Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017


Τις ημέρες εκείνες ερχόμουν και σε έβρισκα χωρίς χέρια και χωρίς πόδια. Τα μαστίγια της βροχής εγκλώβιζαν τα μάτια μου. Δεν υπήρχε καμία ανάγκη να ψάξουμε την συγκίνηση ,ούτε φυσικά να την παρακινήςουμε τεχνηέντως. Μικρά συντριβάνια ηδονής αντιμετώπιζαν αυτά της λύπης. Άβυσσος, σου έλεγα, άβυσσος η ψυχή των ανθρώπων. Και βιώσαμε τον ρυθμό του κόσμου, όπως ο Παλαμάς ,εντός μας. Και ξανα γεννηθήκαμε. Τις ημέρες εκείνες ερχόμουν και σε έβρισκα χωρίς στόμα. Δεν χρειαζόταν να σου μιλάω. Ήταν άλλος καιρός τότε. Είχαμε φτερά στην πλάτη, θυμάσαι; Και κάθε δάκρυ σου ήταν δικό μου. Μετά σε έψαξε ο θάνατος, σε βρήκε πολύ όμορφο, είχες εκείνη την μελαγχολία των φαγιουμ. Σε χαιρέτησα νοερά. Από τότε ψάχνω να βρώ πως ήταν εκείνες οι ημέρες, οι πικρό γλυκές. Δεν βρίσκω τίποτε, μόνο θυμάμαι.. Και γύρω μου βρίσκω προβιές και δέρματα λύκων. Και παντού διάχυτη η εξαφάνιση του γένους μου. Κι η φυλή μου βαπτίστηκε άφιλη.. Το αίμα κάνει αυλάκια , τσουλάμε πάνω του και χτυπάμε. Ω, τουλάχιστον να μπορώ να σε θυμάμαι.. Στην μνήμη του Π. Του ανθρώπου ψάρι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου