Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2013

Κάποτε οι αργοί ρυθμοί κουράζουνε
κι η σιωπή ξεκουφαίνει,
δεν είχαμε κάτι να πούμε γυρνώντας τα μεσάνυχτα,
θυμόμουν κάτι σκόρπιες λέξεις σου ενώ η σελήνη έβραζε πάνω μας,
ένας μεθυσμένος με σκούνηξε σε μια στροφή του δρόμου,
μια γάτα τσακωνόταν με μια άλλη.
Μετά αρκετά τα μεσάνυχτα, έπιανα να θυμάμαι μία μία τις λέξεις,
κάθε μιά από αυτές σαν ιέρεια στα αυτιά μου ψιθύριζε το τέλος,
τέλος σε ότι ελπίζουμε και σε ότι ποθούμε.
... Ξάπλωσα στην κουνιστή πολυθρόνα και κοίταξα έξώ από το παράθυρο.
Αυτή η σελήνη ήταν μια κάποια υπόσχεση στα θαύματα,
πανώρια και ηλεκτρισμένη θα μπορούσε να κάνει τους ανθρώπους να αγαπηθούν.
Κι όλα έπεσαν στην γνωστή ακινησία, χλομιασμένα μικρά παιδιά άνοιγαν το στόμα τους κάνοντας ένα άρρωστο χαμόγελο κάποιου αρλεκίνου.

( Η σοφίτα πανσέληνος)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου