Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Ο χορός μέσα στο κουκούλι (νούμερο 2)

H ηρεμία αυτή τον συνόδευσε ως το σπίτι. Μπήκε στον μεγάλο κήπο κι αφού πάρκαρε το αυτοκίνητο, της άνοιξε την πόρτα. Η κοπέλα χαμογέλασε αχνά.
Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν μέσα σε ένα τεράστιο σαλόνι που στην άκρη του υπήρχε ένα τεράστιο πιάνο με ουρά. Υπήρχαν γνωστοί πίνακες ζωγράφων στους τοίχους, λες και οι τοίχοι αντί ταπετσαρίας είχαν πίνακες.
Μεγάλα παχιά χαλιά ανατολίτικα στο ξύλινο πάτωμα και τζαμαρίες παντού αντί των παραθύρων.
Δέσποζε το κόκκινο του κρασιού, στις λεπτομέρειες των χαλιών, στις μαξιλάρες που υπήρχαν κάτω στο πάτωμα και στα 'αφθονα κεριά στα τραπέζια.
Η κοπέλα ζήτησε να πλυθεί.
(Φυσικά, μόνο σε παρακαλώ να ξαναφορέσεις τα ρούχα σου όταν βγείς), είπε μαλακά ενώ πήγαινε να βάλει μουσική
(Όπως θέλεις), απάντησε εκείνη και οδηγήθηκε από το βλέμμα του στο μπάνιο.
Αυτός άνοιξε την χάρτινη συσκευασία του βινυλίου και έβαλε στο πλατό την αγαπημένη του.
Maria Callas, Madame Butterfly, Casta diva xύθηκε παντού, θαρρείς πως κι οι τοίχοι έδειχναν με την σιωπή ενός ανθρώπου που γνωρίζει καλά την τελετή της μουσικής...
.........................
Έξω 'αρχισαν να χορεύουν νιφάδες ερχόμενες από την Πάρνηθα. Όλη η τζαμαρία με ένα απαλό φως του κήπου άφηνε να δεις τον λευκό χορό τους, σιγά σιγά άρχισαν να πυκνώνουν.
Η Μαρία δυνάμωσε την θλίψη της, τον έκανε να θυμηθεί την άλλη Μαρία, την  μητέρα του, αυτή συνήθιζε κάτι γλυκά απογεύματα που έλειπε εκείνος, ο πατέρας του, να ακούει τούτη την θεική φωνή.
Τα μάτια της μητέρας του έμοιαζαν με εκείνα της Κάλλας, ήταν τεράστια, λαμπερά σαν μαργαριτάρια και γεμάτα απορία και αθωότητα. Αυτό, μαζί με την ψηλόλιγνη σιλουέττα της έκαναν τους συμμαθητές του να την ερωτεύονται παιδαρούδια ακόμα, μα άνοιγαν τα μάτια τους σαν την έβλεπαν...
Την λάτρευε την μητέρα του, όχι γιατί ήταν η φυσική του μητέρα αλλά την λάτρευε για όλα αυτά που ήταν.
Μεθυστικές οικογενειακές Κυριακάτικες γιορτές ή ονομαστικές, γύριζε χαρούμενη ανάμεσα στους καλεσμένους σαν ένα πουλί που έδειχνε την ευτυχία του γιατί μόλις είχε δραπετεύσει από το κλουβί του.
Το ίδιο κλουβί που μοιραζόταν με αυτόν, τον λατρεμένο της γιό, αυτό που μόλις έμπαινε ο άλλος όλα συννέφιαζαν και γίνονταν μαύρα.
Πλύσιμο χεριών για δέκα λεπτά, ροχάλες στην λεκάνη και κάθισμα στο τραπέζι.
Ένα τεράστιο τραπέζι, δίχως ψυχή, με μακρινή απόσταση ασφαλείας των καθισμένων, σαν ένας τάφος που απλά δεν ήταν υπόγειος...
Ήξερε τα πάντα για την μητέρα του, πως αγαπούσε κάποιον άλλο, είχε ακούσει τις απειλές του πατέρα του όταν του είπε πως ήθελε να φύγει, ( όλη η Αθήνα πουτάνα είναι στα πόδια μου, όλος ο Άρειος Πάγος, όλοι οι πολιτικοί, θα σου πάρω το παιδί γιατί θα αποδειχτείς ανάξια και ο δικός σου δεν θα ζήσει για πολύ, μην νομίζεις...Θα τον συντρίψω, νύχτα θα πας να μαζέψεις το πτώμα του πουτάνα, νύχτα, ποτέ δεν θα ξαναγαμηθείς μαζί του, ακούς; ποτέ! Κανείς δεν έφυγε από κοντά μου χωρίς να το πληρώσει ακριβά, τι νόμιζες; Μια εκκολαπτόμενη πόρνη ήσουν όταν σε μάζεψα, σε γέμισα λούσα, κοσμήματα, ταξίδια, τι στο διάβολο θέλεις πια); ΦΩΝΑΖΕ και δεν είχε πάρει είδηση πως ο μικρός άκουγε τα πάντα, δεν υπάρχει παιδί που δεν οσμίζεται τον κίνδυνο...τα παιδιά είναι λάτρεις του κινδύνου...
(Τι θέλω; Να αγαπηθώ, αυτό μόνο θέλω, να αγαπηθώ και να αγαπήσω), είπε με μάτια που άρχισαν να τρέχουν, εκείνη την στιγμή ακριβώς της τράβηξε ένα χαστούκι που την ανάγκασε να γυρίσει από την άλλη μεριά το Πρόσωπο της, εκείνη ακριβώς την στιγμή αποφάσισε ο Πάνος πως μια μέρα θα τον σκοτώσει, μια μέρα θα του τινάξει τα μυαλά, μια μέρα θα έφτυνε το γάλα της μάνας του...
Δεν άντεξε όμως να ακούσει κάτι άλλο.
Από εκείνη την μέρα άρχισε να μοιράζεται το κλουβί του με την μητέρα του....
............................................
Ενώ είχε δυναμώσει την φωνή της Μαρίας κι αυτή υψωνόταν στα ουράνια, η κοπέλα βγήκε από το μπάνιο, φορούσε τα ρούχα της όπως της είπε, τα μαλλιά την στιλπνά και υγρά με κόκκινες ανταύγειες πολύ κάτω από τους ώμους, μάτια αμυγδαλωτά κι αθώα, κάτι του θύμιζε αυτή η αθωότητα, υπήρχε πίσω από αυτό μια λεπτή πρόσκληση, μύριζε σανταόξυλο και ρόδο, πλύθηκε ασυναίσθητα με το σαπούνι της μητέρας του, από τόσα που υπήρχαν διάσπαρτα εκεί, είχε διαλέξει αυτό.
( Σου αρέσει αυτό που πλύθηκες, το διάλεξες τυχαία ή σου αρέσει); Ρώτησε και της έδειξε να καθίσει δίπλα στο τζάκι, σε μια δερμάτινη πολυθρόνα καφέ.
(Μου αρέσει πολύ, η αλήθεια είναι πως τα μύρισα όλα, αλλά αυτό, πως να το πω, λες και έχει φτιαχτεί για μένα)...Είπε και μύρισε τα χέρια της.
(Σε ερεθίζει αυτό το άρωμα; Πες μου Άννα, σε φτιάχνει; Εσείς οι γυναίκες έχετε διάφορες λεπτομέρειες που σαν ανάβουν πριν σας τον καρφώσει κάποιος βαθιά μέσα σας)...
Η φωνή του είχε αλλάξει τώρα, την κοίταξε βαθιά στα μάτια και άνοιξε το πρώτο συρτάρι του γραφείου, ένα ογκώδες γραφείο με σκαλίσματα στα πόδια, έβγαλε ένα κουτί κι άναψε ένα λεπτό πούρο.
Η Άννα είχε προσέξει την αλλαγή στην φωνή του, δεν ήταν τα λόγια, ήταν που η χροιά αυτή, έμοιαζε σαν να θελε να υποδηθεί κάτι, κάτι που δεν ήταν, εκτός κι αν αυτό ήταν η δεύτερη προσωπικότητα του. ήθελε να τελειώνει γρήγορα μαζί του αλλά κάτι ταυτόχρονα την διέγειρε, κάτι που ήταν σκοτεινό και ήθελε φως.
Η Άννα ήταν η κλασική γυναίκα που έψαχνε τον μπελά της, την έλκυε το μυστήριο, έδινε πολλές ευκαιρίες στους άλλους ώσπου να την προδώσουν, τότε έφυγε μακριά αφού τους έδινε ένα μεγάλο μάθημα λατρείας κι υποταγής που δεν το ξέχναγαν ποτέ....
Ήταν ο δρόμος με τις περιπέτειες η Άννα, ο δρόμος με τα σοκάκια, τις ανηφόρες και τις κατηφόρες, τα αγκάθια, όλα τα γούσταρε όμως η ψυχή της, όση ξεφτίλα συναντούσε τόσο μέσα της δυνάμωνε.
Ήταν περήφανη στην ξεφτίλα της, αυτό ήταν κάτι που έκανε τους εχθρούς της να φωνάζουν σαν άγρια ζώα, όμως τελικά αυτό ήταν που τους κέρδιζε, αυτή η περηφάνεια...
(Πες μου εσύ σε παρακαλώ τι σε φτιάχνει, πες μου τι θέλεις να κάνουμε, δεν έχω όλη την νύχτα λεύτερη), είπε με φωνή που δεν σήκωνε αντίρηση.
( Θα σε πληρώσω για όλη την νύχτα, θα σε πληρώσω όσα παίρνεις όλη την εβδομάδα, θα πιούμε όλη την νύχτα και θα μιλάμε, αν μου ρθεί θα πηδηχτούμε κιόλας, αν όχι απλά θα τα χουμε πιεί, εγώ πίνω, πίνω πολύ, κατάλαβες); Είπε και άνοιξε ένα καλό ουίσκι, γνήσιο ιρλανδέζικο, η Μαρία έσκιζε τα σλπάχνα της στο πλατώ κι αυτός έβαλε λίγο ουίσκι και σε ένα άλλο ποτήρι και το έδωσε στην Άννα.
Έξω οι νιφάδες πύκνωσαν τόσο που τα κάγκελλα του κήπου άρχισαν να γίνονται λευκά...
Μέσα στο σπίτι τώρα η Μαντάμ πεταλούδα έσκιζε τα φτερά της ενώ προσπαθούσε να περάσει μέσα από μια βελόνα.
Πως να χωρέσει μια πεταλούδα σε μια βελόνα;
Κάποιο ζευγάρι στο άλλο στενό έκανε έρωτα άγρια, με εκείνο τον ανόητα απρόσεκτο τρόπο, σου αρέσει μωρό μου; Είναι δυνατός; Τι σου κάνω αστέρι μου; Έτσι έλεγε αυτός κι αυτή μέσα της έλεγε, σκάσε, σκάσε και πήδα με, σκάσε και πήδα με...
Ενώ η Άννα κατάπινε την πρώτη γουλιά από το ουίσκι κι η Αθήνα βούλιαζε στο πυκνό σκοτάδι καθώς την χαιδευαν οι νιφάδες οι χιόνινες, οι διάφανε, οι ωραίες...

( Συνεχίζεται)...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου