυμήσει, είδε την μητέρα του με μια σακούλα στο κεφάλι, έναν επίδεσμο στον λαιμό της 'ωστε να μην αφήνει αέρα και το κρεμασμένο της κορμί στον βιενέζικο πολυέλαιο που της έφερε κάποτε ο πατέρας σαν δώρο από κάποιο ταξίδι.
Φορούσε το αγαπημένο της λευκό μεταξωτό νυχτικό και γύρω της υπήρχε ένα λεπτό άρωμα. Σαν σανταλόξυλο και ρόδο.
Τα πόδια της κομψά και γυμνά κουνιόντουσαν πέρα δώθε, πέρα δώθε.
όλο της το σώμα ανάβλυζε μια θλιβερή ηρεμία.
Έπειτα λιποθύμησε.
........................................
Τώρα στο αυτοκίνητο μύριζε το φτηνό άρωμα της κοπέλας.
(Πως σε λένε); Ρώτησε και της ακούμπησε το γόνατο απαλά, ήταν μετάξι και ταλκ.
(Ας πούμε Άννα), του είπε και ξαφνιάστηκε που τον είδε να φρενάρει απότομα....
Όταν του πέρασε το πρώτο ξάφνιασμα συνέχισε να οδηγεί και να κοιτάζει μπροστά.
Μια σκιά πλανήθηκε μεταξύ τους. Η κοπέλα την έπιασε.
(Συμβαίνει κάτι); Τον ρώτησε, με μια συμπαθητική ευγένεια, θα λεγε κάποιος που ξέρει να βλέπει.....
(Όχι, όχι, απλά τυχαίνει να είναι το αγαπημένο μου όνομα), απάντησε 'ησυχα.
Κα΄τι του ζέσταινε την καρδιά με αυτήν την κοπέλα. Κάτι τον έκανε να ηρεμεί το άγριο ζώο που ξέσκιζε τις νύχτες το κεφάλι του. είχε πάνω της μια πολύ γλυκιά ηρεμία, δοτική ηρεμία, γνήσια...


(Συνεχίζεται)....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου