Πέμπτη 7 Μαρτίου 2013

Η μαντάμ βροχή έξω από το τζάμι ενός μπαρ γεμάτο κόσμο
Κάποια στιγμή παρακολούθησα τους κύκλους του νερού αποκομένη από τους άλλους πάνω στις πλάκες του πεζοδρομίου
Σκέφτηκα πως όλες οι όχθες που ακουμπήσαμε την σκέψη μας γέμισαν χρώματα.
Μα αυτές που ακουμπήσαμε την καρδιά μας αγίασαν από την εξοντωτική δύναμη.
Δεν κρατώ άλλο πένθος στην όψη μου, εξάλλου δεν μου ταιριάζει η αυστηρότητα.
Λύπες κρα...τώ αλλά τις πετάω στο νερό να γίνουν κύκλοι.
Έπειτα χάνονται.
Είναι φορές που γίνομαι κύκνος κι άλλοτε στοιχειό.
Αγαπώ το μυστήριο και τις μεταμορφώσεις.
Τις σπούδασα καλά κάτω από το δέρμα κι είδα καλά τους ανθρώπους.
Μετά από αυτό αποφάσισα να μην παίρνω δρόμους χωρίς γυρισμό.
Κι είδα πως αγαπώ βαθιά τον λυρισμό και την διαύγεια.
Για πρώτη μου φορά θέλω να γίνω ολόκληρη.
Και κανείς πια δεν θα με πάει πίσω, μόνο εγώ.
Από τους δρόμους αυτούς αυτό που θα μείνει θα είμαι εγώ.
Χωρίς δισταγμό, θα σου πω να με αγαπάς, το αξίζω.
Με κατέστρεψα πολλές φορές μα άλλες τόσες με ξανάφτιαξα.
Μα κανέναν άλλο δεν χάλασα, αυτό το έκανα προυπόθεση ζωής.
Είναι αυτό που μένει από μια ζωή χωρίς φρένα και χαλιναγώγηση.
Να με αγαπάς όσο μπορείς.
Όσο σου βγαίνει η ανάγκη αυτή.
Δεν υπάρχουν θεοί, υπάρχουν απομεινάρια φόβου.
Αλλά η αγάπη είναι το μοναδικό θαύμα που φτιάχνουν οι άνθρωποι.
Τα άλλα όλα είναι αίμα, σπέρμα και σκατά.
Να διαβάζεις αυτά που γράφουν οι άνθρωποι, μα τους ίδιους μην τους πιστεύεις αν δεν τους ζήσεις ΄΄εστω για λίγο.
Σε αγαπώ λίγο αρκετά και πολύ.
όσο θα με κάνεις να σε θαυμάζω.
Αυτό μου έλειψε πολύ στην ζωή και έγινα χαμίνι, πως ο θαυμασμός μου ήταν κάλπικος γιατί είχε αναφορά στα κάλπικα πρόσωπα.
Το ψέμμα είναι φαιδρότητα.
Ένα αστείο που ζητά εκπαίδευση...
Να με αγαπάς σου λέω.
Αν με διαβάσεις προσεκτικά θα το καταλάβεις μέσα στην πέτσα σου.
Άντεξα και πέρασα πολλά, από όλα όμως μόνο αυτό κράτησα.
Να αγαπώ και να θαυμάζω...

( εξομολόγηση χωρίς τελείες)
Η ομιλία της σκέψης

Μίλα μου για εσένα, όπως δεν μίλησες σε κανέναν άλλο,
θα μιλήσουμε την γλώσσα των ΄κυκλάμινων,
θα κοιταχτούμε βαθιά στα μάτια σαν να βλέπουμε όνειρο,
καθώς θα μιλάς θα στραγγίζει ένα πιάνο θυμό,
τις λέξεις θα τις τοποθετήσουμε μαζί σε ένα κάδρο,
το κρυφό ορμητήριο του σώματος θα γίνεται τόξο για να ανέβει πάνω από όρους.
Μίλα μου για εσένα,
θα ακουμπήσω το χέρι μου στο γόνατο ...σου, μήπως ακούσω την μυστική σου δόνηση.
Είσαι θαυματοποιός ή ένας αγαπημένος ερημίτης,
έχεις ναυαγήσει σε νήσους αποξενωμένους από κόσμο;
Έχεις χαιδέψει τους δικούς σου δαίμονες στο κεφάλι;
Πόσες φορές κατάφερε η ψυχή σου να συνδεθεί με το άπειρο;
Θα σε υποβάλλω σε πολλά φρικτά ερωτήματα.
Εσύ πάλι θα με κοιτάς.
Κι όσα θα βλέπω μέσα στα μάτια σου θα με υποβάλλουν στην φρικτή θέση της αναμονής.
Απλά να ακούω την φωνή σου,
στην πραγματικότητα τα περισσότερα από αυτά που θα λες τα ξέρω,
έγιναν γνωστά από εκείνη την φορά που μαζί συνδεθήκαμε στο άπειρο,
εσύ άντρας κι εγώ γυναίκα,
γύρω μας όλα σώπαιναν κι εμείς είμαστε σαν κόσμος μέσα στον κόσμο
Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013Ο ερωτικός χρόνος του παν
Είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στο τζάμι του τρένου.
Τα μαλλιά της χάιδευαν τους ώμους της, πρωί που έδειχνε πως θα βγαινε ο ήλιος.
Είχε φυλαγμένα τα φιλιά τους σαν φτερούγες από ρουμπίνια.
Την περασμένη νύχτα έψαξαν ο ένας τον άλλο. Χωρίς ταραχή και δίχως αιφνιδιασμούς.
Δεν χρειαζόταν τίποτε ψεύτικο για να ωραιοποιήσει την σχέση τους.
ΜΙλούσαν σα...ν παιδιά και σαν ενήλικες, αυτός από την αρχή χρησιμοποιούσε λέξεις που την έφερναν σε δυσκολία. Παίζοντας μαζί της. Παιχνίδια απελευθέρωσης της μικροαστικής κουβέρτας.
.........
Αυτός ήταν ένας μποέμ, έμοιαζε ώρες ώρες σαν να μεγάλωνε η μορφή του και άρπαζε το δωμάτιο.
ΚΙ αυτή ένιωθε μικρούλα. Έτσι κι αλλιώς ο άντρας είχε ύψος .
Είχε ζήσει σαν τσιγγάνος και είχε καλλιέργεια.
Έκρυβε αρκετές πτυχές του ώσπου τις ανακάλυπτε αυτή με το ένστικτο της.
Το παραδεχόταν, απλά της το παραδεχόταν.
Υπήρχε μια οικειότητα που θα ήταν αστείο να τις συγκρίνει με άλλες στο παρελθόν της.
Υπήρχε κάτι που από καιρό της έλεγε αγαπήσου, το άκουγε χωρίς να τον βλέπει.
Τόσο κοντά της κι αυτή τόσο μακριά του.
Και πολύ ξαφνικά τον είδε. Κι αρκετά μετά άρχισε να καταλαβαίνει.
............
Το τρένο γλυστρούσε πάνω στις γραμμές του. Σκέφτηκε πόσες καψούρες περάστηκαν για έρωτες.
Κάτι θλιμμένα πρωινά που ο εαυτός σου σε έφτυνε στα μούτρα.
(Γιατί μου το κάνεις αυτό ρε μαλάκα); Σε ρώταγε και έριχνε ροχάλες.
Κάτι ντυμμένα βράδια με θλίψη από την ψυχική ανημπόρια των ανθρώπων.
Έμοιαζαν πολύ, ίσως πέρα της οικειότητας.
Όλα αυτά τα είχαν ζήσει σε παράλληλες και άλλες τροχιές.
Το ίδιο μπετό έριξαν για να μείνουν απροσπέλαστοι κάτι εποχές άγριες.
...........
Τώρα θυμόταν τα μάτια του οταν ήταν επάνω της.
Εκείνη έβλεπε όλα του τα πρόσωπα.
Ήταν ο άντρας, το παιδί, η καύλα, η αγάπη, το κτήνος,ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, ο μποέμ, ο ιππότης των σπαθιών, αυτός που δεν ζητούσε απλά το φύλο της να ζεστα΄νει το δικό του.
Και ένας διεκδικητής της αγάπης της .
(ΔΕν θα ξαναμιλήσεις άσχημα για την γυναίκα που αγαπώ, αυτά ξέχασε τα), της είπε όταν μονολόγησε κάτι αλήθειες για τον εαυτό της, γι αυτόν τον καλό μαλάκα που δεν είχε βγάλει τον θυμό της παρά ελάχιστες στιγμές.
Αυτός την κοίταζε τώρα σαν λιοντάρι. ( Έλα λοιπόν μαλάκα εκφράσου, έκφρασε τα αισθήματα σου με τις λέξεις). Αυτή μούγκα.
Μα σαν τον κοίταξε λυπημένα, δείχνοντας την αδυναμία της, της άρπαξε το στόμα φιλώντας την βαθιά. ( Αγάπη μου), της είπε τρυφερά και ήταν σαν να άρχισε να ανεβαίνει μια αόρατη σκάλα και να της κατεβάζει αστέρια από τον ουρανό.
................
Όταν ήταν ο ένας μέσα στον άλλο κοιταζόντουσαν σαν υπνωτισμένοι μάγοι.
..............
Τώρα εκείνη η φωνή που άφηνε ελεύθερη στο σύμπαν πριν μήνες ξαναγύριζε μπροστά της, έλεγε <<αγαπήσου>>.
Και να αγαπήσει.
Τώρα στο τρένο ακουμπισμένη στο παράθυρο, σκεφτόταν ξανά την ίδια φράση.
Η αγάπη είναι ένας σκύλος που δεν έχει αφεντικό.
Και τότε κατάλαβε πως η αγάπη πονούσε.
ΠΟνούσε όπως πονούν τα ποιήματα που βράζουν σαν αρρώστια στα στηθια των ποητών.
Ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις έξω από εσένα.
Μπαίνεις μπροστά από την πόρτα και βρίσκεσαι μέσα στον άλλο.
Η αγάπη πονάει, σκέφτηκε, δεν είναι θέμα αφοσίωσης ούτε παρατήρησης.
Είναι οι παλιές φολίδες του πρώτου δέρματος σου που πέφτουν κι ετοιμάζεται να βγεί άλλο.
.............
Στα μάτια της έμοιαζε σαν γίγαντας.
Ξαφνικά κάλεσε γύρω της όλες τις θετικές δυνάμεις για να τον φυλάνε.
Η φωνή του ήταν σαν μαύρο βελούδο.
Η αφή του ήταν η αργή τροχιά ενός πλανήτη.
Και η καρδιά του ήταν σαν ένα αιωνόβιο δέντρο.
Είχε κι αυτός δει τόσα.
Βασικά αν τους έβλεπες στο βάθος ήταν κι οι δυό περιπλανώμενοι νομάδες, ήξεραν τι σημαίνει φυγή.
Αυτή την φορά κάτι τους φώναζε να σταθούνε.
ΜΕτά θυμήθηκε την αγαπημένη φράση στην γλυκιά συμμορία, ταινία που είχε λατρέψει.
Χαμογέλασε μόνη της.
Ήταν κι αυτός ένας ήρωας από αυτούς..
Ρακές από άγια βότανα κοχλάζουν στα πιό φτηνά ποτήρια,
οι μνήμες αστράφτουν σε επτά αρκάνες,
το υγρό που πίνεις υγραίνει τα μάτια σου και την μνήμη.
Ο ερημίτης φέρνει το φως των άλλων, δεν είναι αυτόφωτος.
Κι εσύ που πίνεις ,κάτω από τις λεύκες ,τώρα βλέπεις,
δεν είναι η διαδρομή που ενώνει αλλά ο χορός,
κάποτε και η ποίηση που μπορεί να μπεί στην ψυχή ενός αγρότη.
Έχει σημασία ο τρόπος που πίνεις κι αυτό που θα βγάλεις από σένα, όταν τα ποτήρια αδειάσουν.
Κι αυτό που οι άλλοι θα νιώσουν με τις κεραίες τις οξυμένες, κάποτε το λένε συν ουσία χωρίς ακριβώς να ξέρουν την σημασία της λέξης...

( Συμβολικό)
Όταν οι πόρνες ιερουργούν, ξέχασε την ημέρα την έβδομη της αγρανάπαυσης.
Στον τοίχο μετρά τον χρόνο ο δείκτης ενός ρολογιού.
Και καθώς το σώμα απομακρύνεται από τα ρούχα, ερείπεια στάζουν την ιστορία μιας Βαβυλώνας.
Ακόμη υπάρχουν παιδιά που παίζουν με γυάλινους βόλους,
ανύποπτα ακόμη για όσα θα τους τάξουν.
Κι η παιχνιδιάρικη έκφραση μιας γάτας πιό ελεύθερη μοιάζει,
εκεί,
στις γειτονιές που δεν π...ερνά ο ήλιος.
Όταν οι πόρνες ιερουργούν, κοίτα ΄καλά τα κάτοπτρα του φόβου,
υπάρχουν ήρωες από σάρκα που γράφουν στα αρχίδια τους τον θάνατο,
τον ταίζουν κάθε μέρα λήθη,
αλλη προσδοκία δεν έχουν εκτός από το να αρπάξουν την καινούργια μέρα σαν να είναι η τελευταία...

( Μπραχάμι του 70)

Τετάρτη 6 Μαρτίου 2013

Ο ερωτικός χρόνος του παν

Είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στο τζάμι του τρένου.
Τα μαλλιά της χάιδευαν τους ώμους της, πρωί που έδειχνε πως θα βγαινε ο ήλιος.
Είχε φυλαγμένα τα φιλιά τους σαν φτερούγες από ρουμπίνια.
Την περασμένη νύχτα έψαξαν ο ένας τον άλλο. Χωρίς ταραχή και δίχως αιφνιδιασμούς.
Δεν χρειαζόταν τίποτε ψεύτικο για να ωραιοποιήσει την σχέση τους.
ΜΙλούσαν σαν παιδιά και σαν ενήλικες, αυτός από την αρχή χρησιμοποιούσε λέξεις που την έφερναν σε δυσκολία. Παίζοντας μαζί της. Παιχνίδια  απελευθέρωσης της μικροαστικής κουβέρτας.
.........
Αυτός ήταν ένας μποέμ, έμοιαζε ώρες ώρες σαν να μεγάλωνε η μορφή του και άρπαζε το δωμάτιο.
ΚΙ αυτή ένιωθε μικρούλα. Έτσι κι αλλιώς ο άντρας είχε  ύψος .
Είχε ζήσει σαν τσιγγάνος και είχε καλλιέργεια.
Έκρυβε αρκετές πτυχές του ώσπου τις ανακάλυπτε αυτή με το ένστικτο της.
Το παραδεχόταν, απλά της το παραδεχόταν.
Υπήρχε μια οικειότητα που θα ήταν αστείο να τις συγκρίνει με άλλες στο παρελθόν της.
Υπήρχε κάτι που από καιρό της έλεγε αγαπήσου, το άκουγε χωρίς να τον βλέπει.
Τόσο κοντά της κι αυτή τόσο μακριά του.
Και πολύ ξαφνικά τον είδε. Κι αρκετά μετά άρχισε να καταλαβαίνει.
............
Το τρένο γλυστρούσε πάνω στις γραμμές του. Σκέφτηκε πόσες καψούρες περάστηκαν για έρωτες.
Κάτι θλιμμένα πρωινά που ο εαυτός σου σε έφτυνε στα μούτρα.
(Γιατί μου το κάνεις αυτό ρε μαλάκα); Σε ρώταγε και έριχνε ροχάλες.
Κάτι ντυμμένα βράδια με θλίψη από την ψυχική ανημπόρια των ανθρώπων.
Έμοιαζαν πολύ, ίσως πέρα της οικειότητας.
Όλα αυτά τα είχαν ζήσει σε παράλληλες και άλλες τροχιές.
Το ίδιο μπετό έριξαν για να μείνουν απροσπέλαστοι κάτι εποχές άγριες.
...........
Τώρα θυμόταν τα μάτια του οταν ήταν επάνω της.
Εκείνη έβλεπε όλα του τα πρόσωπα.
Ήταν ο άντρας, το παιδί, η καύλα, η αγάπη, το κτήνος,ο άνθρωπος, ο καλλιτέχνης, ο μποέμ, ο ιππότης των σπαθιών, αυτός που δεν ζητούσε απλά το φύλο της να ζεστα΄νει το δικό του.
Και ένας διεκδικητής της αγάπης της .
(ΔΕν θα ξαναμιλήσεις άσχημα για την γυναίκα που αγαπώ, αυτά ξέχασε τα), της είπε όταν μονολόγησε κάτι αλήθειες για τον εαυτό της, γι αυτόν τον καλό μαλάκα που δεν είχε βγάλει τον θυμό της παρά ελάχιστες στιγμές.
Αυτός την κοίταζε τώρα σαν λιοντάρι. ( Έλα λοιπόν μαλάκα εκφράσου, έκφρασε τα αισθήματα σου με τις λέξεις). Αυτή μούγκα.
Μα σαν τον κοίταξε λυπημένα, δείχνοντας την αδυναμία της, της άρπαξε το στόμα φιλώντας την βαθιά. ( Αγάπη μου), της είπε τρυφερά και ήταν σαν να άρχισε να ανεβαίνει μια αόρατη σκάλα και να της κατεβάζει αστέρια από τον ουρανό.
................
Όταν ήταν ο ένας μέσα στον άλλο κοιταζόντουσαν σαν υπνωτισμένοι μάγοι.
..............
Τώρα εκείνη η φωνή που άφηνε ελεύθερη στο σύμπαν πριν μήνες ξαναγύριζε μπροστά της, έλεγε <<αγαπήσου>>.
Και να αγαπήσει.
Τώρα στο τρένο ακουμπισμένη στο παράθυρο, σκεφτόταν ξανά την ίδια φράση.
Η αγάπη είναι ένας σκύλος που δεν έχει αφεντικό.
Και τότε κατάλαβε πως η αγάπη πονούσε.
ΠΟνούσε όπως πονούν τα ποιήματα που βράζουν σαν αρρώστια στα στηθια των ποητών.
Ανοίγεις την πόρτα και βγαίνεις έξω από εσένα.
Μπαίνεις μπροστά από  την πόρτα και βρίσκεσαι μέσα στον άλλο.
Η αγάπη πονάει, σκέφτηκε, δεν είναι θέμα αφοσίωσης ούτε παρατήρησης.
Είναι οι παλιές φολίδες του πρώτου δέρματος σου που πέφτουν κι ετοιμάζεται να βγεί άλλο.
.............
Στα μάτια της έμοιαζε σαν γίγαντας.
Ξαφνικά κάλεσε γύρω της όλες τις θετικές δυνάμεις για να τον φυλάνε.
Η φωνή του ήταν σαν μαύρο βελούδο.
Η αφή του ήταν η αργή τροχιά ενός πλανήτη.
Και η καρδιά του ήταν σαν ένα αιωνόβιο δέντρο.
Είχε κι αυτός δει τόσα.
Βασικά αν τους έβλεπες στο βάθος ήταν κι οι δυό περιπλανώμενοι νομάδες, ήξεραν τι σημαίνει φυγή.
Αυτή την φορά κάτι τους φώναζε να σταθούνε.
ΜΕτά θυμήθηκε την αγαπημένη φράση στην γλυκιά συμμορία, ταινία που είχε λατρέψει.
Χαμογέλασε μόνη της.
Ήταν κι αυτός ένας ήρωας από αυτούς....

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Η μουσική κι ένα συρτάρι

Ένα βράδυ ηλεκτρισμένο από αστέρια και θωπείες και λόγια σκόνταψα επάνω σε κάτι υπολείμματα χωμένα στο συρτάρι.
Είχε σκαλώσει το συρτάρι από αυτά και δεν άνοιγε.
Τα έβγαλα όλα στο φως της λάμπας και τα διάβασα.
Ήταν οι ήττες μου, αυτοί οι φτωχοδιάβολοι δερβίσηδες της θλίψης.
Γυρνούσαν συνεχώς γύρω από τον εαυτό τους και με εμπόδιζαν.
///////////
Μελετώντας λίγο τους χαρακτήρες τους, χώθηκα για τα καλά μέσα τους.
Αυτή η επαναληπτικότητα στην θλίψη έμοιαζε σαν έναν αυνάνα ξαπλωμένο στο ντιβάνι.
Σαν να έσταζε μια άρρωστη ηδονή από το ταβάνι, έτσι απερίσκεπτα κι απρόσκλητα.
//////////
Ο πατέρας μου μου φώναζε από τον Άδη ( είναι καιρός να βάλεις το παλιό τζουκ μποξ να παίξει).
Ήξερα, ήθελε κάτι να ακούσει από τον Μάρκο.
Μα αυτές οι σημειώσεις τράβαγαν μπροστά μόνες τους, μεθυσμένες από τον εαυτό τους.
//////////
Κοιτούσα τώρα πίσω από αυτές, τις ήττες.
Ή θα μιλούσαν για τις ήττες που έφερναν την δόξα τους ή θα τις έκαιγα.
Δεν είχε νόημα ένας μαζοχισμός σε νότα λανθάνουσα. Ένας ναρκισσιμσός αυνάνας.
////////
Έβαλα τον Μάρκο.
Έφτιαξα μια θράκα κι άρχισα να πετάω μέσα τα περιττά.
Άκουγα τον Μάρκο πως δόξασε όλους του τους έρωτες.
Την σημειολογία του κόσμου του στην Σύρα και στον Πειραιά.
Η φωτιά μεγάλωσε, έβλεπα τώρα τα πρόσωπα να στάζουνε φαρμάκια καθώς έλιωναν.
Ήταν σαν κέρινα ομοιώματα.
Τελικά υπήρχαν απώλειες που άξιζαν δάκρυα, αρκετά γενναίες για να δώσουν και να πάρουν.
Σαν την Ελλάδα που είναι γεμάτη απώλειες , από καιρό αρεσκόμαστε στο μελό.
Δεν στεκόμαστε στην τραγωδία.
Περσόνες τυπικής μοναξιάς και μιας ευμάρειας μαζόχας.
Αποτελούσα κι εγώ κομμάτι τους ακόμη κι άθελα μου.
Λάθη αμέτρητα και προτροπές  της επανάληψης.
////////
Βοήθησε αρκετά η ηθελημένη μοναξιά μου , όχι αυτή η χωμένη μέσα στο πλήθος το άχαρο.
///////
Οι ήττες είναι δόξες.
Λάμπουν και ζητουν ανάγνωση.
Από την αρχή.
////////
όλοι οι ήρωες που λάτρεψα ανήκαν στο περιθώριο, αιρετικοί από θέση.
////////
Η φωτιά όλους τους έκαψε.
Ο καινούργιος εαυτός μου, μου μιλούσε στον καθρέφτη.
Ήρεμα, με κατάνυξη.
Ο χρόνος τελικά είναι παραγωγός και σκηνοθέτης.
Εμείς όλοι απλά παίζουμε, ακόμη και σαν κομπάρσοι.
Φτάνει να ξέρουμε πότε θα σταματήσει η ενασχόληση μας με το τίποτε.
Από εκεί και πέρα αρχίζουμε να υπάρχουμε...

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013Ακατάπαυστα ( ΕΡωτικό), αφιερωμένο με αγάπη στον φίλο μου Η. και σε όποιον αγαπά πραγματικά τις γυναίκες..
Όταν την συνάντησα σκέφτηκα την Διοτίμα, αμέσως η ομορφιά της έκαψε όλες τις άλλες που είχα συναντήσει, η κλίμακα της αισθητικής σταμάτησε να κινείται σαν τον υδράργυρο, έδειχνε αυτήν.
Την Ερατώ.
Έτρωγα το Ρ μέσα μου και με έτρωγε κι αυτό. Μετά, όταν συναντούσε το... Α και γινόταν Ρα, ένας θεός υποκλινόταν μπροστά μου, τον έλεγαν Ρα; Παν; Δεν ήξερα να πω, εξάλλου με είχαν βυθίσει τα αμύγδαλα των ματιών της.
Είχαμε βρεθεί σε μια όλοτελα βαρετη βραδιά ποίησης, ούτε η ποιήτρια, ούτε τα ποιήματα της είχαν ένα ίχνος ομορφιάς. Άλλο ένα βράδυ χαμένο, απλά για να μην είμαι μόνος μου σκέφτηκα λίγο πριν πέσουν τα μάτια μου πάνω της.
Αλήθεια, πόσες φορές έχουν νιώσει αυτοί που γράφουν δοκίμια για τον έρωτα όπως ένιωσα εγώ; Και; Αν δεν έχουν νιώσει αυτό, το δοκίμιο αντικαθιστά την γνώση αυτή;
Γιατί εκείνη την στιγμή ήξερα πως θα χανόμουν. Η αλήθεια είναι πως ζητούσα να χαθώ μέσα της.
Ήθελα να την πάρω μαζί μου και να χαθούμε σε ένα δωμάτιο χτισμένο ψηλά, τόσο ψηλά ώστε να ξεφτίζουν πότε πότε τα αστέρια την λάμψη τους στα μάτια μας..
Μιλήσαμε. Και οι δυό κατευθυνθήκαμε με μια απίστευτη κίνηση συγχρονισμού ο ένας από τον άλλο, πρώτος μίλησα εγώ..
( Δεν θα πω πως είσαι όμορφη ή πως με έχεις εντυπωσιάσει, αυτό το ξέρεις γιατί είσαι γυναίκα, γυναίκα με το μυαλό και το σώμα μιας γυναίκας)
Γέλασε, το γέλιο της πήρε δρόμο από τα αυτιά μου στην καρδιά μου, αναρωτήθηκα πως γίνεται αυτό.
( Σε ευχαριστώ, με φέρνεις σε αμηχανία, εννοώ σαν αυτήν που νιώθουμε όταν διαβάζουμε ένα ποίημα και αμέσως το ξεχωρίζουμε)
Έμεινα αποσβολωμένος, έπρεπε όμως να συνεχίσω, δεν μου έλειπε το πάθος ούτε η ορμή.
( πάμε να φύγουμε από εδώ, ξέρω στον Λυκαβηττό ένα μπαράκι που μπορούμε να ακούσουμε τζαζ, καλή τζαζ, όχι αυτή που συνοδεύει επετείους)
( Πάμε, δεν έχω καμμιά ανάγκη να χαιρετήσω κανέναν εδώ), είπε και με ακολούθησε σαν ηλιαχτίδα.
Η θηλυκότητα της ήταν εύθραστη, μια ηλιαχτίδα που ζεσταίνει την πλάτη χωρίς να καίει.
Αναρωτήθηκα αν μου είχε ξανασυμβεί αυτό..
Το μπαράκι είχε για πρώτη φορά θέση ελεύθερη στην μπάρα, καθίσαμε και η λαγνεία ήδη είχε αρχίσει να χυπά τα γόνατα μας.
( Τα κύτταρα μου μου φωνάζουν να ελευθερωθώ απέναντι σου), είπε και κατάπιε μια γουλιά από το τζιν. Αν απομόνωνα τις αισθήσεις μου από την φωνή της Μπίλλυ θα μπορούσα να την ακούσω να κατεβαίνει στο στομάχι της.
Της άγγιξα τα γόνατα, έτρεμαν ελαφρά, τα χέρια μου έτρεμαν επίσης.
( Νιώθεις πιεσμένη εδώ και καιρό, σαν κάτι να βράζει μέσα σου και να θες να απελευθερωθει);
( Ναι, είναι σαν να αγαπάς και να μην έχεις ανταπόκριση)
(Αυτό είναι ένα γεγονός; Δηλαδή αγαπάς κα΄ποιον ή έτσι, είναι ένα γενικότερο αίσθημα);
( Είναι μια πλατιά αίσθηση, είναι σαν να περπατώ διψασμένη σε μια ατέλιωτη έρημο)
( Κι όμως! Είσαι γεμάτη τριαντάφυλλα, πως ξεδιψάνε σε αυτήν την έρημο);
( Δεν ξέρω, μάλλον είναι έτσι από τότε που γεννήθηκα, θελω να πω, πολλοί βρέθηκαν στον δρόμο μου και τα ξερίζωσαν, με συνεχείς κινήσεις και με διαδικασίες αργές, όμως αυτά βρήκαν πάλι την ρίζα τους και ξαναβγήκαν), είπε και μια θλίψη μπήκε στα μάτια της, τα μάτια της έλαμπαν.
( Αυτό είναι ότι ωραιότερο έχω ακούσει, είσαι ένα ποίημα που δεν χωρά σε χαρτογράφηση)
( Είμαι απλά μια γυναίκα που αφέθηκε να την σαρώσουν θύελλες)
( Αυτό σε ξεχωρίζει μέσα μου, άκου, θέλω να σε φιλήσω, θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου παρακάμπτοντας το σεξ και μην νομίζεις, αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί, όταν μου αρέσει μια γυναίκα θέλω να κυλιστώ μαζί της στα υγρά μας, θέλω να είμαστε δυό ζώα που γλείφουν τις πηγές τους)
( Και τις πληγές τους);
( Αυτά είναι ένα, κάθε φως γίνεται πληγή καθώς απομακρύνεται)
( Φίλησε με), είπε ενώ ένα κοφτερό σαξόφωνο κολυμπούσε ήδη μέσα μας πριν ακουστεί...
Την φίλησα.
Η γεύση του τζιν και του τσιγάρου άγγιζαν όλα τα τριχοειδή αγγεία της γλώσσας μου, μετά αναδύθηκε μια γλύκα που χύμηξε να με καταπιεί.
΄Χάιδευα τα δόντια της με την γλώσσα μου.
Η γλώσσα μου είχε ανάγκη να μπεί στον λαιμό της, στον οισοφάγο, να βρεί μια δίοδο στα απλάχνα της, ήθελα να διώξω αυτήν την πίεση που ένιωθε.
Κύλησα στον λαιμό της, όλος κατευθύνθηκα στον λαιμό της.
Δεν ζητούσα διερεύνηση στην σεξουαλική της ζωή.
Ζητούσα την σεξουαλική της δύναμη πάνω μου και μέσα μου.
Καθυλώθηκα.
Σταυρώθηκα.
Πέταξα ιδρωμένος στο κορμί της.
Όλες οι πληροφορίες που είχε συλλάβει το κορμί μου από όλες τις ερωμένες μου ξαφνικά έπαψαν.
Η Ερατώ ήταν η Διοτίμα, οι δυό μας είμασταν ένα συμπόσιο.
Μια δύναμη συμπαγής μα και τόσο εύθραστη...
Τα συνώνυμα του τρόπου που κάνουν έρωτα οι άλλοι δεν με απασχολούσαν ποτέ, μόνο όταν έγραφα και με παίρναν οι χαρακτήρες μέσα τους και πα΄λευα να βγω στην επιφάνεια.
Τα φιλιά μας είχαν μια διαύγεια και μια φλόγα που διαρκώς επεκτεινόταν.
Τώρα ήθελα να ζήσω αυτήν την επέκταση, δεν μου αρκούσαν.
Την κοίταξα, ένας μακροφυσικός κόσμος ανοιγόταν μακριά από τα σωματίδια της ύλης.
Ναι, ήθελα την σάρκα της αλλά μόνο για να βρω αυτήν την δίοδο που θα απελευθέρωνε το οξυγόνο που δεν μπορούσε να πάρει από την πίεση που ένιωθε καιρό εγκλωβισμένη σε κάτι που δεν γνώριζα,
'ηθελα να αρχίσει ξανά να αναπνέει.
(Πάμε να φύγουμε); Ψιθύρισα κοφτά στον λαιμό της, στα κοχύλια των αυτιών της που είχα ασύστολα σαλιώσει.
( Πάμε), είπε και βγήκαμε έξω.
Κάτω από το ηλεκτρικό φως της πόλης όλα είχαν αλλάξει μορφή.
Αυθόρμητα αγκαλιαστήκαμε και πιαστήκαμε από το χέρι.
Είμασταν μια φλόγα.
Διπλή...
ΒΡήκα ένα ξενοδοχείο με δωμα΄τιο που θα μπορούσαν να φανούν αχόρταγα τα αστέρια στο παράθυρο.
Ενώ εκείνη γδυνόταν μύρισα τις μεταξένιες κάλτσες της που πέταξε στο πάτωμα.
Άνοιξα την κουρτίνα να εισβάλλει ο ουρανός μέσα στο δωμάτιο.
Θα τον βλέπαμε καθώς θα μπαίναμε ο ένας μέσα στον άλλο χωρίς βιάση, ως το ξημέρωμα.
Κι έπειτα συνειδητοποίησα πως είχα καιρό κι εγώ να ανασάνω από μια σωρευμένη πίεση.
όταν ξαπλώσαμε ένιωσα πως είμασταν δυό κυματιστές υπάρξεις πάνω στην αφρισμένη θάλασσα.
Δεν ήξερα αν θα γινόμασταν νησίδα αλλά αυτό δεν με ενδιέφερε.
Μπήκα μέσα της και οι θόρυβοι της πόλης εξαφανίστηκαν έξω από το τζάμι....
Πρίν από ένα λεπτό ένα ρόδο άνοιξε στο χώμα
Μια σεισμική δόνηση κάπου μακριά κούνησε μια χώρα
Ένα αφρικάνικο χωριό χόρευε σε ένα σχολείο κάτω από ένα γέρικο δέντρο
Ένας άνθρωπος ζητούσε από κάποιον άλλο να τον βοηθήσει να ανέβει στα αστέρια, μα πως θα γινόταν αυτό , ο άνθρωπος φορούσε μια ασπίδα βαριά, καμωμένη από φοβίες
Πριν από ένα λεπτό ο άλλος άνθρωπος κατάλαβε τον ρόλο εκείνης της ασπίδας
...Όλοι με κάποιον τρόπο θα επιβιώσουν
Όμως αν εκτός της επιβίωσης ζητάς να ζήσεις, εκτός από το να μάθεις να ζητάς χρειάζεται και να ακούσεις
Γιατί μετά από ένα λεπτό μπορεί ένας κομήτης να σαρώσει την γη κι εσύ δεν θα χεις προλάβει τίποτε να ζήσεις...
Μόνο θολές ανάσες στον καθρέφτη σου θα σαρώσεις
Είμαστε ένα δέντρο,
κάθε προέκταση ενός κλαδιού του είναι η προέκταση του άλλου.
Αν ακούγαμε προσεκτικά δεν θα προσπερνάγαμε βιαστικά, θα ακούγαμε τότε τους χυμούς του...

(2.17μ.μ)
ΟΙ ΕΡΑΣΤΕΣ

Της Άνοιξης οι εραστές, σαν τα γλυκά τα πορτοκάλια στα σεντόνια,
μάτι με μάτι, στόμα με στόμα
Υπάρχουν σώματα που δένουν σαν τα καράβια στα λιμάνια,
υπάρχουν φιλιά που μοιάζουν σαν λίμνες γνώριμες
Υπάρχει λόγος που συναντιούνται, είναι που ήταν έτοιμοι
Της Άνοιξης οι εραστές, δεν πιστεύουν στις πλατωνικές αγάπες
Μάτι με μάτι, στόμα με στόμα
Η ομιχλώδης ανάμνηση της μαγικής συνεύρεσης σ...πάει από το φως
Είναι δυό ζώα εκτεθειμένα το ένα στο άλλο
Τομές παράλληλες σε ποθητό σώμα
Καθώς η έκσταση, ανοίγει τα χέρια, ρίγος μεγάλο από συγκίνηση
Κι ενώ με το δέρμα, δίχως να θέλουν, διηγούνται άλλες σμίξεις,
όλα στο δικό τους σώμα γίνονται φλόγα,
μοναδική και πικρόγλυκη
Κάθε φορά ,που τα υγρά τους αδειάζουν στα σώματα, γίνονται ένα,
Αυτό το ένα βρίσκεται απέναντι στον θάνατο,
τον ξεχνάει χωρίς βιασύνη, καθώς τα φιλιά κουμπώνουνε
Ψωμί, κρασί και μέλι και στόμα με στόμα
Κι εκείνο το βυζί που μοιάζει ατίθασο το στόμα ζητά το γυμνώσει
Και μέσα στα σπλάχνα γίνεται πόλεμος...
Όπως έπεφτε το φως μέσα από τα κλειστά πατζούρια, κάποιες μικρές πορτοκαλοκόκκινες ηλιαχτίδες ελουζαν το κεφάλι του.
Ξαπλωμένος στο πλάι κοιμόταν σαν ένας άγγελος που είχε αγαπήσει όλη την νύχτα μια γυναίκα σαν να ήταν εύθραστη.
Φωτοχυσίες φιλιών και χαδιών είχαν ραγίσει την σιωπή της.
Η ανάσα του ακουγόταν στα αυτιά της κι ας τους χώριζαν χιλιόμετρα.
Τον μύριζε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα.
Βασικά ...προσπαθούσε να μπει μέσα στην νύχτα τους και το κατάφερνε με ευκολία.
Ο έρωτας γίνεται και δίνεται με πολλούς τρόπους.
Και δεν είναι μόνο το ερωτικό αντικείμενο του πόθου σαν αξία, σπουδαιότερο γίνεται όταν αυτός είναι και ένας ωραίος άνθρωπος.
Που γνώρισε την ζωή σαν να ταν πέλαγος.
Τον κοιτούσε τώρα κι ας ήταν μακριά.
Μπορούσε να κολλήσει το στόμα της επάνω στο δικό του απαλά.
Αν άνοιγε τα μάτια του τότε θα ύγραινε με τα φιλιά της όλο του το πρόσωπο.
Και μετά τα χέρια του, θα ύγραινε τις γραμμές στην παλάμη του.
Θα τον τραβούσε μαλακά επάνω της.
Θα της άρεσε να είναι μαζί του πάνω σε ένα κατάστρωμα, ξαπλωμένοι σε έναν υπνόσακο.
Αυτός ο άντρας ήταν αλητάκος και απίστευτα καλλιεργημένος, κρατούσε τρυφερά την παιδικότητα του.
Αλλά όταν με την ερωτική του φωνή την ρωτούσε αν τον αγαπάει παίζοντας μαζί της ήταν ένας αληθινός άντρας.
Ένας άντρας που ήξερε να παίζει με την ζωή και τον έρωτα,
σπάνιο αυτό και ανεκτίμητο..
Ξάπλωσε κι εκείνη, όταν κοιμήθηκε τον είδε στον ύπνο της....
Έγραφε γράμματα σε αγαπημένο της πρόσωπο/
φεύγαν οι λέξεις, γίνονταν νότες και χορδές σε αόρατο όργανο/
κυκλώθηκε το δωμάτιο από σύννεφα κόκκινα/
μια μπλε καρέκλα χόρευε τα πόδια της μονάχη/
τόση πολυτέλεια αυτή η χαρά της αισιοδοξίας/
που άλλαξαν και τα τζάμια κι έγιναν φιλιστρίνια/
ΚΙ εκείνη η πληγή ,που χε καιρό τώρα, γιατρεύτηκε/
ΉΤαν που καθάρισε το τοπίο μέσα της, κι αυτό που έμεινε σταγόνες μαγείας στο κατώφλι/
Όλες οι πορείες, οδηγοί είναι των ανθρώπων, σαν τα πουλιά που μεταναστατεύουνε σε κλίματα θερμά/
Η χλαλοή του κόσμου έπαψε/
Έμεινε η γυναίκα να γράφει και γύρω της η συναίσθηση από τα αντικείμενα συντροφιά σαν θίασος με αυλό μαγικό/
Ο Παν τραγουδάει κι η απόσβεση των λαθών κύλησε/
Κάθε οπτική στον έρωτα ένα ταξίδι,
οι προοπτικές ξεθώριασαν και σπάσαν/
Μόλις το γράμμα έγραψε το έδωσε στα περιστέρια,
εκπευδεμένα αυτά το π΄γαν σε όλες τις πόλεις/
Δεν είναι τίποτε η χαρά αν δεν την μοιράζεσαι,
παραφονία μοιάζει μόνη της όταν ο υπόλοιπος κόσμος κλαίει...

( μπλε και κόκκινο μελάνι)

Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013

Ακατάπαυστα ( ΕΡωτικό), αφιερωμένο με αγάπη στον φίλο μου Η. και σε όποιον αγαπά πραγματικά τις γυναίκες..

Όταν την συνάντησα σκέφτηκα την Διοτίμα, αμέσως η ομορφιά της έκαψε όλες τις άλλες που είχα συναντήσει, η κλίμακα της αισθητικής σταμάτησε να κινείται σαν τον υδράργυρο, έδειχνε αυτήν.
Την Ερατώ.
Έτρωγα το Ρ μέσα μου και με έτρωγε κι αυτό. Μετά, όταν συναντούσε το Α και γινόταν Ρα, ένας θεός υποκλινόταν μπροστά μου, τον έλεγαν Ρα; Παν; Δεν ήξερα να πω, εξάλλου με είχαν βυθίσει τα αμύγδαλα των ματιών της.
Είχαμε βρεθεί σε μια όλοτελα βαρετη βραδιά ποίησης, ούτε η ποιήτρια, ούτε τα ποιήματα της είχαν ένα ίχνος ομορφιάς. Άλλο ένα βράδυ χαμένο, απλά για να μην είμαι μόνος μου σκέφτηκα λίγο πριν πέσουν τα μάτια μου πάνω της.
            Αλήθεια, πόσες φορές έχουν νιώσει αυτοί που γράφουν δοκίμια για τον έρωτα όπως ένιωσα εγώ; Και; Αν δεν έχουν νιώσει αυτό, το δοκίμιο αντικαθιστά την γνώση αυτή;
Γιατί εκείνη την στιγμή ήξερα πως θα χανόμουν. Η αλήθεια είναι πως ζητούσα να χαθώ μέσα της.
Ήθελα να την πάρω μαζί μου και να χαθούμε σε ένα δωμάτιο χτισμένο ψηλά, τόσο ψηλά ώστε να ξεφτίζουν πότε πότε τα αστέρια την λάμψη τους στα μάτια μας..
          Μιλήσαμε. Και οι δυό κατευθυνθήκαμε με μια απίστευτη κίνηση συγχρονισμού ο ένας από τον άλλο, πρώτος μίλησα εγώ..
( Δεν θα πω πως είσαι όμορφη ή πως με έχεις εντυπωσιάσει, αυτό το ξέρεις γιατί είσαι γυναίκα, γυναίκα με το μυαλό και το σώμα μιας γυναίκας)
Γέλασε, το γέλιο της πήρε δρόμο από τα αυτιά μου στην καρδιά μου, αναρωτήθηκα πως γίνεται αυτό.
( Σε ευχαριστώ, με φέρνεις σε αμηχανία, εννοώ σαν αυτήν που νιώθουμε όταν διαβάζουμε ένα ποίημα και αμέσως το ξεχωρίζουμε)
Έμεινα αποσβολωμένος, έπρεπε όμως να συνεχίσω, δεν μου έλειπε το πάθος ούτε η  ορμή.
( πάμε να φύγουμε από εδώ, ξέρω στον Λυκαβηττό ένα μπαράκι που μπορούμε να ακούσουμε τζαζ, καλή τζαζ, όχι αυτή που συνοδεύει επετείους)
( Πάμε, δεν έχω καμμιά ανάγκη να χαιρετήσω κανέναν εδώ), είπε και με ακολούθησε σαν ηλιαχτίδα.
Η θηλυκότητα της ήταν εύθραστη, μια ηλιαχτίδα που ζεσταίνει την πλάτη χωρίς να καίει.
Αναρωτήθηκα αν μου είχε ξανασυμβεί αυτό..
                         Το μπαράκι είχε για πρώτη φορά θέση ελεύθερη στην μπάρα, καθίσαμε και η λαγνεία ήδη είχε αρχίσει να χυπά τα γόνατα μας.
( Τα κύτταρα μου μου φωνάζουν να ελευθερωθώ απέναντι σου), είπε και κατάπιε μια γουλιά από το τζιν. Αν απομόνωνα τις αισθήσεις μου από την φωνή της Μπίλλυ θα μπορούσα να την ακούσω να κατεβαίνει στο στομάχι της.
Της άγγιξα τα γόνατα, έτρεμαν ελαφρά, τα χέρια μου έτρεμαν επίσης.
( Νιώθεις πιεσμένη εδώ και καιρό, σαν κάτι να βράζει μέσα σου και να θες να απελευθερωθει);
( Ναι, είναι σαν να αγαπάς και να μην έχεις ανταπόκριση)
(Αυτό είναι ένα γεγονός; Δηλαδή αγαπάς κα΄ποιον ή έτσι, είναι ένα γενικότερο αίσθημα);
( Είναι μια πλατιά αίσθηση, είναι σαν να περπατώ διψασμένη σε μια ατέλιωτη έρημο)
( Κι όμως! Είσαι γεμάτη τριαντάφυλλα, πως ξεδιψάνε σε αυτήν την έρημο);
( Δεν ξέρω, μάλλον είναι έτσι από τότε που γεννήθηκα, θελω να πω, πολλοί βρέθηκαν στον δρόμο μου και τα ξερίζωσαν, με συνεχείς κινήσεις και με διαδικασίες αργές, όμως αυτά βρήκαν πάλι την ρίζα τους και ξαναβγήκαν), είπε και μια θλίψη μπήκε στα μάτια της, τα μάτια της έλαμπαν.
( Αυτό είναι ότι ωραιότερο  έχω ακούσει, είσαι ένα ποίημα που δεν χωρά σε χαρτογράφηση)
( Είμαι απλά μια γυναίκα που αφέθηκε να την σαρώσουν θύελλες)
( Αυτό σε ξεχωρίζει μέσα μου, άκου, θέλω να σε φιλήσω, θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου παρακάμπτοντας το σεξ και μην νομίζεις, αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί, όταν μου αρέσει μια γυναίκα θέλω να κυλιστώ μαζί της στα υγρά μας, θέλω να είμαστε δυό ζώα που γλείφουν τις πηγές τους)
( Και τις πληγές τους);
( Αυτά είναι ένα, κάθε φως γίνεται πληγή καθώς απομακρύνεται)
( Φίλησε με), είπε ενώ ένα κοφτερό σαξόφωνο κολυμπούσε ήδη μέσα μας πριν ακουστεί...
Την φίλησα.
Η γεύση του τζιν και του τσιγάρου άγγιζαν όλα τα τριχοειδή αγγεία της γλώσσας μου, μετά αναδύθηκε μια γλύκα που χύμηξε να με καταπιεί.
΄Χάιδευα τα δόντια της με την γλώσσα μου.
Η γλώσσα μου είχε ανάγκη να μπεί στον λαιμό της, στον οισοφάγο, να βρεί μια δίοδο στα απλάχνα της, ήθελα να διώξω αυτήν την πίεση που ένιωθε.
Κύλησα στον λαιμό της, όλος κατευθύνθηκα στον λαιμό της.
Δεν ζητούσα διερεύνηση στην σεξουαλική της ζωή.
Ζητούσα την σεξουαλική της δύναμη πάνω μου και μέσα μου.
Καθυλώθηκα.
Σταυρώθηκα.
Πέταξα ιδρωμένος στο κορμί της.
Όλες οι πληροφορίες που είχε συλλάβει το κορμί μου από όλες τις ερωμένες μου ξαφνικά έπαψαν.
Η Ερατώ ήταν η Διοτίμα, οι δυό μας είμασταν ένα συμπόσιο.
Μια δύναμη συμπαγής μα και τόσο εύθραστη...
Τα συνώνυμα του τρόπου που κάνουν έρωτα οι άλλοι δεν με απασχολούσαν ποτέ, μόνο όταν έγραφα και με παίρναν οι χαρακτήρες μέσα τους και πα΄λευα να βγω στην επιφάνεια.
Τα φιλιά μας είχαν μια διαύγεια και μια φλόγα που διαρκώς επεκτεινόταν.
Τώρα ήθελα να ζήσω αυτήν την επέκταση, δεν μου αρκούσαν.
Την κοίταξα, ένας μακροφυσικός κόσμος ανοιγόταν μακριά από τα σωματίδια της ύλης.
Ναι, ήθελα την σάρκα της αλλά μόνο για να βρω αυτήν την δίοδο που θα απελευθέρωνε το οξυγόνο που δεν μπορούσε να πάρει από την πίεση που ένιωθε καιρό εγκλωβισμένη σε κάτι που δεν γνώριζα,
'ηθελα να αρχίσει ξανά να αναπνέει.
(Πάμε να φύγουμε); Ψιθύρισα κοφτά στον λαιμό της, στα κοχύλια των αυτιών της που είχα ασύστολα σαλιώσει.
( Πάμε), είπε και βγήκαμε έξω.
Κάτω από το ηλεκτρικό φως της πόλης όλα είχαν αλλάξει μορφή.
Αυθόρμητα αγκαλιαστήκαμε και πιαστήκαμε από το χέρι.
Είμασταν μια φλόγα.
Διπλή...
ΒΡήκα ένα ξενοδοχείο με δωμα΄τιο που θα μπορούσαν να φανούν αχόρταγα τα αστέρια στο παράθυρο.
Ενώ εκείνη γδυνόταν μύρισα τις μεταξένιες κάλτσες της που πέταξε στο πάτωμα.
Άνοιξα την κουρτίνα να εισβάλλει ο ουρανός μέσα στο δωμάτιο.
Θα τον βλέπαμε καθώς θα μπαίναμε ο ένας μέσα στον άλλο χωρίς βιάση, ως το ξημέρωμα.
Κι έπειτα συνειδητοποίησα πως είχα καιρό κι εγώ να ανασάνω από μια σωρευμένη πίεση.
όταν ξαπλώσαμε ένιωσα πως είμασταν δυό κυματιστές υπάρξεις πάνω στην αφρισμένη θάλασσα.
Δεν ήξερα αν θα γινόμασταν νησίδα αλλά αυτό δεν με ενδιέφερε.
Μπήκα μέσα της και οι θόρυβοι της πόλης εξαφανίστηκαν έξω από το τζάμι....





 

Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Ερωτικό

ΠΟυ πάνε τα σώματα μετά την επίσκεψη στα αρμυρίκια;
Στους φυκιώνες δέρματα σμιγμένα με ήλιο και μπρούτζο
Το σμίξιμο τρυφερό, λαχταρούσε την χαρά αντάμωσε με το γρύλισμα των φωνών στην φωκιότρυπα
Οι λαμπεροί αστρόφωτοι εραστές στο φέγγισμα της θάλασσας
Οι παλάμες χωρούσαν όλον τον έρωτα, η ψυχή ρουφούσε το αχόρταγο λίκνισμα της βάρκας
Δεν χορταίνει
Δεν εξημερώνεται ο έρωτας, δεν παύει εκτός κι αν τον κάνεις σύμβολο να δείχνεις από μέσα σου την λάμψη του
Γιατί να τον δείχνεις, μπορείς απλά να τον πίνεις αργά αργά
Ακούς;
Αργά αργά
Τελετουργίες μεθυστικές στα νησιά
Έτσι ζούνε τα νησιά τους Χειμώνες αγάπη μου, θυμούνται το καλοκαιρινό στάχυ
Το χες στο στήθος σου σαν να ταν ηλιοτρόπιο του Βαν Γκογκ
Και τι ήταν; ένα στάχυ ορφανό
Ηλιαχτίδα ήσουν και χόρευες μπροστά του
 Τα αρμυρίκια στάζουν φεγγάρια
Τα μάτια σου δρόμοι χωρίς τέλος
Μενεξεδιά ήταν ή μαύρα;
Η ατέλειωτη φιληδονία του Φθινοπώρου ξεθώριασε
Κάψε τώρα! Αφράτεψε την έγνοια μου
Μια φούγκα αγάπης παίζεται στο ασβεστωμένο δωμάτιο
Η γύμνια της ανάγκης
Θέλω!
Η λαβή ήταν τέλεια στο όπλισμα της σφαίρας
Και η πληγή καθαρή
Έσταζε μυρωμένο το αίμα
Πατούσα άσκεπτα τα χαμομήλια καθώς γύριζα να σε βρώ
όταν σε βρήκα σε κράτησα σαν στεφάνι αγκάθινο
Ωραίο και διάφανο
Τα αγκάθια γίνονταν φλέβες
Κάψε τώρα!
Η γύμνια της αγάπης ζωηρός πνεύμονας
Αφήστε τα πνευμόνια σας λεύτερα
Να πάρουν μέσα τους την φωτιά
Τα Καλοκαίρια η Μεσόγειος καίγεται
Από τους εραστές που μέσα στην παλάμη τους κράτησαν όλον τον έρωτα
Σε δόξασα αγάπη μου κι εσύ εμένα
΄Πρώτος ενικός
Δεύτερος ενικός
Που πάνε΄τα σώματα μετά τα αρμυρίκια;
Και τα αρμυρίκια που πάνε;
Ο ουρανός πλανεύτηκε
Σκέπασε λίγο την γη
Αργά αργά
Έτσι θέλησαν
Η αμοιβαιότητα είναι κανόνας
Προυπόθεση μοιραία
Η σιωπή ταιριάζει στους δειλούς
Αυτός που ερωτεύτηκε τρελά είναι γενναίος γιατί δόθηκε
Μιλάμε τώρα
Κανείς δεν ακούει άλλος από εμάς
Η πληρότητα επεκτείνεται, είναι κοιλάδες χωρίς φόβους...

 

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Στην γειτονιά της συμπόνιας δεν υπάρχουν τα συνώνυμα

Οι καμπάνες χτυπούν σε αυτήν την εκκλησία της παλιάς γειτονιάς σαν παιδί που κρατά τρίγωνα
Τα πουλιά δεν είναι αδιάφορα στις εκλύσεις των αδελφών τους
όταν τα βλέπεις ξαφνικά να αλλάζουν πτήση τι νομίζεις; Μαζί όλα δεν συμφώνησαν;
Ο γέρος με την  τραγιάσκα πουλάει πάντα κουλούρια που δεν είναι φρέσκα, αν δεν τα πάρεις θα πεινάσει, τι λες; Θα αγοράσεις;
Μια γυναίκα συναντά τον εραστή της κάθε Κυριακή μεσημέρι. Παίζουν ένα γοητευτικό παιχνίδι,
ψάξε με και θα με βρείς...
Η αποφορά του λόγου είναι η μήτρα της μνήμης
Τι λέτε, θα στροβιλιστούμε λίγο στην πλατεία με τα περιστέρια μιλώντας;
Μόνο κρατείστε μου λίγο το χέρι γιατί φοβάμαι
Φταίει η συσσώρευση των πληροφοριών στην αμυγδαλή μου και στην υπόφυση
Ο πρώτος δολοφόνος του παιδιού ήταν οι γονείς του, ακόμη το βλέπω να διασχίζει την λεωφόρο με το κρανίο ανοιγμένο
Δεν σας αντέχω κύριε Χ. γιατί κρατάτε τόση αδιαφορία καθώς ακούτε αυτή την πληροφορία
Ελάτε λοιπόν, θα σας πάω σε μια ξύλινη πίστα να χορέψετε
Εκεί χορεύουν με άνεση μπαλαρίνας πολλοί ηλικιωμένοι
Τι ανούσιο! Θα πείτε μέσα σας, δεν θέλετε και να προσβληθώ..
Προχωράμε πιό κάτω, ένα εγκατελειμένο σπίτι χάσκει με τα παραθύρια του ανοιχτά, από μέσα του αναδύεται η μούχλα των τοίχων
Τι νιώθετε; Δεν κρατά μνήμες ένα σπίτι;
Πιό κάτω ένα άλλο σπίτι με το κόκκινο φωτάκι, οι γυναίκες στέκουν στο σκαλοπάτι με ολάνοιχτα πόδια
Τι λέτε; Θα << πάρετε μια από αυτές;>>
ΔΕν ξέρω στίξεις, κρατώ μόνο αφίξεις και διηγήσεις
Σταμάτησαν αλήθεια να μιλάνε για την ύπαρξη του θεού; Τι γνωρίζετε για αυτό;
Οι χιλιάδες απόπειρες εγκλημάτων κάθε ημέρα αυξάνονται δραματικά
Δεν θα μιλήσουν ακριβώς για αυτές τα μέσα μαζικής καθήλωσης
Λοιπόν,
εν κατακλείδι
αυτή η γειτονιά ζει στον παρατατικό
Όμως ζει...
ΚΙ αυτός ο κύριος με την φυσαρμόνικα κάθε Σάββατο με συγκινεί
Ακούει με την καρδιά του ανοιχτή...
Είναι σοφός γιατί ξέρει από μικρός να παρατηρεί
Καθε φορά που θυμώνω, ηρεμώ, σαν σκέφτομαι πως κάτω απ τον θυμό μου υπάρχει ένα κλωνάρι αγάπης
Τι λέτε; Θα με πάτε στο λούνα-παρκ;
Πεθύμησε η καρδιά μου λίγη ηρεμία
Η πιό γλυκιά αρμονία κι η ομορφιά βρίσκεται στην απλότητα
Ακόμη μια φορά επιθύμησα τον πατέρα μου σήμερα
Έλεγε, όπου υπάρχει αρχή υπάρχει και το τέλος
Επιτέλους το αποδέχτηκα
όμως θέλω λίγο παρέα, ο τροχός μου φέρνει ίλιγγο ακόμη
Ευτυχώς, κρατώ λίγα ψιλά να κάνετε μαζί μου έναν γύρο, σας κερνώ
Έπειτα θα σας αφήσω να μιλάτε για εσάς
Αλήθεια, δεν βαριέστε να μιλάτε μόνο για εσάς;
Βαρύνατε λίγο τελευταία...
Ανταποκριθείτε επιτέλους, είναι χρόνια που μόνο αντιδράτε..
Επιτέλους, αυτός ο ήλιος μας ξαναθυμήθηκε
Ας αφήσουμε τον παρατατικό κι ας πάμε στον ενεστώτα
Είμαστε καλά,
αν είστε κι εσείς πραγματικά χαίρομαι...
 

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Η ευλογία της γραφής είναι σαν το σαράκι στο ξύλο

Βγάζει τα ρούχα του ευλαβικά, ένα- ένα, στέκεται στην μέση του δωματίου όρθιος
Ανοίγει τα παράθυρα κι ο κρύος αέρας μπαίνει μέσα σαν να δέχτηκε πρόσκληση,
στην αρχή ευγενικός και μετά γίνεται άγριος
Παρασύρει ψηλά όλα τα χαρτιά που βρίσκονται επάνω στο γραφείο του
Γίνονται ανεμοδούρα που χορεύει γύρω του
Το δέρμα του δέχεται στην αρχή με πόνο το κρύο, ανατριχιάζει κάθε πόρος του σώματος
Έπειτα τον πιάνει μια καυτή ανάσα που εξαπλώνεται γρήγορα σε όλο  το κορμί του
Ζεσταίνεται, λάβα γυρνά επίμονα στους μυώνες και τα μάτια του αστράφτουν όπως μια αστραπή διέρχεται το ουράνιο πλέγμα
Γυμνός, πιό πολύ από ποτέ
Ξαφνικά το δωμάτιο γίνεται δάσος, γεμάτο κέδρους και άγρια πουρνάρια και πουλιά που φωνάζουν αβίαστα
Κάθεται στο γραφείο, μπροστά του μια παλιά γραφομηχανή μαύρη ακίνητη και γεμάτη με μια σιωπή που ουρλιάζει
Μόλις πάει να πατήσει το πλήκτρο το πρώτο, ένας λύκος ξεπετάγεται μπροστά στα μάτια του
Η καρδιά του τώρα πυρακτώνεται, αμέσως μετά το στομάχι σαν να δέχεται φωτιά
Κοιτάζει τον λύκο
Ο λύκος τον κοιτάζει
Σιωπή, ακινησία, ένας κρυφός πυρετός τους τυλίγει αμοιβαία
Αμοιβαία εξημερώνονται ο ένας από τον άλλο από την γύμνια τους
Τότε ο λύκος αρχίζει να χορεύει
Ο άντρας αρχίζει να χορεύει
Μια μικρή απόσταση μεταξύ τους για να μην χαλάσει η επαφή
Έπειτα ο λύκος σταματά και ξαπλώνει αρκετά κοντά στα πόδια του
Σιωπή, ακινησία
Πατά τα πλήκτρα μανιακά, μοιάζει σαν αποστεωμένος πρίγκηπας
Λέξεις...
Λέξεις...
Το γραφείο ταξιδεύει, το δάσος ταξιδεύει
Κι είναι εκείνη η έκσταση η αρχαία
Αυτή η αυτόματη  γραφή που τον κάνει να γράφει πυρετικά με μάτια κλειστά
Μόνο του λύκου είναι ολάνοικτα, το χνώτο του σαν καπνός μπροστά στο γραφείο και στην γραφομηχανή
Που ταξιδεύει τώρα;
Σε ποιούς σταθμούς;
Αχ, χάθηκαν οι ευγενείς τυχοδιώκτες της φύσης και της ράτσας της ανθρώπινης
ή μήπως όχι;
Όχι, εδώ είναι όλα
Τακ, τακ, τακ, τακ τα δάχτυλα στην γραφομηχανή
Όταν τελειώνει το γραπτό ο λύκος φεύγει χωρίς ίχνη
Είναι στις λέξεις μόνο κάτι από τα νύχια του
Έπειτα ο πυρετός φεύγει
Όλα παίρνουν την καθημερινή ροή
Πιστοί αναβάτες του ονείρου, αχ .πάρτε μας στην Στέπα σας
Βγάζει από τον κύλινδρο τα χαρτιά
Η καρδιά τώρα ηρέμησε και το στομάχι επίσης
Μικρές σταγόνες φωτός σε όλο το σώμα
Πηγαίνει να πιεί νερό στην κουζίνα
Τότε ακριβώς βγαίνει από την παράξενη έκσταση
Βάζει τα ρούχα
Όταν κοιτάζεται στον καθρέφτη βλέπει πως είναι γυναίκα
Η γραφομηχανή είναι γραφομηχανή
Το δωμάτιο ίδιο
Σε μια αστική γειτονιά
Γυναίκα είναι που έγινε ένας άντρας και χόρεψε με έναν λύκο
Τον λύκο που έκρυβε στο στήθος του αυτός ο άντρας
Τι ευλογία!
Αυτόν τον λύκο δεν τον εξημέρωσε με πονηριές
Μαζί εξημερώθηκαν κι έπειτα αυτός ξανάγινε λύκος
Μπήκε όταν τελείωσε την γραφή της ξανά στο στηθος του άντρα αγόγγυστα...

 

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Το ψώνιο

Το ψώνιο είναι μια μάινα, μιμείται τις λέξεις μα δεν έχει συνείδηση τι σημαίνουν/
δεν έχει ικανότητα της παρατήρησης και δεν έχει ικανότητα να ζήσει τις πράξεις παρά μόνο μιμούμενο τον βίο των άλλων.
Συμβαίνει να τον δείς σαν να είναι ένας εγγαστρίμυθος/
συμβαίνει να αποτελεί και μέρος μιας ομάδας που επηρεάζει την αρρώστια της ανθρωπότητας/
τα άρρωστα εγώ, πολλές φορές γίνονται και φιλά...νθρωπα/
μα τα ψώνια είναι μάινες που χρειάζονται ένα καπίστρι/
η εποχή αλλάζει με τεράστια ταχύτητα/
μην λυπάστε και μην συμπονάτε τα ψώνια/
από ένα ψώνιο κάποτε έγιναν ανθρωποφούρνοι και λοβοτημένες ψυχές/
το ψώνιο* κι όχι η φτώχεια είναι η μεγαλύτερη αρρώστια
του σήμερα/
η σημείωση αυτή, είναι μια μικρή παρατήρηση κάποιου που ξόδεψε αρκετό χρόνο συμπονώντας χωρίς λόγο/
καμμιά συνείδηση δεν υπάρχει αν δεν είναι παναθρώπινη/
αυτό αποτελεί και την μαγιά για την επομενη Άνοιξη του κόσμου
Πολλοί διαλογίζονται κάνοντας έρωτα με μουσική
άλλοι πάλι αδειάζοντας το μυαλό τους από τις μπερδεμένες σκέψεις
ή ψάχνοντας την επαφή με τον θεό μέσα σε ναούς με πολυελαίους με κρύσταλλα/
εγώ αυτό που είδα, είναι πως ο καθαρότερος διαλογισμός είναι αυτός ο μικρός συντονισμός των χτύπων της καρδιάς μου,
με εκείνων του ανοίγματος ενός λουλουδιού,
κάθε ημέρα κι ένα νέο άνοιγμα,
αυτό ,σε επανάληψη, είναι η αόρατη συμφωνία μου κι η αρμονία που επιζητώ...

( μην φαρμακώνετε τα λουλούδια με δηλητήρια)..
Η σκυλίσια μπαλάντα

Περπατώντας για να μαλακώσω τις παρυφές του στομαχιού μου
και την ανία/
ένας γέρος σκύλος με είδε κατάματα, καθισμένος στο σκαλοπάτι το πρώτο, μιας πολυκατοικίας παλιάς κι ατημέλητης/
μια κοπέλα που έσπρωχνε ένα παιδικό καρότσι, περνώντας μπροστά του τον είπε Ρεξ/
και σαν να έκρυβε ανία το βλέμμα του σαν την κοίταξε/
Ύστερα στράφηκε ξανά σε μένα και τον είπα Ρεξ/
με ακολούθησε... στο κοντινό σουβλατζίδικο και ζήτησα ένα μεζέ ταπεινό/
άρχισε να τρώει λίγο λαίμαργα/
΄ύστερα στάθηκε μπροστά στο άσυλο ανιάτων που χρόνια είναι φύλακας κι εκεί έμεινε/
καθώς απομακρυνόμουν άκουσα ένα γαύγισμα/
γύρισα και κοιτάζοντας με, μου θύμισε,
αυτό το πανέμορφο, ευχαριστώ/
ευχαριστήριο ήταν το γαύγισμα κι όχι ο νόμος της δράσης και της αντίδρασης/
μετά αναρωτήθηκα αν ξέχασα να λέω κι εγώ ευχαριστώ/
όμως δεν είχε περάσει ώρα που το είπα στον περιπτερά αγοράζοντας τσιγάρα/
και συνέχισα να ευχαριστώ την τύχη, για την ωραία εικόνα ενός σφιχταλιασμένου ζευγαριού που μόλις περνούσε από μπροστά μου/
με τα χέρια στις τσέπες ,πηγαίνοντας για το σπίτι δεν σκεπτόμουνα/
απλά είχα μέσα μου την συναίσθηση του σκύλου,
άρχισα να γελάω από τις αντιδράσεις των άλλων αν θα άρχισα να γαυγίζω/
ή μήπως θα έπρεπε να κλαίω