Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

Ακατάπαυστα ( ΕΡωτικό), αφιερωμένο με αγάπη στον φίλο μου Η. και σε όποιον αγαπά πραγματικά τις γυναίκες..

Όταν την συνάντησα σκέφτηκα την Διοτίμα, αμέσως η ομορφιά της έκαψε όλες τις άλλες που είχα συναντήσει, η κλίμακα της αισθητικής σταμάτησε να κινείται σαν τον υδράργυρο, έδειχνε αυτήν.
Την Ερατώ.
Έτρωγα το Ρ μέσα μου και με έτρωγε κι αυτό. Μετά, όταν συναντούσε το Α και γινόταν Ρα, ένας θεός υποκλινόταν μπροστά μου, τον έλεγαν Ρα; Παν; Δεν ήξερα να πω, εξάλλου με είχαν βυθίσει τα αμύγδαλα των ματιών της.
Είχαμε βρεθεί σε μια όλοτελα βαρετη βραδιά ποίησης, ούτε η ποιήτρια, ούτε τα ποιήματα της είχαν ένα ίχνος ομορφιάς. Άλλο ένα βράδυ χαμένο, απλά για να μην είμαι μόνος μου σκέφτηκα λίγο πριν πέσουν τα μάτια μου πάνω της.
            Αλήθεια, πόσες φορές έχουν νιώσει αυτοί που γράφουν δοκίμια για τον έρωτα όπως ένιωσα εγώ; Και; Αν δεν έχουν νιώσει αυτό, το δοκίμιο αντικαθιστά την γνώση αυτή;
Γιατί εκείνη την στιγμή ήξερα πως θα χανόμουν. Η αλήθεια είναι πως ζητούσα να χαθώ μέσα της.
Ήθελα να την πάρω μαζί μου και να χαθούμε σε ένα δωμάτιο χτισμένο ψηλά, τόσο ψηλά ώστε να ξεφτίζουν πότε πότε τα αστέρια την λάμψη τους στα μάτια μας..
          Μιλήσαμε. Και οι δυό κατευθυνθήκαμε με μια απίστευτη κίνηση συγχρονισμού ο ένας από τον άλλο, πρώτος μίλησα εγώ..
( Δεν θα πω πως είσαι όμορφη ή πως με έχεις εντυπωσιάσει, αυτό το ξέρεις γιατί είσαι γυναίκα, γυναίκα με το μυαλό και το σώμα μιας γυναίκας)
Γέλασε, το γέλιο της πήρε δρόμο από τα αυτιά μου στην καρδιά μου, αναρωτήθηκα πως γίνεται αυτό.
( Σε ευχαριστώ, με φέρνεις σε αμηχανία, εννοώ σαν αυτήν που νιώθουμε όταν διαβάζουμε ένα ποίημα και αμέσως το ξεχωρίζουμε)
Έμεινα αποσβολωμένος, έπρεπε όμως να συνεχίσω, δεν μου έλειπε το πάθος ούτε η  ορμή.
( πάμε να φύγουμε από εδώ, ξέρω στον Λυκαβηττό ένα μπαράκι που μπορούμε να ακούσουμε τζαζ, καλή τζαζ, όχι αυτή που συνοδεύει επετείους)
( Πάμε, δεν έχω καμμιά ανάγκη να χαιρετήσω κανέναν εδώ), είπε και με ακολούθησε σαν ηλιαχτίδα.
Η θηλυκότητα της ήταν εύθραστη, μια ηλιαχτίδα που ζεσταίνει την πλάτη χωρίς να καίει.
Αναρωτήθηκα αν μου είχε ξανασυμβεί αυτό..
                         Το μπαράκι είχε για πρώτη φορά θέση ελεύθερη στην μπάρα, καθίσαμε και η λαγνεία ήδη είχε αρχίσει να χυπά τα γόνατα μας.
( Τα κύτταρα μου μου φωνάζουν να ελευθερωθώ απέναντι σου), είπε και κατάπιε μια γουλιά από το τζιν. Αν απομόνωνα τις αισθήσεις μου από την φωνή της Μπίλλυ θα μπορούσα να την ακούσω να κατεβαίνει στο στομάχι της.
Της άγγιξα τα γόνατα, έτρεμαν ελαφρά, τα χέρια μου έτρεμαν επίσης.
( Νιώθεις πιεσμένη εδώ και καιρό, σαν κάτι να βράζει μέσα σου και να θες να απελευθερωθει);
( Ναι, είναι σαν να αγαπάς και να μην έχεις ανταπόκριση)
(Αυτό είναι ένα γεγονός; Δηλαδή αγαπάς κα΄ποιον ή έτσι, είναι ένα γενικότερο αίσθημα);
( Είναι μια πλατιά αίσθηση, είναι σαν να περπατώ διψασμένη σε μια ατέλιωτη έρημο)
( Κι όμως! Είσαι γεμάτη τριαντάφυλλα, πως ξεδιψάνε σε αυτήν την έρημο);
( Δεν ξέρω, μάλλον είναι έτσι από τότε που γεννήθηκα, θελω να πω, πολλοί βρέθηκαν στον δρόμο μου και τα ξερίζωσαν, με συνεχείς κινήσεις και με διαδικασίες αργές, όμως αυτά βρήκαν πάλι την ρίζα τους και ξαναβγήκαν), είπε και μια θλίψη μπήκε στα μάτια της, τα μάτια της έλαμπαν.
( Αυτό είναι ότι ωραιότερο  έχω ακούσει, είσαι ένα ποίημα που δεν χωρά σε χαρτογράφηση)
( Είμαι απλά μια γυναίκα που αφέθηκε να την σαρώσουν θύελλες)
( Αυτό σε ξεχωρίζει μέσα μου, άκου, θέλω να σε φιλήσω, θέλω να κάνω έρωτα μαζί σου παρακάμπτοντας το σεξ και μην νομίζεις, αυτό δεν μου έχει ξανασυμβεί, όταν μου αρέσει μια γυναίκα θέλω να κυλιστώ μαζί της στα υγρά μας, θέλω να είμαστε δυό ζώα που γλείφουν τις πηγές τους)
( Και τις πληγές τους);
( Αυτά είναι ένα, κάθε φως γίνεται πληγή καθώς απομακρύνεται)
( Φίλησε με), είπε ενώ ένα κοφτερό σαξόφωνο κολυμπούσε ήδη μέσα μας πριν ακουστεί...
Την φίλησα.
Η γεύση του τζιν και του τσιγάρου άγγιζαν όλα τα τριχοειδή αγγεία της γλώσσας μου, μετά αναδύθηκε μια γλύκα που χύμηξε να με καταπιεί.
΄Χάιδευα τα δόντια της με την γλώσσα μου.
Η γλώσσα μου είχε ανάγκη να μπεί στον λαιμό της, στον οισοφάγο, να βρεί μια δίοδο στα απλάχνα της, ήθελα να διώξω αυτήν την πίεση που ένιωθε.
Κύλησα στον λαιμό της, όλος κατευθύνθηκα στον λαιμό της.
Δεν ζητούσα διερεύνηση στην σεξουαλική της ζωή.
Ζητούσα την σεξουαλική της δύναμη πάνω μου και μέσα μου.
Καθυλώθηκα.
Σταυρώθηκα.
Πέταξα ιδρωμένος στο κορμί της.
Όλες οι πληροφορίες που είχε συλλάβει το κορμί μου από όλες τις ερωμένες μου ξαφνικά έπαψαν.
Η Ερατώ ήταν η Διοτίμα, οι δυό μας είμασταν ένα συμπόσιο.
Μια δύναμη συμπαγής μα και τόσο εύθραστη...
Τα συνώνυμα του τρόπου που κάνουν έρωτα οι άλλοι δεν με απασχολούσαν ποτέ, μόνο όταν έγραφα και με παίρναν οι χαρακτήρες μέσα τους και πα΄λευα να βγω στην επιφάνεια.
Τα φιλιά μας είχαν μια διαύγεια και μια φλόγα που διαρκώς επεκτεινόταν.
Τώρα ήθελα να ζήσω αυτήν την επέκταση, δεν μου αρκούσαν.
Την κοίταξα, ένας μακροφυσικός κόσμος ανοιγόταν μακριά από τα σωματίδια της ύλης.
Ναι, ήθελα την σάρκα της αλλά μόνο για να βρω αυτήν την δίοδο που θα απελευθέρωνε το οξυγόνο που δεν μπορούσε να πάρει από την πίεση που ένιωθε καιρό εγκλωβισμένη σε κάτι που δεν γνώριζα,
'ηθελα να αρχίσει ξανά να αναπνέει.
(Πάμε να φύγουμε); Ψιθύρισα κοφτά στον λαιμό της, στα κοχύλια των αυτιών της που είχα ασύστολα σαλιώσει.
( Πάμε), είπε και βγήκαμε έξω.
Κάτω από το ηλεκτρικό φως της πόλης όλα είχαν αλλάξει μορφή.
Αυθόρμητα αγκαλιαστήκαμε και πιαστήκαμε από το χέρι.
Είμασταν μια φλόγα.
Διπλή...
ΒΡήκα ένα ξενοδοχείο με δωμα΄τιο που θα μπορούσαν να φανούν αχόρταγα τα αστέρια στο παράθυρο.
Ενώ εκείνη γδυνόταν μύρισα τις μεταξένιες κάλτσες της που πέταξε στο πάτωμα.
Άνοιξα την κουρτίνα να εισβάλλει ο ουρανός μέσα στο δωμάτιο.
Θα τον βλέπαμε καθώς θα μπαίναμε ο ένας μέσα στον άλλο χωρίς βιάση, ως το ξημέρωμα.
Κι έπειτα συνειδητοποίησα πως είχα καιρό κι εγώ να ανασάνω από μια σωρευμένη πίεση.
όταν ξαπλώσαμε ένιωσα πως είμασταν δυό κυματιστές υπάρξεις πάνω στην αφρισμένη θάλασσα.
Δεν ήξερα αν θα γινόμασταν νησίδα αλλά αυτό δεν με ενδιέφερε.
Μπήκα μέσα της και οι θόρυβοι της πόλης εξαφανίστηκαν έξω από το τζάμι....





 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου