Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

Η γραμμή της μούχλας

Mέρες σαν μέσα την κουφάλα ενός δέντρου.
Ξαπλωμένη στην μπανιέρα της με τα μάτια στο ταβάνι.
Να παρακολουθεί μια άθλια γραμμή μούχλας πάνω του.
Ενταφιασμένοι οι εωσφόρου πίσω από τα κενά στα πλακάκια, ντυμένοι με σμόκιν όπως κάποτε.
Ποτέ δεν υπήρχε αλήθεια, αυτό που υπήρχε ήταν μια φιλότιμη προσπάθεια να ξεπεράσουν την επιφάνεια.
Κι οι ανορθόγραφες πτυχές στα τετράδια.
Τώρα,
καθώς οι κίτρινοι διάβολοι υγρανθήκανε από την μούχλα στα πλακάκια,
καθώς το πέος τους έφτασε ως τις απόκρυφες εκτάσεις του μυαλού της,
εκεί της γνέφουν,
μέσα σε μια υγρασιασμένη αχανή σήραγγα,
μέσα από κρυστάλλους ομιχλώδεις.
Κάποτε αγαπήθηκες,
ήσουν στα γόνατα κι ακουμπούσες την χωμάτινη όχθη ενός θαλερού ποταμιού.
Ήταν κάποιος δίπλα σου χωρίς πρόσωπο,
ούτε εσύ είχες πρόσωπο.
Ο έρωτας δεν γινόταν με πρόσωπα.
Φορούσατε τα κομμάτια του χρυσού στα μάγουλα,
αυτά που βρίσκατε στην όχθη εκείνου του ποταμιού.
Η γυναίκα με τα βυζιά πεσμένα ως τα πόδια και τις ζάρες στο δέρμα,
σας αγαπούσε.
Σαν είχε πανσέληνο βάφατε τα πρόσωπα σας με χρώματα.
'Ωχρες ή κόκκινα, και άλλα.
Τότε ο έρωτας γινόταν με χρώματα...
Κάποτε αγαπήθηκες κι αγάπησες.
Στην πιό βαθιά χρονική βλέννα αν μπείς θα δείς,
εκείνον τον φρικτό ιερέα,
ήθελε να σας φορέσει έναν πλαστικό Χριστό και να γίνετε ένα με κάτι άλλο από εσάς.
Αυτό που έγιναν οι άλλοι και ένιωσαν το θηρίο που λέγεται ενοχή.
Κι έγιναν ένοχοι γιατί ζούσαν.
Κι άρχισαν να ξεπαστρεύουν ο ένας τον άλλο.
Μα πήρατε απόφαση μια ημέρα, 'ηταν ένα σούρουπο που το δάσος άρχισε να ξυπνά τα ένστικτα του.
Θυμάσαι,
πεσμένοι στα γόνατα τρώγατε την καρδιά του ιερέα.
Αλλά ήδη ήταν αργά,
η μόλυνση των ενοχών είχε απλώσει σαν ιστός αράχνης,
Κι από τότε άρχισε να καταρρέει ο παλιός κόσμος.
Κάποτε αγαπήθηκες, κι εσύ αγάπησες,
αλλά αυτός ο νέος κόσμος ρίχνει κάθε ημέρα τα απομεινάρια του παλιού.
Στο θυμίζουν νευρικά αυτοί οι κίτρινοι διάβολοι πίσω από τα πλακάκια,
υγρασιασμένοι και με στήση ιλιγγιώδη, ψάχνουν να ξυπνήσουν ότι κοιμάται σαν σε αφέλεια...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου