Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017


εκείνον τον καιρό η μητέρα μου ήταν κίτρο κι ο πατέρας ένας δίσκος στο γραμμόφωνο, μιλούσε για έρωτες που είχαν πέσει από κόκκινα ταβάνια. Έκλαιγε με τους στίχους και μάζευα τα δάκρυα του σε ένα μικρό μπουκάλι. Ύστερα από χρόνια πάλεψα με τις σαύρες που γλεντούσαν με τον πόνο του κόσμου. Προσπάθησα να μην γίνω μελό και κοινότοπη. Έγινα κι εγώ ένας πεσμένος έρωτας, έριξα λιβάνι στην κοιλιά του κτήνους και κολύμπησα στην κίτρινη λίμνη. Κότσυφες με συνόδευαν στην γη των πληγών, ύστερα θυμήθηκα τα δάκρυα του πατέρα κι έγινα αέρας. Από τότε η μνήμη μου έγινε σφουγγάρι με τρύπες. Όταν θυμάμαι την ημέρα που βγήκα στον κόσμο είχε βροχή, πάλεψα πολύ για μην γίνω μέρος της. Έγινα μέρος δικό μου, έχω σπηλιές , λίμνες και δάση κι έχω όνειρα από μετάξια. Και σαν αέρας μεταφέρω τα τραγούδια των αντρών στα κορίτσια, να αγαπηθούν ζητώ ,χωρίς να γίνουν πεσμένοι έρωτες. Κι οι σαύρες συνεχίζουν να παραμονεύουν, λίγη ευτυχία των ανθρώπων τις κάνει να νιώθουν φρίκη. Κι ο πόλεμος μεταξύ μας συνεχίζεται χωρίς νικητές . Μόνο το ισόπαλο δέος μας ενώνει και η εσχατιά του κόσμου. Και τα δάκρυα του πατέρα που δεν δείλιασε να γονατίσει με πένθος.. Αγγελόκοσμος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου