Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός στο κουκούλι (μέρος τέταρτο)

Falling, Twin Peaks , αυτό επέλεξε να ακούσουν όταν την απώθησε μαλακά από επάνω του.
Του άρεσε να ακούει θέματα μουσικά από ταινίες. Λάτρευε τον κινηματογράφο, την ζωγραφική, την λογοτεχνία και την ποίηση.
Λίγο μετά την αυτοκτονία της μητέρας του σκάρωνε ποιήματα στα τετράδια, είχε γεμίσει πολλά τετράδια, αργότερα τα ονόμασε τετράδια του πένθους.
Κάπνιζε και κοιτούσε έξω το χιόνι, έμπαινε μέσα στο χλομιασμένο τοπίο της μουσικής και που και που έβλεπε ανάγλυφα κίτρινα και κόκκινα πινέλα να σκαρώνουν γραμμές και καμπυλότητες.
Έτσι του άρεσε να ακούει την μουσική, φτιάχνοντας σχήματα, καμπύλες και γραμμές στο μυαλό του.
Το ίδιο έκανε με τους ασθενείς, αυτός που καθόταν απέναντι του  αναγκαστικά άκουγε μαζί του χαμηλά μουσική.Μόλις έμπαινε στο γραφείο του ο καινούργιος ασθενής τον κοιτούσε φευγαλέα κι επέλεγε ανάλογα θέματα, σύμφωνα με το συναίσθημα που του μετέδιδε...
Πολλοί λίγοι πάντως ήταν αυτοί που δεν ήθελαν μουσική.
Που έδειχναν ενόχληση ή που το έλεγαν...
............................................
(Που είσαι); Τον ρώτησε η Άννα κι έσταξε κι άλλο ιρλανδέζικο στο ποτήρι. Η σκιά είχε ξαναρθεί ανάμεσα τους. Τον ένιωθε απόμακρο.
Εκεί κοντά στο τζάκι στην δερμάτινη πολυθρόνα καθόταν η κοπέλα και τον κοίταζε σαν απορημένο μικρό ζώο που το σφίγγεις με σκληρές παλάμες.
Αυτός έβλεπε τον πίνακα πάνω από το τζάκι, τον πλέον αγαπημένο του, Έγκον Σίλε << Γυμνό με πράσινο τουρμπάνι>>, τώρα είχε μπεί άλλο υπέροχο κομμάτι  Laura Palmer s Theme....
 Το αλκοόλ πλάταινε την αντίληψη του, χρόνια πότης το έλεγχε, ως ένα βαθμό φυσικά, όμως η αλήθεια είναι πως έπεφτε όταν ήθελε να πέσει.
(Κοίτα γρήγορα τον πίνακα πάνω από το κεφάλι σου και κλείσε τα μάτια σου. Κοίτα προσεκτικά, κλείστα και μετά πες μου τι σου έμεινε από την εικόνα).
Σηκώθηκε και κοίταξε με ενδιαφέρον τον πίνακα, έκλεισε τα μάτια....
(Μου ήρθαν τα παπούτσια της με τις κάλτσες ριγμένες κάτω)...
(Σου αρέσουν οι κάλτσες που είναι έτσι; Δεν θα ταν πιό γοητευτικό, πιό ερωτικό να ήταν ψηλά στους μηρούς);
( όχι, η κοπέλα ξαπλωμένη χαιδεύεται ή μπορείς να πείς πως έχει τα χέρια της αγκαλιασμένα πάνω από το μουνί της δεν ξέρω, οι κάλτσες έτσι με κάνουν να την βλέπω να κατεβάζει τις κάλτσες γρήγορα, να ψάχνει να βρεί, ναι, ζητά την ηδονή και μάλιστα γρήγορα, ίσως κάτι να είδε και να την ερέθισε, γι αυτό δεν πρόλαβε καν να βγάλει τις κάλτσες και το τουρμπάνι, ναι, αυτό)...Τα μάτια της είχαν πάρει το παιγνίδισμα των ματιών της γάτας σαν ανακαλύπτει το θύμα της...
(Ναι, αυτό είναι, αυτό), τα μάτια του πέταγαν φωτιές, ( ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΌ ΝΑ ΒΛΈΠΟΥΝ ΔΥΌ ΆΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΝ ΊΔΙΟ ΠΊΝΑΚΑ , ΔΕΝ ΕΊΝΑΙ); Φώναξε .
(Είναι, είναι, όμως πόσο κρατάει αυτό);
(Τι πάει να πει μικρό μου πόσο κρατάει; Μπορεί μια ζω'η, μπορεί μισή ώρα, σημασία έχει η στιγμή, το λεπτό της συνάντησης, αυτό μετράει).
(Αγαπώ την ζωή, την ελευθερία μου, αλλά δεν με ικανοποιεί το λεπτό).
( ίσως γιατί είσαι μικρή, ίσως γιατί είσαι ανικανοποίητη, 'ισως γιατί δεν έχεις μάθει ακόμη να διαβάζεις το λεπτό)...
(Εσύ τι είσαι);
(Εγώ είμαι ένα τιποτένιο σκουλήκι, ένας μαλάκας που έχει μάθει να τυποποιεί τους ανθρώπους ανάλογα με τα παιδικά τραύματα, ένας μαλάκας που πιστεύει πως ένας υγιής άνθρωπος δεν κάνει κακό στους άλλους)...
(Μα έτσι είναι, κανένας νορμάλ άνθρωπος δεν κάνει κακό στους άλλους)...
(Μπορεί να κάνει όμως κακό στον εαυτό του γιατί δεν μπορεί στους άλλους, άστο, άστο αυτό. Το ποτό μιλάει στις φλέβες μας τώρα, ποιός ασχολείται με τους άλλους; Ας ασχοληθούμε την ημέρα, την νύχτα  ασχολούμαστε με εμάς)...
.......................................
(Έλα κοντά μου), είπε και δυνάμωσε λίγο την ένταση της μουσικής...
Την έβαλε στα γόνατα του, την μύρισε, την δάγκωσε στον λαιμό, της πήρε τα δάχτυλα ένα ένα και τα χάιδεψε με την γλώσσα του.
Έσταξε λίγο ποτό στην παλάμη της και το ήπιε...
Twin Peaks, fire Walk With me, τώρα, τώρα την έριξε κάτω, είχε έναν αφαλό υπέροχο, βαθύ, χώρεσε σταγόνα από το ποτό μέσα του, έσκυψε, ήπιε, ξανά, σταγόνα, έσκυψε, την ήπιε, ξανά, ξανά.
(Σου είχα πει, μόνο θα μιλάμε και θα πιούμε όταν μπήκες στο σπίτι), της είπε βραχνά και κοίταξε τα μάτια της.
Είχαν ανοίξει οι ίριδες, φώτιζαν οι φλόγες της φωτιάς τώρα μικρούς κύκλους κάτω από τα μάτια της, την έκαναν πιό γοητευτική καθώς μια λαμπρή λύπη τους έδινε βάθος, αυτά τα πανέμορφα μπλε μάτια που δεν ήταν μόνο ομορφιά, ήταν άνθρωπος, ήταν ζώο, πεινούσαν, διψούσαν, παρακαλούσαν μην σταματήσει, του το λεγε με τα μάτια της.
Η πολυχρωμία της μουσικής ύγραινε ακόμη περισσότερο την αίσθηση πως κολυμπούσαν ήδη σε έναν διάφανο Ωκεανό, άρχισε να την χαιδεύει ανάμεσα στα πόδια.
Αυτή τέντωσε το κεφάλι της πίσω, έκλεισε τα μάτια της ενώ η μουσική ήταν πια ένα έπος, ένα διαυγές έπος, ένα χρυσόμαλλο αγόρι με ένα πορφυρόμαλλο κορίτσι που τέντωναν χορδές και τόξα επάνω, στον ουρανό, στην λασπώδη γη, στις πόλεις με τα σύννεφα, άνοιγαν τους ζωολογικούς κήπους κι άφηναν λεύτερα τα ζώα, γκρίζοι ελέφαντες ούρλιαζαν και γκρέμιζαν σπίτια, φίδια δάγκωναν χέρια ανθρώπων, λιοντάρια κατάπιναν σάρκες, όλες οι πληγές του κόσμου, όλες οι πληγές,
όλη η βαριά μελαγχολία της ανθρώπινης φύσης έπεφτε βαριά στην γη σαν φύλλα, και το έπος γινόταν αγωνία, πάθος, απεγνωσμένη επιθυμία, πόθος.
Την έγλειφε κι έβαζε τα δάχτυλα του μέσα της ενώ προσπαθούσε να βλέπει μόνο αυτό το υπέροχο πορφυρένιο κορίτσι να βογκάει και να του δίνεται, να του ανοίγεται, να του δείχνεται, έγλειφε, έβαζε τα δάχτυλα του, της μίλαγε, έλεγε το όνομα της, ήταν υγρή σαν μια λίμνη σε θερμή χώρα, ήταν μέλι, ήταν και κάτι πικρό από πίσω όπως αυτοί που δείχνονται ξεκαθαρα, αυτός ήξερε, ήξερε, ήταν μια πίκρα σαν θάλασσα κι αλμύρα και μέλι, κι όλα, κι όλα, κι ενώ αυτός συνέχιζε, της άρπαξε το πρόσωπο, την φίλησε, την μάτωσε, την φίλησε με μανία, κι αυτή τον μάτωσε, σάλια, αίμα αλμύρα, μέλι, πίκρα, η μουσική πλανητάριο, σαν πλανητάριο άνοιγε, διάβαζε συναξάρια των ψυχών αυτός, αυτή έπαιζε με την ζωή, όλοι παίζουν χωρίς να ξέρουν, τρέχουν σε τούτη την σπηλιά ψάχνοντας για λίγη ευτυχία, με τις πληγές τους, στα γόνατα, σέρνονται στο τούνελ, σέρνονται, άλλοτε περπατάνε, ψάχνουν για ευτυχία, λίγη γαμημένη ευτυχία σκεφτόταν καθώς προσπαθούσε να διώξει τα φαντάσματα του μακριά, να μπεί σε τούτο το κορίτσι, λίγη γαμημένη ευτυχία, λίγη γαμημένη ευτυχία, τυφλοί μέσα στους τυφλούς, ξοδιασμένοι, ευάλωτοι, λίγοι, λίγοι, όλα κείνα τα συναξάρια ψυχών, τον είχαν κουράσει, του ρουφούσαν την ψυχή, την ενέργεια, το ποτό τον μαλάκωνε, άλλοτε τον σκλήραινε, αλλά έτσι άντεχε, έτσι άντεχε, ένα έπος κι ο ίδιος, να μην καταλάβει κανείς, αυτός ο αυτοέλεγχος, έλεγχος στα πάντα, μονάχα τις νύχτες γινόταν αυτό που ήταν, που ήθελε, την έγλειφε τώρα, έβαζε τα δάχτυλα του, μην με αφήσεις είπε αυτή , ένα κόκκινο λουλούδι στην δική του έρημο, στην ερημιά του κόσμου, σε τούτη την εσχατιά, λίγη ευτχία, λίγη ετυτχία, αχ, μην με αφήνεις, είπε ξαναά αυτή μην με αφήνεις....


(Συνεχίζεται)....

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου