Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017


Μέσα στην Ρωμαϊκή νύχτα έλαμπαν οι γυναίκες που φορούσαν ρούχα ντεμί -σεζόν. Ο ουρανός άστραφτε από τα πυροτεχνήματα ενός γάμου κάπου εκεί δίπλα. Ημουν κουρασμένος από τις σιωπές μου, εδώ κΆι καιρό δεν συνέβαινε τίποτε ωραίο που να μπορεί να κλονίσει την βαθιά μου θλίψη. Καθώς χανόμουν ανάμεσα στους ανθρώπους που με έσπρωχναν βιαστικά ,την είδα στηριγμένη στο μπράτσο ενός ψηλού άντρα που φορούσε μαύρο παλτό, γελούσε κΆι φωτοβολούσε σκορπίζοντας γύρω της εναν αέρα βιολετών. Η Βερονικα ,με είδε, είχαμε πάνω από πέντε χρόνια να ιδωθούμε. Μια εγγενής λαχτάρα με ανάγκασε να τους ακολουθήσω. Δεν έδειξε έκπληξη οταν με είδε να τους κοιτάζω καθισμένος στο απέναντι τραπέζι ενός ακριβού για τα μέτρα μου εστιατορίου. Από τον τρόπο που οι σερβιτόροι στριφογύριζαν γύρω τους καταλάβαινα πως ο κύριος διέθετε άφθονο χρήμα , κάτι που επιζητούσε πάντα η παλιά μου αγαπημένη. Έτρωγαν μηχανικά, όπως όλοι οι μεγαλοαστοί του κόσμου, περισσότερη η προσοχή στον τρόπο που χειρίζονταν τα μαχαιροπήρουνα και λιγότερη η απόλαυση για το φαγητό. Εκείνη,έπινε κραςί με λίγη νευρικότητα, εκείνος κάποια στιγμή πήγε στην τουαλέτα. Τότε βρήκα την ευκαιρία να πάω στο τραπέζι της, τα μάτια της έλαμψαν σαν της γάτας, ( Τι θέλεις εδώ, τρελάθηκες); Μίλησε μέσα από τα δόντια της. (Ναι, τρελάθηκα, κι επειδή είμαι πιο τρελός από τότε που με άφησες φρόντισε μόλις τελειώσεις από εδώ να έρθεις να με βρεις στο σπίτι) Ξεκαθάρισα τις προθέσεις μου, μάζεψα το παλτό μου , πλήρωσα κι έφυγα πριν δω το βλέμμα της που το ένιωθα ήδη σαν μαχαίρι στην πλάτη μου.. Ενώ η νύχτα είχε πάψει πια την φρενίτιδα της κι ήμουν ακουμπισμένος στην κουπαστή της βεράντας το δέρμα μου την αναγνώρισε, πλησίαζε σε εμένα, αυτό ήταν η Βερόνικα, πριν ακόμη την αγγίξω καιγόμουν από την μνήμη της. Σε μερικά λεπτά άκουσα το κλειδί στην πόρτα. Έτρεξε σε εμένα σαν πληγωμένη ελαφίνα Την έσφιξα επάνω μου κλαίγοντας. Κι εκείνη έκλαιγε, μπήκαμε ο ενας μέσα στον άλλο, με τα μάτια, το στόμα, την μύτη, τα γεννητικά όργανα ,σαν να γινόταν αυτό κάθε ημέρα. Υστερα ξημερώσαμε αγκαλια. Κι αρχίσαμε να δίνουμε τις τυπικές υποσχέσεις των ερωτευμένων, κι ύστερα πείσαμε ο ενας τον άλλον πόσο μα πόςο μας είμαστε απαραίτητοι, πως ο χρόνος που μεσολάβησε δεν άλλαξε τιποτα στην σχέση μας. Μαζί με τις τούφες του καπνού στο ταβάνι πήγαιναν μαζί κι αυτά που λέγαμε. Οταν έφυγε πια ,ήταν ξημερώματα, Ξυπνησα από μια ηλιαχτίδα στην μέση του δωματίου. Xόρευε γυμνή και με ζάλισε στα μάτια. Και ξαφνικά ήξερα, την Βερόνικα δεν θα την ξανα έβλεπα ποτέ.. Όπως και έγινε. Χαθήκαμε μέσα στην βαριά ατμόσφαιρα της εποχής. Κανείς δεν είχε διάθεση να νιώσει ανθρώπινα..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου