Κυριακή 22 Νοεμβρίου 2015


Ας πούμε πως εσένα σε λένε Ζυλιέν κι εμένα Αντιγόνη. Ας πούμε πως έχουμε ραντεβού στην αιώνια πόλη,του φωτός,, θα πίναμε κρασί κόκκινο και θα ανεβαίναμε στον λόφο της Μονμάρτης, κάπου εκεί θα χαιρετούσαμε συμβολικά το σπίτι που έμενε για λίγο η Εντιθ , το σπουργίτι με την εύθραστη τύχη, την ίδια τύχη που είχε το βελούδο που ονομαζόταν Μπίλι, μια εύθραστη τύχη. Φυσικά εσύ, θα με είχες αγκαλιά και θα βαδίζαμε μεθυσμένοι έξω από τα μπιστρό με τα όστρακα της θαλάσσης, εκεί ακριβώς θα επέμενες πως η τύχη είναι το αποτέλεσμα του χαρακτήρα μας κι όχι κάτι μοιραίο. Κι εγώ αγαπημένε μου θα επέμενα πως είναι κι αυτό που λες ,αλλά είναι κι αυτό που υποστηρίζω κι εγώ. Πως αν δεν έπεφτε το αεροπλάνο με τον αγαπημένο της Εντίθ, εκείνη ίσως να είχε μια άλλη πορεία και πάντως αυτό θα μπορούσε να μην είχε συμβεί, αν ο αγαπημένος της έπαιρνε το επόμενο αεροπλάνο για να της κάνει έκπληξη. Κι αν η Μπίλι δεν τύχαινε να μένει δίπλα σε εκείνο το κτήνος και δεν ήταν μόνη της στο σπίτι ,δεν θα είχε βιαστεί από αυτόν στα 11, γιατί ίσως, αν ερχόταν η μητέρα της στο σπίτι πιό νωρίς ,αυτός ο βιασμός δεν θα είχε συμβεί και δεν θα βίαζε η Μπίλι τον εαυτό της διαλέγοντας άντρες που για να της προσφέρουν την ηδονή την χτυπούσαν , γιατί έτσι η Μπίλι μαστιγωνόταν για να τιμωρήσει το εγώ της πνιγμένη από τις ενοχές που θα έπρεπε να έχουν άλλοι.. Κι έτσι αγαπημένε μου Ζυλιέν αγκαλιά εδώ, να πίνουμε το κρασί μας, θα σου πω πόσο λατρεύω τα εύθραστα πλάσματα, τους μοιραίους, τους εξαντλημένους των ηδονών, τις πόρνες με τα βελούδινα πέδιλα, τους τραγικούς τελικά ανθρώπους. Κι εσύ θα βγαίνεις έξω στην πόλη σου αντιδρώντας στα μέτρα προστασίας του πολίτη ακούγοντας το Ιμάτζιν και θα ξεχνάς πως είσαι κι εσύ τραγικό πρόσωπο, άσχετα αν δεν έτυχε να σε χτυπήσουν οι τρομοκράτες. Κι εγώ θα σε αγαπώ Ζυλιέν, χωρίς να σε ξέρω, γιατί δεν μπορείς να εξηγήσεις τι έχει συμβεί. Ε'ΙΜΑΣΤΕ άτυχοι Ζυλιέν, θα ζήσουμε όλην την φρίκη που κατέγραψε ο Ντοστογιέφσκι για την βρόμικη ψυχή του ανθρώπου. Είναι αυτή ακριβώς η χρονική στιγμή που σπάει η χολή και χύνει δηλητήρια. Αγάπα με Ζυλιέν, ας μην χαθούμε έτσι , πρόωρα.... Αλλιώς θα έχουμε ηττηθεί, θα έχουμε στερήσει από τον εαυτό μας την ευκαιρία να σαλπίσουμε μια φωνή ενάντια στο πραγματικό κακό.. Γιατί μην ακούς τους κομψούς γραφιάδες αγάπη μου που λένε πως δεν υπάρχει κακό , αυτό υπάρχει κι είναι βαθιά μέσα μας, είναι η δύναμη να εξουσιάζουμε τους άλλους κι η ηδονή που χύνεται άφθονη, καθώς μπορούμε να σπείρουμε θάνατο. Όλοι μας, είμαστε εν δυνάμει, κτήνη, φίλα με Ζυλιέν, αυτός ο κόσμος δεν μπορεί παρά να γίνει μια έρημος χωρίς την αγάπη... -Παρίσι Αθήνα και λοιποί χωρίς την γνώση της τελικής ήττας

Καθώς το χαρτί σιωπά, οι λέξεις παίρνουν ύψος, βάζει στην άκρη όλα αυτά ,που μαγαρίστηκαν στον χρόνο, μα ωθούνται από μια περίεργη δόνηση, έρχονται και παλεύουν μέσα της, για να ξεριζωθούν από την βάση τους. Είναι στιγμές, που το να ξεριζώνεις, είναι δυσκολότερο από το να φυτέψεις. Ένα λουλούδι, μια σφαίρα, μια λύπη, μια εικόνα. Μια ανύποπτη γυναίκα, περπατάει ανάμεσα στα χαλάσματα. Όλα αυτά που γράφεις, αντί να της τα λες δια ζώσης, αυτά περιγράφουν δράματα, τα δράματα παίρνουν ζωή όσο εσύ δεν ξεριζώνεις την σφαίρα, την λύπη, την εικόνα. Όσο επιτρέπεις να υπάρχουν χαλάσματα.. Είναι φορές που χρειάζεται να αφήσεις το χαρτί και το μολύβι και να αρχίσεις να βλέπεις πίσω από τα μάτια, πίσω από τις λέξεις. Οι λέξεις έχουν μια διάδραση που δεν κρατάει πολύ. Στα χαλάσματα κρύβονται τα μυστικά κι η διάρκεια... Ο αστράγαλος μας λέει πολλά, το ίδιο κι ο καρπός μας.. Και στα μάτια είναι τα αντίγραφα όσων ζήσαμε, ποιος αντέχει να τα κοιτάξει πραγματικά; {Το μόνιτορ της ανησυχίας

Είσαι πραγματικά λυπημένος, όταν βλέπεις στον ουρανό, να αντανακλάται η εικόνα μιας άδειας γης, τότε, με διαβολικό θάρρος, να πεις, εγώ τέλειωσα με τον κόσμο αυτόν, θα ανοίξω τώρα έναν άλλον, θα μπω και να χορέψω μέσα του σαν να ελευθέρωναν τα πόδια μου φωτιές..κι ας μείνω να χορεύω εγώ μονάχα με τον εαυτό μου, σκατόψυχος αυτός που δεν μπορεί με την σκιά του να βρεθεί και να χορέψει την λύπη του..

Κυριακή 15 Νοεμβρίου 2015


Στέκεται αναποφάσιστη στο σταυροδρόμι, έχει τα χέρια στις τσέπες. Διαρκώς αναποφάσιστη, έτσι θέλει, η αποφασιστικότητα έχει προφάσεις και προθέσεις. Δεν είναι έτσι αυτή. ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ γρήγορα, κάπως αδέξια. Κοιτάζει γύρω, τον σκέφτεται, τι να σκέφτεται; Σκέφτεται τον κόσμο των γουρουνιών που κρύβονται πίσω από ένα κολιέ με διαμάντια,_ ξέρω, κλισέ-. Αυτός δεν είναι έτσι, ωχ, σκέφτεται ,κατάφαση. Δεν είναι έτσι αυτή, δεν ζει από τις καταφάσεις, από τις αρνήσεις, έζησε. Με αυτές τάισε τα φτερά της. Τον σκέφτεται. Τα πόδια της πίσω στη φτέρνα καίνε. Όλα ζεστοί, μικροί αποχαιρετισμοί, ναι ξέρει, αυτή τους ξέρει. Και ξέρει πως κι αυτός τους ξέρει. Αυτός. Αυτή. Εκείνοι. Οι άνθρωποι. Αυτός ο φριχτός, αυτός ο υπέροχος κόσμος, όλα αυτά κι εκείνα, αυτά που κατοικούν κάτω από τα βλέφαρα. Καίγεται για την ζωή. Η ζωη την καίει, την έχει κάψει, όχι, έτσι έπρεπε να γίνει, για να μάθει να φοράει φτερά, για να μπορεί να φεύγει, να πετάει, να πιστεύει στιγμές στιγμές πως είναι ελεύθερη. Τρομερή γοητεία οι πτήσεις. Και αυτά που δεν λέμε. Περπατάει σιγά τώρα. Κοιτάζει γύρω της, σαν να περπατάει μαζί της. Ποιος ; Εκείνος. Αυτός που της μιλάει για άλλους κόσμους. όχι, δεν θα σου μιλήσω για αυτά που της λέει. Δεν είναι έτσι αυτή. Αυτή λέει,( όποιος κομπάζεται, είναι μέτριος), δεν της αρέσει η μετριότητα κι ας ξέρει πως είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αυτήν. Δεν είναι έτσι αυτή. Δεν είναι έτσι αυτός. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Περπατάει χαμογελώντας. Φεύγει... -Εικόνες- υγ. αφιερωμένο

Συναντήθηκαν σε ένα μαύρο δωμάτιο, μπήκανε μέσα και γλύστρισαν σαν λουρίδες χρωμάτων. Εκείνος από νωρίς θέλησε να την κατακτήσει ερωτικά, έγινε σάτυρος με προτεταμένο στόμα κι όλο ζητούσε, ζητούσε, (φίλα με, άσε με σε αγγίξω, άσε με να πάρω την μυρωδιά σου με το στόμα μου), εκείνη νευρίασε αλλά δεν τον φοβήθηκε ακόμη κι όταν αυτός ήρθε με ορμή επάνω της. Έγινε η γυναίκα της Δύσης, του ζήτησε να της μιλήσει, να πει την ιστορία του. Έπιναν κρασί και μύριζαν ο ένας τον άλλον πίσω από τις λέξεις και την οσμή. Τον σταματούσε με τον τρόπο της. Εκείνος της έλεγε πως γεννήθηκε στα χαλάσματα, αυτό που της περιέγραφε για την ΄΄υπαρξη του μετά, καθώς μεγάλωνε, ήταν μια οπτική αυτοδημιουργίας, θέληση για την ζωή , αλητεία ,πείσμα και όρεξη για δημιουργία και τέχνη. (Η τέχνη είναι ο μόνος τρόπος να αφήσει ο άνθρωπος το ίχνος του στην γη), της είπε πίσω από το αυτί. Την χαίδευε σαν να κρατούσε ένα φτερό, ωστόσο ,στιγμές στιγμές γινόταν ανελέητα διεκδικητικός. Όμως εκείνη είχε μια δική της ιεροτελεστία που κανένα αρσενικό δεν ξέχασε περνώντας από την ζωή της. Έγινε μια γκέισα, φερμένη από το χώμα και το νερό. Πήρε αυτά τα υλικά και φύσηξε την φωτιά της. Άρχισε να του κάνει μασαζ στην πλάτη και στο κεφάλι. Έπαιρνε όλο το άρωμα του και το μύριζε. Έλεγε μέσα της καθώς προσπαθούσε να τον απαλύνει, -καθώς ήθελε να του ανακόψει την σεξουαλική ορμή χωρίς να του κάνει κακό-, έλεγε μέσα της καθώς διέταζε τα δεκα της δ'αχτυλα να μεταφέρουν ηρεμία και απαλοσύνη, έλεγε μέσα της ακούγοντας μια ντραμς να χτυπιέται μέσα στο κεφάλι της, όλα είναι ζωή και θάνατος, σε αυτά θα εξαντληθούμε, έλεγε μέσα της, στα χέρια μου έχω έναν διαθέσιμο εραστή, όμως θα τον κάνω άντρα γινόμενη γυναίκα, έλεγε μέσα της ακούγοντας στο κεφάλι της μια ντραμς , όλα είναι έρωτας, θα μάθεις τι είναι έρωτας, έρωτας δεν είναι μονάχα αυτό το δαιμόνιο που ζητάει το φύλο να τρυπήσει, καθώς του ε΄κανε μασαζ στο πρόσωπο πια, αυτός την κοιτούσε στα μάτια, μάτια ανάποδα καθώς αυτή τον κοιτούσε από επάνω του, (θέλω να τελειώσω κοτάζοντας σε), της είπε, ςςςςςςςς, του είπε αυτή ,η γκέισα από χώμα και νερό, άρχισε τότε να σκορπίζει τα υλικά της μαζί με την φωτιά γύρω του σαν να σχημάτιζε μια αύρα... Θα γευτείς όλα τα φιλιά τώρα, του είπε και αυτός έγειρε επάνω της με ε΄ξαψη, υπάρχουν πολλά φιλιά, στρογγυλά, βαθιά, ευθεία, άκαμπτα, φιλιά σαν κόκκινα λιβάδια, φιλιά τζαζ, φιλιά λαικά, υπάρχουν άπειρα φιλιά, (δείξε μου), της είπε και η ερωτική του φωνή την τρύπησε στο στέρνο, τον φίλησε, του άφησε στο στόμα μονάχα μια μικρή ομάδα φιλιών, δόντια, γλώσσα, στόμα χωρίς πολλά σάλια. Έπειτα έξω από το μαύρο δωμάτιο τσούλησε στον ουρανό ένα ολοκόκκινο φεγγάρι. (Είσαι παράξενη , δεν έχω συναντήσει άλλη γυναίκα σαν κι εσένα), της είπε, απόλυτα αρρενωπός και σαν έφηβος, συνέχισε, (μακάρι να μπορούσα να σου χαρίσω λίγη ευτυχία και χαρά). (Αυτό είναι μεγάλη κουβέντα, ας αποφύγουμε τις μεγάλες κουβέντες, συνήθως είναι ψευδείς και ματαιόδοξες), του είπε και του άφησε ένα απαλό φιλί στα χείλη. Καθώς περνούσε την λεωφόρο, άκουσε από ένα ταξί ένα τραγούδι από αυτά που την ματώνανε, τα κόκκινα φανάρια, λίγο αίμα φώλιασε στην καρδιά της και μετλα ξεχύθηκε παντού μέσα της. Θα τον ξανασυναντούσε , είχε κάτι κοινό μαζί του αλλά δεν το ήξερε, απλά το ένιωθε... Επιπλέον περπατούσε κι ένιωθε σαν να είχε κάνει έρωτα μια ολόκληρη ημέρα, αλλά αυτό οι άντρες δεν το καταλαβαίνουν, σκέφτηκε και χαμογέλασε, όχι με πίκρα, έτσι σαν μισό χαμόγελο. Συνέχισε να περπατάει, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που είναι ανοιχτοί σκέφτηκε, για φαντάσου, ΣΦίχτηκε μέσα στο ΄βελούδινο μαύρο παλτό της και συνέχισε να προχωράει.. -Ερωτική φρενίτιδα, με παύσεις ροδόνερου

Για πολλά χρόνια ,μπέρδευα τον πόθο με την αγάπη, ήταν που η μητέρα δούλευε από το πρωί ως το βράδυ, έτσι από την πρώτη δημοτικού γύριζα μόνη μου στο σπίτι, άφηνα την σάκα και άνοιγα την πόρτα κι έφευγα. Αυτό είχε σαν συνέπεια να κρυφακούω πίσω από τα κλειστά παντζούρια φωνές και ψιθύρους, να βλέπω μεσημεριάτικους εναγκαλισμούς και θωπείες υψίστης ερωτικής διαδικασίας εν εξελίξει στην Φωκίωνος Νέγρη, ερωτικές γραμμές που μπερδεύονταν στην δική μας τηλεφωνική γραμμή, παρατηρήσεις στις οικογενειακές συγκεντρώσεις και διαπιστώσεις περί της αποδοχής μου πως ο πατέρας θα έλειπε πάντα μακριά κι εγώ θα ήμουν μόνη μου. Ήξερα πως ο πατέρας έπινε, -όταν πήγε στο νησί όμως, σταμάτησε μετά από χρόνια-, εξάλλου εκείνη την βροχερή νύχτα που μάζεψε την βαλίτσα του , μου έλεγε πιωμένος να βάζω συνέχεια στο γραμμόφωνο το <<βρέχει φωτιά στην στράτα μου>>, έκλαιγε ρημαγμένος στην καρέκλα, έκλαιγα κι εγώ μαζί του, ήμουν δεν ήμουν πέντε χρονών, αλλά με τραυμάτιζε το γεγονός πως η μητέρα του είπε να φύγει, αυτός μου περιέγραφε πόσο την αγαπούσε, τα δάκρυα του ίσως να μούσκεψαν το γραμμόφωνο, αλλά το σίγουρο είναι πως ακόμη θυμάμαι την πόρτα να κλείνει πίσω του. Τότε, αντιπάθησα βαθιά την μητέρα κι όσους μισούσαν αυτούς που έπιναν, δεν με εξυπηρετούσε να θυμάμαι πως εκείνη είχε κάνει πολλές απόπειρες να τον βοηθήσει να ξεκόψει, όμως ας μείνουμε σε αυτό. Την στιγμή που έκλεισε εκείνη η πόρτα το μαξιλάρι μου βούλιαξε στα δάκρυα, του έδωσα ένα όνομα και του ψιθύριζα τον πόνο που με έτρωγε, τα καλοκαίρια που έβρισκα τον πατέρα ξεχνούσα αυτόν τον πόνο και δημιουργούσα άλλον, η δίψα του πατέρα για την μητέρα δεν ήταν μεταδοτική.. ΌΜως όσο η μητέρα εργαζόταν από το πρωί ως το βράδυ είχα όλη την ελευθερία να γυρίζω μόνη σε όλη την Κυψέλη και να παρατηρώ σχηματίζοντας ιστορίες. Όταν βαριόμουν, -μέναμε τότε σε ένα υπόγειο-, ερχόμουν σπίτι και έριχνα στην αυλή τις κούκλες μου επάνω σε μια κουρελού και έφτιαχνα ιστορίες. Οι κούκλες μιλούσαν για έρωτες και πάθη, για μίσος και αγάπη, ιερουργούσαμε μαζί στον δικό μας μυστικό δείπνο, πότε πότε σκουπίδια έπεφταν επάνω μου από κάποια απρόσεχτη συγκάτοικο που τίναζε το χαλί της από τα ψηλά δίχως να με προσέξει, -αχ, το καημένο δεν προσέχεις-, της είπε η διπλανή γειτόνισσα στην δράστη, -καημένο είστε εσείς-, της είπα με όση περιφρόνηση διέθετα και συνέχισα να παίζω. Πότε πότε κοίταζα ψηλά τον ουρανό, παρατηρούσα πόσο μακριά ήταν από την αυλή μου και πότε θα σουρούπωνε ώστε να μαζέψω τα πράγματα μου μέσα και να κάνω πως διαβάζω όταν επέστρεφε η μητέρα σπίτι.. Μεγάλωσα μόνη μου, σαν αγρίμι, χρωστάω όμως σε αυτήν την γυναίκα που υπήρξε μια καλλονή της εποχής, την αγάπη μου στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Έχω πολλές φορές αναρωτηθεί για την μόρφωση και τι αποτελεί αυτήν την λέξη, τώρα ξέρω τις απαντήσεις. Πως μια γυναίκα που δεν είχε τελειώσει το Δημοτικό κι αυτό το έφερε βαρέως λες και θα μπορούσε, μια γυναίκα που δούλευε από 10 χρονών, είχε όλη την διάθεση να πηγαίνουμε σε παραστάσεις όση κούραση κι αν κρατούσε ήταν ένα φως στην μαυρίλα μου, μεγάλο φως και ανακούφιση. Με την φαντασία μου πήγαινα παντού, παρατηρούσα σαν τηλεσκόπιο υποβρυχίου τα πάντα και τα κατέγραφα, έτσι αναδυόμουν και καταδυόμουν με ευκολία σε κόσμους μαγικούς. Αλλά για χρόνια μπέρδευα την αγάπη με τον πόθο. Έτσι ήταν να γίνει, αυτό το μπέρδεμα ήταν επίσης μια κινητήρια δύναμη που με έσπρωξε στην λογοτεχνία, ο πατέρας της λογοτεχνίας μου ξεδιάλυνε πολλά από αυτό.. Κι αργότερα η ίδια η ζωή. Μεγάλωσα σχεδόν μόνη, σαν αγρίμι και σαν χαμίνι που η μητέρα έντυνε με πριγκιπικά ρούχα και παπούτσια από τον Μούγερ, μου μάθαινε τον πληθυντικό και πηγαίναμε σε πλούσια σπίτια όπου εκείνη φύλαγε τα παιδιά, τα παιδιά που αργότερα μάζευα στο δωμάτιο τους και τους έπαιζα θέατρο στα πάρτυ , ώρες πολλές, τόσες ώστε οι άλλες μητέρες να τα αναζητήσουν και να εκπλαγούν από το <<ταλέντο>> μου να τα κρατώ σιωπηλά και έκθαμβα. Τότε ήταν που ήθελα να γίνω ηθοποιός.. Η ζωή είναι σκαλοπάτια, τα κατεβαινεις και πας στην άβυσσο και μαθαίνεις τις δυνάμεις σου, τα ανεβαίνεις και φτάνεις στον ήλιο, εκεί που η αρμονία κι η ομορφιά είναι μέρος της ζωής σου.. Σε λίγο θα έχω ανεβοκατέβει 51 σκαλοπάτια, δεν ήταν εύκολα, τίποτε δεν είναι εύκολο.. Το <<παιχνίδι>> συνεχίζεται κι ελπίζω να συνεχιστεί για πολύ.. Υπάρχουν λίγα πράγματα που θυμάμαι σαν να τα ζω. Ένα από αυτά ήταν ο πόνος του πατέρα εκείνο το βροχερό βράδυ κι εκείνο το τραγούδι, ο κρότος μέσα μου που έγινε πόνος από την φυγή του.. Η αγάπη που υπάρχει τώρα στην μαμά μου που είναι σαν κυκλάμινα που διέρχονται από κάποιο μονοπάτι. Υπάρχουν κι άλλα αρκετά, αλλά το τραγούδι που μου είπε ο πρίγκιπας στην τουαλέτα στο Πρόμπλεμ είναι η μόνη αλήθεια, (όσο υπάρχει το παιδί, υπάρχει η ελπίδα), αυτό είναι που ξεκαθαρίζει πολλά.. Δεν μετάνιωσα που μεγάλωσα μόνη , εννοώ δεν θα το άλλαζα, αυτό που ήθελα να μπορούσα να αλλάξω ήταν άλλο.. Κι αυτό θα μείνει μεταξύ εμένα και του εαυτού μου.. -Τα 51 σκαλοπάτια- υγ, σε όσους κι ότι αγαπώ

Υπάρχει η γνωστή κινούμενη άμμος, υπάρχει μια αποικία από όσα ξέρεις, γεγονότα που χρειάστηκε να τα αντιμετωπίσεις σαν κάποιο μυθικό ζώο για να αντέξεις στην δίνη τους, ακόμη υπάρχουν οι ηλιόλουστες ημέρες κι η ζέστη τους στα μάτια και την πλάτη σου, φλούδες από κόκκινο παραμερίζουν για να περάσεις βιαστικά από δίπλα τους, μα και τόσα χρώματα παραμονεύουν για να ζεις μαζί τους, ανάμεσα στα ρήματα θέλω και επιθυμώ διαλέγεις το δεύτερο, είναι ρήματα που προσδιορίζουν αν είσαι επιθετικός παίκτης ή όχι, είναι πράξεις που με τρόπο απόλυτο καθορίζουν το στίγμα σου εδώ, ένα όμως να είναι ίσως το κυρίαρχο , να απολαύσεις δυνατά ετούτο το κρεσέντο, να το απολαύσεις με όλους τους πιθανούς τρόπους εκτός από αυτόν, μισείς αυτό που λέγεται μικρότητα, αυτό που λέγεται μικρότητα, γιατί η μικρότητα είναι ατέλειωτες πολεμικές διαθέσεις μαζεμένες σαν πέτρες που καταλαμβάνουν όλα τα μαλακά σπλάχνα του ανθρώπου... {.....}

Σηκώθηκες κι έφτιαξες καφέ γλυκό με γάλα, σκέφτηκες πως καμιά βιογραφία δεν ανταποκρίνεται στο θέμα της ζωής. Κι όμως πολλές φορές την χρειάστηκες για να φτιάξεις στην ψυχή σου το πλήρες πορτρέτο κάποιου δημιουργού. Μετά αναρωτήθηκες για τα κενά της μνήμης, θέλω απλά να πω πόσες βιογραφίες θα χρειάζονταν για να καλύψουν αυτά τα κενά. Καθάρισες με συνοπτικές διαδικασίες κάτι από τον σωρό των παλιών αντικειμένων, πολλά από αυτά δεν θυμόσουν καν πως βρέθηκαν στα χέρια σου... Ο ήλιος έχει μια πικρόχολη διάθεση, σκέφτηκες.. Όλο σκέφτεσαι..όλο σκέφτεσαι, οι ελαιώνες είναι μακριά κι οι χορευτές κουράστηκαν να τους διασχίζουν χορεύοντας. Είσαι ένα τίποτε μέσα στο όλον. Θες να γίνεις ζεν, θες να γίνεις ζεν, όμως αυτό δεν είναι εύκολο, όπως επίσης δεν είναι εύκολος ο ορισμός σου. Τίποτε δεν είναι εύκολο κατά την ενηλικίωση, τίποτε δεν είναι εύκολο οταν κοιτάς στον καθρέφτη, αλήθεια , έχεις αναρωτηθεί πόσους εαυτούς εξοντώνεις όταν τους κοιτάζεις; Και πόσοι από αυτούς σε εξοντώνουν; Σκέφτεσαι πόσο αγαπάς τους ιχνευτές των παθών. Αυτοί άραγε σε αγαπούν; Και τι θα άλλαζε αν σε αγαπούσαν ή δεν σε αγαπούσαν; Τίποτε. Θα σου πω εγώ τώρα τι συμβαίνει, ο κόσμος του χτες σφυρίζει αδιάφορα κι αυτό σε εκνευρίζει ολοκληρωτικά. Άκου, κάποτε πρέπει να μιλήσουμε εμείς οι δυό... Εσύ, στον καθρέφτη, όχι εσύ, ο άλλος, όχι αυτός, ο άλλος πίσω σου, όχι αυτός, ο άλλος, ναι, αυτός που καπνίζει σύννεφα, κάποτε χρειάζεται να επανέλθεις φίλε, να τα πούμε στην στρατόσφαιρα.. { Η εκλεκτικότητα της αδιαφορίας }

Σήμερα ξύπνησα μετά από καιρό, ξανά, λυπημένη. Όταν βγήκα έξω στην πόλη, που παραπατούσε, από τον πολύ ήλιο ,ένιωσα έναν ψυχρό ίλιγγο. Σκέφτηκα για λίγο πως θα ζωγράφιζα την λύπη, η λύπη για εμένα, είναι σαν ένα μικρό νεκρό πουλί με την καρδιά του έξω, χυμένη σαν αίμα, επάνω στο χέρι μου... Πήγα στο βιβλιοπωλείο κι αγόρασα τρείς μεταφράσεις που με κοιτούσαν με ζωηρούς οφθαλμούς.. Στον δρόμο, με τα φανάρια και τα μπερδεμένα δέντρα από την θερμοκρασία, με τους πεζούς να πασχίζουν να ζήσουν αδιάφορα, θυμήθηκα τον Σαχτούρη, καθώς τον θυμήθηκα, δάκρυα στόλισαν τα μάγουλα μου. Και τα μαλλιά μου, παραμέρισαν, για να περάσουν ανάμεσα τους. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής, σκέφτηκα , είναι θαύμα να μπορείς να κλαις για κάτι άλλο, εκτός των <<πεσμένων ερώτων>>. Γιατί στα μάτια μου, ο Σαχτούρης δεν υπήρξε ποτέ, ένας <<πεσμένος έρωτας>>.. {Στο κοτσύφι ,του Σαχτούρη}

To έρεβος μοιράζει την τράπουλα, το χαρτί του θανάτου το έλαβε ο αποστολέας του θεού, πηχτός έβενος τα μάτια του, μαχαίρι η καρδιά του, σηκώνει το χέρι του και ρίχνει θάνατο, στο πλήθος, αιματοβαμμένοι αθώοι πληρώνουν τις πληγές του Φαραώ, των θεών που παίζουν τον πλανήτη στα δάχτυλα σαν να είναι ο καβάλος τους σηκωμένος, φαλλός έτοιμος για σπέρμα και αίμα, το αφιόνι του αιώνα το μοιράζει μια μοιραία αλεπού, λέει, <<λάβετε, φάγετε, αυτό θα είναι το τίμημα της δόξας σας στον άλλον κόσμο>>, και τότε ο αιώνιος όφις πιστά κροταλίζει τα τύμπανα του πολέμου, βλέπω γύρω μου φωτιές, παιδιά που δεν προλαβαίνουν να μεγαλώσουν, αισθάνομαι από χτες το μεσημέρι, πως κάτι κακό θα συμβεί και κλαίω στην ανάμνηση του Σαχτούρη, όλη μέρα περίμενα σαν ένα ζώο που γνωρίζει πως θα σφαγιαστεί ο διπλανός του, καίω τις προσευχές, καίω τα δάκρυα της Ευρώπης μήπως γίνουν καπνός και δακρύσουν τα μάτια των υπεύθυνων, όλοι είναι υπεύθυνοι για το αίμα, τα κελιά, τις κλειστές πόρτες των συνόρων, την επιφυλακή της αδρεναλίνης, τις επισκέψεις στους ψυχολόγους, τα νεκροταφεία που χτίζονται στον υγρό κόσμο, όλοι είναι υπεύθυνοι, μαζί τους κι εγώ που αντέχω ακόμη να ζω σε αυτόν τον κόσμο σαν να είναι μια στοιχειωμένη ζωή, χωρίς ανάσα να ζούμε και να περιμένουμε τώρα ,ποιο θα είναι το επόμενο χτύπημα, σαν αρχαία Ελληνική τραγωδία ,που αυτοί που μπορούν να αποφύγουν την έχουν γραμμένη στα αρχίδια τους, που αυτοί που μπορούν να την αποφύγουν έχουν κηρύξει πόλεμο ουσιαστικά με τα παιδιά τους, σαν την Σαλώμη θα φέρουν το κεφάλι των παιδιών τους σε ένα ασημένιο πιάτο, και το νεκρό κεφάλι με τις αρτηρίες να κρέμονται, το αίμα να ρέει θα ακούσουν τα δόντια να μιλούν χωρίς γλώσσα, θα τους πει τότε το τέκνο τους, <<λάβετε, φάγετε αλλά χωρίς εμένα>> και τρελαμένοι από το μένος, θα ανοίξουν τα παράθυρα, <<εεεεεεεεεεεε, εδώ μέσα βρωμάει σφαγείο>>, θα φωνάξει κάποιος από αυτούς και θα πάρει τον ρόλο της μάνας και θα αρχίσει να τρέχει μακριά τους , τα παιδιά του κόσμου θα σκεφτεί πριν να είναι αργά πια για όλους.. -13-11-2015

Πάντα έλεγες, είναι ο καιρός των δολοφόνων και πάντα έτσι ήταν. Όσα κι αν μπορούν να χωρέσουν στο πάντα. Ο Φάουστ πήγε στον Οδυσσέα και τον Δον Κιχώτη, ο Μίσα κι η Αλμπερτίν δεν ξεδιψούσαν με τα σύμβολα και τους μύθους, όλοι χορεύουν με το κρανίο του Λεβιάθαν στο χέρι, τους κοιτάζω, τους ακούω, μα δεν είναι το αίμα κι οι καμμένες σάρκες που με τρομάζουν, είναι οι χίλιες γνώμες που έχει οα καθένας για τα πράγματα, είναι οι χίλιες δυό απόψεις που έχει ο καθένας για το αίμα.. Είναι γιατί κανείς δεν υπερβαίνει τους κανόνες της ποίησης, να βγει από το κουτί της φαντασίας και να γίνει παράνομη, να γίνει καθημερινή πράξη.. Γιατί λίγοι είναι οι ποιητές.. Κι είναι εκεί, στα χαλάσματα των πόλεων, στους γκρεμισμένους ανθρώπους, παρατηρούν τον καιρό των δολοφόνων και καταγράφουν, με πράξεις κι όχι μονάχα με μολύβια, είναι γιατροί του κόσμου, είναι αυτοί που δεν παίζουν βρόμικα παιχνίδια με λεκτικές ακροβασίες κι επιδερμικές σχέσεις, είναι αυτοί που κανείς δεν τους ξέρει, κάποτε θα τους καταγράψει η ιστορία κατά το τέλος των εξελίξεων.. Στο μεταξύ οι χίλιες δυό γνώμες διχάζουν και διχάζονται. Καταραμένοι, καθώς δεν μπορούν να καταλάβουν με νου και καρδιά πως ο δολοφόνος είναι η ανάποδη όψη του θύματος... Και κάθε προδοσία εκδίδεται με παράδες εκ των έσω... Ζω την κόλαση σε όλο της το μεγαλείο, το μόνο που μου μένει είναι να την ζήσω με όλες μου τις αισθήσεις... Η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από σκατά, αίμα, σπέρμα, σύμβολα, κάτουρα λυγμούς και ρωγμές κάτω από το δέρμα.... Ας συμφωνήσουμε τουλάχιστον πως όλοι διαφωνούμε... -Η ΑΝΑΛΓΗΣΙΑ

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015


Πολλές ευγενικές πράξεις κι αυτές που διέπονται από την καλοσύνη, οδηγούν πολλές φορές τους άλλους σε κορεσμό. Νοιώθουν αυτοί που τις δέχονται ,την αίσθηση του κορεσμού. Όμως με την στενή έννοια της παρατήρησης μπορεί κανείς να καταλάβει πως ο κορεσμός οφείλεται σε κάποια αδυναμία του δέκτη ή κάποια έλλειψη της αντίληψης πως η κακία σκοτώνεται από την καλοσύνη. Και πως το να επιλέγει κανείς να ζήσει στηρίζοντας το κακό γενικότερα είναι σαν να μην επιφέρει καμιά αλλαγή γύρω του ενώ συνεχίζει να εξαπλώνει την μάστιγα αυτή. Δεν υπάρχει καμία γοητεία στο να κάθομαι και να περιμένω το αναπόφευκτο τέλος. Και φυσικά επίσης καμία γοητεία στο να παραμένω αθώος ως προς το δούναι και λαβείν, τίποτε δεν εξασφαλίζει την όποια αντίληψη του άλλου ως προς την πράξη αυτή καθαυτή. υπάρχουν κι αυτοί που θεωρούν δεδομένο πως οι άλλοι οφείλουν να δίνονται σε αυτούς. Μένει το εξής, να ξεχωρίσει κανείς αυτούς που είναι καλοί κι ευγενικοί από θέση ζωής κι όχι από ανάγκη γιατί δεν ξέρουν τι άλλο να κάνουν. Στην απεγνωσμένη αναζήτηση μιας αισθητικής στην ζωή ,υπάρχει και η καλοσύνη , είναι θέμα του καθένα μας πόσο σεβασμό θα δείξει σε αυτό, επίσης πόσο σεβασμό θα δείξει κι ο ίδιος στο είναι του, κανείς δεν εκτελεί κάποια αποστολή με το να φέρνεται τόσο καλά που θυσιάζεται για τους άλλους εκτελώντας κάποιες φορές τον εαυτό του.. Μιλώ για την βαθύτερη ανάγκη της καλοσύνης αισθητικά και υπαρξιακά κι όχι την καλοσύνη που το δέντρο της είναι οι ρίζες ενοχών, οι ενοχικοί πολλές φορές βρίζουν και βρίζονται γιατί κατάργησαν τα όρια και δεν παρατήρησαν πόση ανωτερότητα και δύναμη ψυχική κρύβεται μέσα της. Παρατήρησαν μονάχα μια φευγαλέα ευχαρίστηση του δότη στον δέκτη. Αλλά κι ο δέκτης πρέπει να ευχαριστιέται, όχι μονάχα ο δότης.. ΟΙ καιροί είναι δύσκολοι, καιρός να ακούσουμε και λίγο αυτό που λέγεται ευγνωμοσύνη στο όλον.. Στο κάτω κάτω η καλοσύνη εμπεριέχει σαφέστατα την ελευθερία, αυτό που λίγο πολύ λείπει από όλους μας... {Περί της αισθητικής της καλοσύνης και της ευγένειας

Yπάρχουν κι εκείνα τα φιλιά, που μοιάζουν σαν ιστορίες που δεν είπαμε. Κάθε ένα από αυτά, κάτι διηγείται, χωρίς ανάσα το ακούς και σε συνεπαίρνει, σε φυσάει σε ακτές ,που δεν μοιάζουν να χαιδεύονται από την θάλασσα. Έτσι, ο πόλεμος των φύλων δεν προκύπτει, υπερνικούν τις αντιξοότητες και τις αντιθέσεις, οι διηγήσεις τους.. Και εκείνα τα λεπτά ,διαγράφουν με την δύναμη τους, ολόκληρες εικόνες ζωής ,σε σέπια. Υπάρχουν φιλιά ,που με την δύναμη της καθαρότητας τους χαράζουν την ύπαρξη κι απόκληρος γυρνάς και κυνηγημένος από ένα πάθος που δεν ξεπλύθηκε ποτέ. Γιατί με εκείνη, την αρχαία φωτιά τους, σημαδεύουν τα επόμενα χρόνια . Φιλιά ματωμένα, πλασμένα για να χαράξουν και να υψωθούν μακριά από τα τετριμμένα, δεν μοιάζουν σαν προσκλητήρια μάχης. Πηγαίνουν πιό μακριά από τον πόλεμο που λέγεται έρωτας.. Έτσι , μόνο τα θυμάσαι. Αλλά παίρνεις μια δύναμη από την μνήμη τους, όπως κάνουν οι εραστές χωρίς περιπολίες και ζητήματα ανταμοιβής στην υποχώρηση.. Κερδισμένος είσαι και χαμένος.. -Στην σπανιότητα, των φιλιών

Στο μεταξύ, κανείς δεν μπόρεσε να μας καλουπώσει. Τις ΚΥριακές, τσουλάμε στα Πετράλωνα, πίνουμε κρασί και κοιτάζουμε όλα τα παλιά αντικείμενα καρφωμένα στους τοίχους της ταβέρνας. Μοιάζουν έτοιμα να μας πουν την ιστορία τους. Μαζι μετα τρία μπουζούκια που παίζουν. Κάθε ιστορία από τα παλιατζίδικα την καρφώνω στην καρδιά μου. Τι κι αν οι καιροί ψάχνουν για σφάγια; Εμείς όπως ζήσαμε ,έτσι θα συνεχίσουμε . Περίπατοι ηλιόλουστοι με παιδικά παπούτσια. Κι όση πίκρα και να μας ποτίζουν εμείς εκεί, ακούραστοι, δεν θα αφήσουμε ποτέ τα άλογα να τα σκοτώσουν όταν γεράσουν. Γιατί, κάθε άλογο από αυτά ,είναι μια αρετή της παλιάς κοπής. Στο μεταξύ, κανείς δεν θα μας κάνει να χαριστούμε, κανείς δεν θα μας επιβάλλει τους κανόνες του. Για κάθε βρισιά μια προσβολή και μια αγνωμοσύνη στην πλάτη, εμείς έχουμε ένα χαμόγελο που γίνεται γέλιο.. Περίπατοι ηλιόλουστοι με παιδικά παπούτσια.. -ΤΗς Κυριακής- Υγ. αφιερωμένο στην Κυριακή, την φίλη και μέλος της <<<... >>>.και στην Κυριακή, την έβδομη ημέρα της βδομάδας...

Ομολογεί στον εαυτό της πως δεν τον ξέχασε, η δική τους ιστορία διέφερε από τις άλλες γιατί δεν της δόθηκε χρόνος, η δική τους ιστορία μοιάζει με εκείνο το λουλούδι που ανθίζει μια φορά κάθε έτος, ,βίαιες κινήσεις τρίτων έκοψαν το ανθρώπινο νήμα νωρίς, οι τρίτοι γι αυτό υπάρχουν, για να ξοδεύουν την ενέργεια τους καταστρέφοντας τους άλλους που στα μάτια τους κάτι λάμπει, δεν τον ξέχασε, η ιστορία τους δεν έμοιαζε με υπόσχεση ευτυχίας, ήταν η ίδια η ευτυχία που την ξύπνησε το επόμενο πρωί, ήταν και είναι, η ίδια συγκίνηση, ακόμη και στην μικρότερη ανάμνηση ενός αποσπάσματος τους, ακόμη και στην πιό μικρή εικόνα του, τον φυλάει μέσα στα πιο πολύτιμα των ανθρωπίνων , τον κρατάει δίπλα της πολλές νύχτες που ένα αηδόνι πιάνει να τραγουδήσει έναν θάνατο, τότε εκείνη του λέει, (τον έρωτα να τραγουδήσεις, τον έρωτα κι όχι τον θάνατο), το αηδόνι αλλάζει τον ρυθμό του και της τραγουδάει για το πορτρέτο εκείνου, τότε η γυναίκα τον αγαπάει δυνατότερα γιατί η ανάμνηση του μέσα από την αφήγηση του τραγουδιού δεν έχει την παραμικρή πίκρα, σε ρωτάω εσένα τώρα ξένε, ξέρεις πολλούς έρωτες που δεν αφήνουν καμία πίκρα στο τέλος τους; Ομολογεί στον εαυτό της, -υπήρξα τυχερή- κι ας μην έζησε από αυτό το κομμάτι της ζωής της παρά μονάχα ένα βράδυ, έβρεχε πολύ και τα αστέρια είχαν κρυφτεί τότε... -Η ομορφιά της μνήμης

Θα σου μιλήσω για την Βέρα, ανήκει στην γενιά που αγάπησε τα λουλούδια και δεν τα μετέτρεψε ποτέ σε τσουκνίδες, είναι σημαντικό αυτό για μένα, περισσότερο για εκείνη φυσικά.. Με Την Βέρα μιλάμε πολύ, με περνάει μια δεκαετία αλλά μοιάζει αγέραστη, είναι ένα κορίτσι- γυναίκα. Εκείνη μου μιλάει για τις ιστορίες της ζωής της κι εγώ προσπαθώ να τις πω χωρίς διαπραγματεύσεις, έτσι ασκούμενη κι αρχάρια στην γραφή όπως πάντα. Δεν υπάρχουν αντιθέσεις παρά ελάχιστες μεταξύ μας, όπως εκείνη χύνεται στην ζωή αθώα κι αιματώδης χωρίς να κάνει συμβιβασμούς, έτσι γράφω κι εγώ, με την καρδιά μου που χορεύει με τον νου, χωρίς επεξεργασία τελική.. 'Εχουμε συμφωνήσει πως είναι απαραίτητα και τα δυό.... Μου λέει για τους εραστές της, αυτούς που έγιναν κι αυτούς που δεν έμειναν παρά μόνο με την υπόσχεση της. Με διαβεβαιώνει πως ο άνθρωπος δεν ερωτεύεται μόνο μια φορά , αυτά είναι εμπόδια για την ελευθερία και την αγάπη μου λέει..αυτά είναι κλισέ. (Τι έιναι η ζωή ρε Βέρα); την ρώτησα σήμερα αφού βγάλαμε τον σκύλο της βόλτα. (Η ζωή είναι ένα σμίξιμο με ίδιες κι αντίθετες δυνάμεις, είναι μια άσκηση που είναι όμορφο να γοητεύεσαι κι όχι να φοβάσαι και να βαριέσαι από αυτήν), μου λέει και με γοητεύει καθώς στέλνει δαχτυλίδια καπνού στον ουρανό. Τα μάτια της διηγούνται μόνα τους άμα τα κοιτάξεις προσεκτικά... (Μόνο άσκηση είναι ρε Βερα, εσύ ένα παιδί του έρωτα το βλε΄πεις μονάχα σαν άσκηση); Την ρωτάω και την κοιτάζω να γελάει. (όχι βέβαια, η αθωότητα είναι ένα αποτέλεσμα καθώς κι η γνώση από τον στοχασμό και την πείρα επάνω στην ζωή, αυτό είναι ένα επί μέρους κομμάτι της άσκησης, εμείς λοιπόν την άσκηση αυτή την βλεπουμε σαν παιχνίδι), με διαβεβαιώνει με τον τόνο της φωνής της. ΣΥΝΕΧΊΖΕΙ. (Επιπλέον υπάρχει τόση ηδονή εκεί έξω, σε αυτό το άγνωστο που δεν μπορείς παρά να δοθείς με έναν ήσυχο κρότο). (Κι αν πέσεις καμιά φορά από ουρανοξύστη); Ρωτάω με πείσμα. (Ε τοτε θα χω την χαρά πως δεν πέθανα από ανία). Και σκέφτομαι πως δεν είναι τσιτάτα αυτά που λέει, τα εννοεί με τις αποδείξεις των πράξεων της. Και την αγαπάω περισσότερο κι από αυτήν την αγάπη δεν θα μπορέσω να γράψω ποτέ με επιμέλεια την ζωή της, είμαστε κι οι δυό τόσο απείθαρχες και ζώα χωρίς δημόσιες σχέσεις και γραφεία, είμαστε εκτός με λίγα λόγια από φύση κι από θέση.. (Η Βέρα κι εγώ

Στέκεται αναποφάσιστη στο σταυροδρόμι, έχει τα χέρια στις τσέπες. Διαρκώς αναποφάσιστη, έτσι θέλει, η αποφασιστικότητα έχει προφάσεις και προθέσεις. Δεν είναι έτσι αυτή. ΠΡΟΧΩΡΑΕΙ γρήγορα, κάπως αδέξια. Κοιτάζει γύρω, τον σκέφτεται, τι να σκέφτεται; Σκέφτεται τον κόσμο των γουρουνιών που κρύβονται πίσω από ένα κολιέ με διαμάντια,_ ξέρω, κλισέ-. Αυτός δεν είναι έτσι, ωχ, σκέφτεται ,κατάφαση. Δεν είναι έτσι αυτή, δεν ζει από τις καταφάσεις, από τις αρνήσεις, έζησε. Με αυτές τάισε τα φτερά της. Τον σκέφτεται. Τα πόδια της πίσω στη φτέρνα καίνε. Όλα ζεστοί, μικροί αποχαιρετισμοί, ναι ξέρει, αυτή τους ξέρει. Και ξέρει πως κι αυτός τους ξέρει. Αυτός. Αυτή. Εκείνοι. Οι άνθρωποι. Αυτός ο φριχτός, αυτός ο υπέροχος κόσμος, όλα αυτά κι εκείνα, αυτά που κατοικούν κάτω από τα βλέφαρα. Καίγεται για την ζωή. Η ζωη την καίει, την έχει κάψει, όχι, έτσι έπρεπε να γίνει, για να μάθει να φοράει φτερά, για να μπορεί να φεύγει, να πετάει, να πιστεύει στιγμές στιγμές πως είναι ελεύθερη. Τρομερή γοητεία οι πτήσεις. Και αυτά που δεν λέμε. Περπατάει σιγά τώρα. Κοιτάζει γύρω της, σαν να περπατάει μαζί της. Ποιος ; Εκείνος. Αυτός που της μιλάει για άλλους κόσμους. όχι, δεν θα σου μιλήσω για αυτά που της λέει. Δεν είναι έτσι αυτή. Αυτή λέει,( όποιος κομπάζει είναι μέτριος), δεν της αρέσει η μετριότητα κι ας ξέρει πως είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αυτήν. Δεν είναι έτσι αυτή. Δεν είναι έτσι αυτός. Δεν είμαστε έτσι εμείς. Περπατάει χαμογελώντας. Φεύγει... -Εικόνες- υγ. αφιερωμένο

Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015


-Οι αλήτες του Ντάρμα, η αλήτισσα της Αμοργού και το μεθυσμένο σαν μωρού χαμόγελο του πατέρα μου- Ο Σεπτέμβρης ήρθε γλυκά, είπα να τον καλωσορίσω στην άλλη παραλία όπου είναι προσβάσιμη με την βάρκα ή με τα πόδια. Είναι μια γλώσσα θάλασσας χυμένη επάνω στην άμμο και με πολλά πολλά χαμηλά δέντρα όπου η σκιά τους είναι ευλογία, από κάτω τους ξαπλωμένοι δεκάδες Ιταλοί και Γάλλοι με λίγους Έλληνες κρύβονταν από έναν ήλιο που επιτέλους δεν καίει τόσο πια. Ξάπλωσα επάνω στο μπλε μου μαντήλι κι άρχισα να διαβάζω τις ορειβατικές περιπέτειες του Κέρουακ, ο ορίζοντας καθαρός και το κύμα ελάχιστο. Ο Τζακ μιλούσε για πεταλούδες και Βούδες και αλήτες του Ντάρμα, κι εγώ νοερά ενώ ήμουν στην Αμοργό ήμουν κι εκεί, μέσα στο έργο του Τζακ, κι εγώ εντελώς ξαφνικά, κι ενώ είχα ανέβει και κατέβει το μονοπάτι το φιδογυριστό που έσκιζε το βουνό για να έρθω σε αυτήν την παραλία φίλε, εντελώς ξαφνικά, είδα κι εγώ μια πεταλούδα που πετούσε γύρω μου, πρόσεξα πως υπήρχε μια ησυχία με θυμάρι, φασκόμηλο, δεντρολίβανο, θάλασσα, γλάρους, ήλιο και μια ατμόσφαιρα που δεν χαλούσε την μαγεία της ένας μασερ με ένα μικρό κότσο κάτω από τα αρμυρίκια , είχε φέρει ένα σπαστό ειδικό κρεβάτι κι έκανε Θιβετιανό μασαζ στους λουόμενους, κι εγώ φ'ιλε τότε κατάλαβα πόσο ανάξιος είναι ο άνθρωπος που δεν μπορεί να ενσυναισθανθεί όλα αυτά. Την φύση που διάχυτα χαρίζει τον έρωτα της σε ε΄μας, κάτι απολίτιστους γελοίους τυπάκους που νομίζουν πως έχουν ερωτευτεί , πως έχουν γίνει κομμάτια όπως όλα εκείνα τα χαμομήλια και τα φασκόμηλα και τα πουρνάρια κι η ρίγανη φίλε, που ενώ τα πατάμε το μόνο που κάνουν είναι να διαλύονται σε μυρωδιά, σε κάτι γελοίους τυπάκους και τύπισσες που κατά την εγκατάλειψη από το <<αντικείμενο>> του πόθου έβγαλαν δηλητήρια και μίσος και κατασπάραξαν με ανοιχτές κοιλιές το συκώτι των αγαπημένων υποτίθεται, ω, πόσο μάταιη και τυφλή η ύπαρξη του ανθρώπου φίλε. Κι έγινα μια αλήτισσα του Νταρμα και της Αμοργού κι άφησα τα πράγματα μου κι έπιασα να ανεβαίνω και να κατεβαίνω ξανά το μονοπάτι, και πότε πότε, έιιι φίλε, άρχισα να τ ανεβαίνω στο βουνό από επάνω, κι η ρίγανη μυριζε, κι έτρεχα κι οι αλήτες του Ντάρμα δεν γαμούσαν τίποτε παρά χάιδευαν το βουνό μαζί μου με ευγνωμοσύνη, , κι έτρεχα, και άνοιγα τα χέρια μου σαν αετός, ε, τι νομίζεις, κι ΄'ακουσα όλες τις κότες να τσακώνονται και τον κόκορα να φωνάζει, και χάιδεψα έναν γάιδαρο, και γέμισε το χέρι μου χώμα, είχε φαίνεται κυλιστεί πριν, και πόσο όμορφη αίσθηση αυτή της ελευθερίας φίλε, και φώναζα χόιιιιιιιιιιιιι Ποπη, Χέιιιιιιιιιιιιι Πόπη, ξέχνα τα όλα, κι άνοιξε το μάτι μου κι η καρδιά μου και ήρθε φως στο μυαλό μου, και το δέρμα μου ηρέμησε φίλε, το στομάχι σταμάτησε να πονάει, χόιιιιιιιιιι Πόπη, δεν έχεις ηλικία, έεειιι Πόπη, κοίτα τον αετό, γίνε μέρος όλου αυτού που ζεις τώρα κι έγινα φίλε, κι ηρέμησε το είναι μου, και σταμάτησε να με νοιάζει η ασχήμια γιατί δεν υπήρχε, όοοιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιι Πόπη, άσε τους άλλους να νομίζουν αυτό που νομίζουν, εσύ δες ξανά τον εαυτο σου, δες αυτό που σου λεει, τι ζητάει από εσένα, θέλεις ένα όστρακο ή θέλεις να αφήσεις τα μαλακά σου μόρια λεύτερα, ναι, θέλεις αυτήν την ελευθερία που ζητούν οι αλήτες του Ντάρμα, και πήγα στην παραλία γεμάτη και γέλαγα σαν να είχα κυλιστεί με όλα τα ζωντανά ττου νησιού στην γη, ευγνώμων και γεμάτη ενέργεια, μια ενέτγεια που έλαμπε, και μετά πήρα την Χ. κι ήρθαμε σπίτι, ενώ σιγά σιγά χαμήλωνε ο ήλιος γλείφοντας το βουνό και βάλαμε μουσική του Γούντυ Άλλεν, και έειιιιιιιιιιιιι φίλε πιάσαμε να χορεύουμε και το σπίτι γέλαγε, γέλαγε, κι εμεις χορεύαμε, χορεύαμε σαν παιδιά πάλι, και καθώς έκανα έναν κύκλο στο πάτωμα σκέφτηκα τον πατέρα μου ο οποίος είναι σε ένα κάδρο ακριβώς απέναντι μου, και τότε σκέφτηκα πως αυτό το βουνό κάποια στιγμή μου χαμογέλασε, σαν μεθυσμένο, σαν μωρό, σαν το γέλιο του πατέρα μου, και τότε έκλαψα λίγο φίλε, έκλαψα και γέλαγα, ω Γη, πόσο γλυκά ήρθε ο Σεπτέμβρης, και πόσο κάθε πόνος παίρνει τον δρόμο για το τέλος του όταν θέλει αυτός που τον κουβαλάει, και πόσο ασυγκράτητα είμαι ευτυχισμένη με το τίποτε που ξαφνικά γίνεται το όλον, από αύριο, στις μέρες μου εδώ, θα είμαι μια αλήτισσα του Ντάρμα και της Αμοργού και θα βλέπω το χαμόγελο του πατέρα μου σαν μεθυσμένου και σαν μωρού επάνω στα βουνά...

Βροχή στην πόλη , απέραντη βροχή με γκρίζα πέπλα και δόντια λύκων, κι όλοι κρύβονται μέσα στα αυτοκίνητα με το χαλασμένα καθίσματα, ενώ ένας γιατρός ξεπουλάει τις ιστορίες των διάσημων αρρώστων του σε κάποια περιθωριακή στέγη της Νέας Υόρκης σε κάποιο αδηφάγο περιοδικό κίτρινο όπως η ζήλεια, και μια γυναίκα άρρωστη από την μοναξιά και την ματαιοδοξία, καμουφλάρει τις φωτογραφίες της, ή βάζει κάποιες που της μοιάζουν στον εικονικό ψηφιακό κόσμο, απέραντη η πεδιάδα των αυλοκολάκων ενσκήπτει στο γρήγορο θέαμα , απέραντη η κοιλάδα των μετρίων ,εναποθέτει θαυμασμό για κάποιους που αντί ταλέντου και βίου περπατημένου στον κόσμο των βιτσίων και των παθών, αυτών που λέγονται τρελοί γιατί δεν περπατούν στην γνωστή διέλευση, αντί ταλέντου και καρδιάς ανοιχτής, διαθέτουν μια υπερβάλλουσα αυτοπεποίθηση και θράσος εκατό χορδών που παίζουν φάλτσα, άνθρωποι σε δίνες μοναξιάς, άνθρωποι σε παροξυσμό συλλέγουν μικρότητες, κι εγώ συλλέγω πένθος για την Ηλέκτρα και την Μήδεια και την Αντιγόνη, εδώ σε ένα συρτάρι που ξεχείλισε πια διαψεύσεις, τι είσαι, τι είμαι από τι είμαστε, ναι, κατοικώ ξανά σε μια θλίψη που έγινε σπίτι μου, να νοιάζομαι να μην βλέπω άλλο την βλακεία , να παθιάζομαι να μην ακούω την ηλιθιότητα κάποιου που αλλάζει την φωνή του μιλώντας σε ένα μωρό ή σε ένα σκύλο, τόση θλίψη που γεννήθηκε από το άπλετο φως, να μην αντέχω τις κοινοτοπίες και το ρίγος της ανάπαυσης της πνευματικής, να αναπολώ τον θάνατο σαν τις παλιές καλές ημέρες , τότε που το εγώ ήταν εμείς, να ξεφυλλίζω άλμπουμ σφραγισμένα με βουλοκέρια κόκκινα και να αναρωτιέμαι γιατί το πένθος είναι μαύρο ενώ είναι λευκό , να λέω σιγανά ενώ μετρούν λεφτά για να αγοράσουν αγάπη εξαγόμενη, να λέω όπου η θλίψη κι ένας ρυθμός της , και να προχωρώ με βήμα γρήγορο με μάτι αγριεμένο, δεν είναι το ψέμα που με τρομάζει αλλά όσα το ανθρώπινο είδος μπορεί να κάνει για να το ζήσει ή να το μεταφέρει στους άλλους, να έχω τώρα στη τσέπη μιας καμπαρντίνας το χέρι και να λέω , ω, πόσο φοβερό ,αυτή η θλίψη μου επιτρέπει να κατέχω ένα μικρό είδος ελευθερίας, μια κι η ευτυχία στον καιρό μας δεν είναι παρά μια επιπόλαια πόρνη που μοιράζει τραπουλόχαρτα, ναι, εδώ θα είμαι, έτσι πεισματικά κι ανυπόφορα αντιδραστική απέναντι σε αυτούς που δεν ξέρουν πόσο ανυπόφορα κυλάει ο καιρός χωρίς την αγάπη, χωρίς αυτήν, όλα τα άλλα με ξεκουφαίνουν και με αηδιάζουν γιατί ξέρω, σε μια αχίλλειο φτέρνα περπατάει ο κόσμος και σε ένα έπος του τραγικού... Και ποιος είναι άραγε ο τραγικός; Αυτός που το ξέρει ή αυτός που δεν το ξέρει; -Η βροχή ,έφερε θλίψη χωρίς ξεθώριασμα-...

Ο έρωτας στις μέρες μας, μοιράζεται με δελτία, αποδείξεις παροχής, αυτόγραφα, αφιερώσεις σε ποιήματα αμφιβόλου ποιότητας κι ανέραστων υποδείξεων. Το παιχνίδι εστιάζεται κυρίως στον βασιλιά και την βασίλισσα επάνω σε λεκτικά σκάκια. Οι λέξεις τραβούν τον δρόμο τους κι οι πράξεις τραβούν ένα περίστροφο που δεν οπλίζεται ποτέ, όχι από φόβο για την τιμωρία, αλλά από μια ανάγκη του να μην κάνεις παρέα με ανάξιους στην κόλαση. Γιατί η κόλαση είναι όλα όσα ξέρεις γύρω από τον παράδεισο και πόσο λίγη είναι η παραμονή σου σε αυτόν. Έτσι μια μέρα γράφεις μια επιστολή, -αγαπητέ μου Χ. δεν σε σκότωσα γιατί ξέρω να απολαμβάνω πόσο σκοτώνεις καθημερινα τον εαυτό σου, απολαβάνω πόσο υπέροχα κατεβάζεις στο πηγάδι τον άλλοτε θρυλικό ανδρισμό σου-, μαλακίες, πετάς την επιστολή στο καλάθι. Ο έρωτας στις μέρες μας έγινε ζήτημα των χρηστών, ένα διάλειμμα στην αταραξία. Κι ενώ τραβάμε στην πλάτη ,κάτι βαριά από σύννεφα πρωινά ,κοιτούμε λιγωμένοι στο κενό αναρωτώμενοι, γιατί ο έρωτας στις μέρες μας έγινε ασφυξία; Κι όμως, κυκλοφορούν ανάμεσα μας αυτοί που ξέρουν να δίνουν κομμάτι από το συκώτι και το στήθος τους... Και χωρίς να αναζητούν με πάθος κι εμμονή να πούνε <<είμαστε πάτσι>>. -Περί έρωτος