Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Είχε μπεί στην εποχή που η μνήμη ήταν ένα στεγνό σφουγγάρι ,ζητούσε απο την νύφη της που δεν ήξερε ποιά είναι ,απλά την αναγνώριζε σαν ένα σημάδι επαφής, να την βοηθήσει κι εκείνη στις δουλειές του σπιτιού, να μην είναι ακίνητη, το σπίτι ήταν έρημος που την φώτιζε πότε πότε ένα αντρικό πρόσωπο που έλεγε πως ήταν ο γιός της, γύριζε γύρω γύρω και ζητούσε συνεχώς να φάει, αυτή που την έλεγαν νύφη της της έβαζε το γεύμα σε τρία πιάτα, άλλο η σαλάτα, άλλο είχε το κρέας , άλλο το φρούτο, αυτό την μπέρδευε, ωστόσο μέσα στο λευκό μυαλό της γύρευε εκείνο το πρόσωπο που έλεγε πως είναι γιός της, τον έψαχνε, ωστόσο μια ημέρα εκείνος της είπε , μάνα θέλω να με παίρνεις κάθε ημέρα στην δουλειά μου τηλέφωνο στις δυο και μισή, τότε εκείνη πήρε στα χέρια της εκείνο το πρωινό το ξυπνητήρι, πάνω κάτω διέσχιζε τον διάδρομο, το σαλόνι, την κουζίνα, πάνω κάτω παραμιλώντας , πρέπει να τον πάρω τηλέφωνο το μεσημέρι στις δυό και μισή, κοιτούσε το ρολόι και περίμενε να έρθουν οι δείκτες στην σωστή θέση, το σπίτι ερήμωνε, ολοένα ερήμωνε ,δεν μπορούσε να ταξιδέψει με το μυαλό της όπως κάποτε, δεν μπορούσε να νιώσει χαρά, σκιές την έτρωγαν και την κατάπιναν, ύστερα ήρθε αυτή που την έλεγε με το όνομα της , τι κάνεις Όλγα είπε, τι κάνεις με το ρολόι στο χέρι, να πάρω κάποιον τηλέφωνο, αλλά ποιόν , αυτό είπε κι ένιωσε άσχημα, ένιωθε σαν παιδί που γυρεύει την μάνα του αλλά δεν θυμόταν ποιά είναι η μάνα της, μόνο κάποιες παλιες φωτογραφίες ,της την θύμιζαν, της άρεσε η μουσική, η κλασική μουσική, θυμόταν κάποιον γιατρό που έλεγε πως η μουσική αγγίζει όλα τα εγκεφαλικά κύτταρα, τώρα είχε πάει δύο και μισή η ώρα, ποιον έπρεπε να πάρει, όμως ήξερε πως αυτός ο κάποιος την αγαπούσε και τον αγαπούσε κι εκείνη...κι η αγάπη δεν έχει στάδια...άρχισε να τραγουδάει ένα τραγούδι της Βέμπο ενώ η ώρα είχε πάει τρείς κι η ημέρα έξω έκαιγε από τον ήλιο. Η γεροντική παιδική ηλικία..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου