Τετάρτη, 12 Ιουνίου 2013

Το δαχτυλίδι

Φορούσε στο δάχτυλο του αριστερού του χεριού, παλιάς κοπής δαχτυλίδι,
ασημένιο, χοντρό, με μαύρη πέτρα.
Το άγγιξε και άρχισε να το χαιδεύει κι αυτός στο χάδι παραδόθηκε,
σαν καθισμένος αισθάνθηκε να είναι, κάτω από μια μεγάλη ελιά.
Το έφερε στα χείλια της, στην μύτη της, στα μάγουλα της.
Κυκλικές κινήσεις κι ύστερα κάθετες, πλάγιες, κατακόρυφες, μικρές κοφτές,
ύστερα πλάτυναν, άνοι...ξαν σαν διαβήτες, αισθητήρες κόκκινοι.
Η μαύρη πέτρα ανατρίχιασε, έδιωξε όλα εκείνα τα παλιά γυναικεία χάδια,
ξέχασε όλα τα γυναικεία πρόσωπα.
Κι ο άντρας τα λησμόνησε πίνοντας την δροσιά της πίσω από το λευκό της φόρεμα, τους χώριζαν χρόνια πολλά αλλά τα μάτια τους ήταν σε μια ευθεία που ταίριαζε.
Ιδρωμένος αυτός, αναμμένη εκείνη κοιτούσε πότε τα μάτια του και πότε την πέτρα.
Γύρισε η πέτρα τότε και της είπε ενώ έσταζε ένα μαύρο δάκρυ,
(αγάπησε αυτόν κι εγώ ήδη έχω ξεχάσει όσα έζησε, εδώ για σένα μόνο θα υπάρχω).
Ανακουφισμένη η κοπέλλα από την τόση αφοσίωση ήρθε με τα χάδια της στο στήθος του.
(Κράτησε με λίγο εδώ, να ξεχάσω λίγο την στεγνότητα του κόσμου), είπε.
Κι αυτός βγάζοντας το δαχτυλίδι από πάνω του της το φόρεσε για πάντα.
Κι έγινε ο κόσμος ατέλειωτα υγρός κι όμορφος, άπειρος μέσα στον κυνισμό της περιορισμένης αντίληψης.
Γιατί η αντίληψη άνοιξε με όλες τις αισθήσεις κι έγινε συμπόνια για τον υπόλοιπο κόσμο..
Κι η κοπέλα κοίταζε τα μάτια του, που χάνονταν σε μια άλλη έκσταση. παρακολουθώντας τώρα την κοπέλα, να μεταμορφώνεται σε γυναίκα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου